«Υπάρχουν νομικά εμπόδια για να πάρει η Τουρκία υπερσύγχρονα μαχητικά» – «Ιστορική ανορθογραφία το Casus Belli» – Οι δηλώσεις του Έλληνα πρωθυπουργού μετά τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ
Στην τελική ευθεία μπαίνει η ένταξη των ελληνικών F-35 στην Πολεμική Αεροπορία, καθώς ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης αποκάλυψε ότι οι Έλληνες ιπτάμενοι θα ξεκινήσουν την εκπαίδευσή τους στα υπερσύγχρονα μαχητικά το 2027. Από τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, ο πρωθυπουργός ανέδειξε την ελληνική πρόοδο στον αμυντικό σχεδιασμό, σημειώνοντας ότι τα αεροσκάφη αυτά ήδη κατασκευάζονται, βάσει της συμφωνίας για την αγορά 20+20 μαχητικών από τις ΗΠΑ.

Παράλληλα, υπενθύμισε ότι το πρόγραμμα αναβάθμισης των F-16 Viper προχωρά πλέον με ταχείς ρυθμούς, με περισσότερα από 50 αεροσκάφη να έχουν ήδη εκσυγχρονιστεί όταν ο στόχος είναι τα 83, ενώ η Πολεμική Αεροπορία διαθέτει ήδη 24 Rafale.
Στο πλαίσιο αυτό, «Η Ελλάδα πληροί τους στόχους του 3,5% για τις αμυντικές δαπάνες και είναι πρωταγωνίστρια στη μεγάλη αυτή προσπάθεια του ΝΑΤΟ», δήλωσε ο πρωθυπουργός μετά την ολοκλήρωση της Συνόδου του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα και αποκάλυψε ότι το 2027, οι Έλληνες πιλότοι θα αρχίσουν να εκπαιδεύονται στα ελληνικά F-35.
«Ο Τραμπ είχε δίκιο για τις αμυντικές δαπάνες»
Απαντώντας σε ερώτηση για τα F-35 και τις δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, ο κ. Μητσοτάκης υπογράμμισε την ανάγκη η Ευρώπη να αναλάβει τις ευθύνες της, τονίζοντας τη συνέπεια της χώρας μας.
«Οι ευρωπαϊκές χώρες ήταν απαραίτητο να αναλάβουν μεγαλύτερο βάρος στις υποχρεώσεις τους στο ΝΑΤΟ. Ο Τραμπ είχε δίκιο. Τα τελευταία χρόνια, και λόγω του ουκρανικού, οι ευρωπαϊκές χώρες έπρεπε να καταλάβουν ότι πρέπει να αναλάβουν το μερίδιο της ευθύνης τους. Η Ελλάδα είναι μία από τις πέντε χώρες που έχει ξεπεράσει το 3,5% στον αμυντικό της προϋπολογισμό. Η Ελλάδα είναι πρωταγωνίστρια σε αυτή τη μεγάλη προσπάθεια του ΝΑΤΟ», τόνισε ο πρωθυπουργός.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είπε επίσης ότι δεν είναι δική μας υπόθεση να αναφέρεται σε συμφωνίες για οπλικά συστήματα ανάμεσα σε δύο άλλα κράτη, ξεκαθαρίζοντας τη θέση της Αθήνας: «Δεν είναι δική μου δουλειά να υποδείξω σε κανέναν και σίγουρα όχι στις Ηνωμένες Πολιτείες τι θα πουλήσουν και πού θα το πουλήσουν. Οπότε δεν δέχομαι και εγώ υποδείξεις για το τι θα αγοράσουμε εμείς ως χώρα, προκειμένου να θωρακίσουμε τις Ένοπλες Δυνάμεις μας», σημείωσε.
Τα νομικά «μπλόκα» για την Τουρκία και το Casus Belli
Η τοποθέτηση αυτή συνδέεται άμεσα με τη συζήτηση για το ενδεχόμενο επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, μετά τις επαφές του Ντόναλντ Τραμπ με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Ο κ. Μητσοτάκης απέφυγε να σχολιάσει τις αμερικανικές επιλογές, επέμεινε όμως ότι «υπάρχουν σημαντικά νομικά εμπόδια στην αμερικανική νομοθεσία προκειμένου η Τουρκία να προμηθευτεί τα F-35», υπενθυμίζοντας ότι η αποπομπή της Άγκυρας συνδέθηκε με την αγορά των ρωσικών S-400.


Την ίδια στιγμή, έστειλε σαφές μήνυμα προς την τουρκική πλευρά για το casus belli του 1995, χαρακτηρίζοντάς το ασύμβατο με το πνεύμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
«Είναι μια ιστορική ανορθογραφία, η οποία δεν συνάδει ούτε με τη Διακήρυξη των Αθηνών, ούτε με το καλό κλίμα που θέλουμε να χτίσουμε ως δύο γειτονικές χώρες», ανέφερε, προσθέτοντας ότι πρόκειται για μια απειλή πολέμου που υφίσταται από το 1995 και πως «έχει έρθει η ώρα πια να την αφήσουμε πίσω». Όπως είπε, οι Ευρωπαίοι ηγέτες αντιλαμβάνονται ότι μια τέτοια απειλή δεν ταιριάζει στο κλίμα που πρέπει να επικρατεί εντός της Συμμαχίας.
Το πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων
Κλείνοντας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναφέρθηκε και στη σχέση του με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, σημειώνοντας ότι, παρά τις διαφωνίες για τη μοναδική μεγάλη εκκρεμότητα που αφορά την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, οι δύο χώρες έχουν κάνει βήματα προόδου σε τομείς όπως το μεταναστευτικό και οι επαφές μεταξύ των δύο λαών.
«Ακόμη και αν δεν λύσουμε το μεγαλύτερο πρόβλημά μας, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να ζούμε ειρηνικά και να συνεργαζόμαστε σε άλλους τομείς της κοινής μας ατζέντας», κατέληξε ο πρωθυπουργός.



