Τη μετάβαση σε ένα σύστημα κεντρικής ευρωπαϊκής δημοπρασίας συχνοτήτων πρότεινε ο υπουργός, με στόχο να ενισχυθεί η ψηφιακή ισχύς της Ευρώπης και να επιταχυνθεί η ανάπτυξη των δικτύων επόμενης γενιάς.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η δημιουργία ενός ενιαίου ευρωπαϊκού πλαισίου για τη διάθεση των συχνοτήτων θα μπορούσε να συμβάλει στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των τηλεπικοινωνιακών υποδομών.

Στην αυγή της εποχής του 6G και της καθολικής ενσωμάτωσης της Τεχνητής Νοημοσύνης, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται μπροστά σε ένα κρίσιμο στρατηγικό σταυροδρόμι.
Για δεκαετίες, η διαχείριση και η δημοπράτηση του φάσματος των τηλεπικοινωνιών —ενός από τα πολυτιμότερα, αν και αόρατα, κοινά περιουσιακά στοιχεία της Ευρώπης— παρέμενε εγκλωβισμένη σε ένα μοντέλο εθνικού απομονωτισμού.
Ο κατακερματισμός αυτός σε 27 διαφορετικά ρυθμιστικά συστήματα, με ασύμβατα χρονοδιαγράμματα και αποκλίνουσες επενδυτικές προτεραιότητες, στερεί από την ευρωπαϊκή οικονομία την απαραίτητη κλίμακα για να ανταγωνιστεί παγκόσμιους κολοσσούς, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα.
Η πρόταση για τη μετατόπιση από τις αποσπασματικές εθνικές διαδικασίες σε μια Κεντρική Ευρωπαϊκή Δημοπρασία Συχνοτήτων δεν αποτελεί απλώς μια τεχνοκρατική μεταρρύθμιση, αλλά μια βαθιά γεωπολιτική και οικονομική αναγκαιότητα.
Μέσω της ενοποίησης αυτής, η Ευρώπη μπορεί να μετατρέψει τον κατακερματισμό σε συγκριτικό πλεονέκτημα: προσφέροντας απόλυτη προβλεψιμότητα στους επενδυτές, δημιουργώντας ενιαία ψηφιακά οικοσυστήματα και, κυρίως, μετατρέποντας τα έσοδα των δημοπρασιών σε έναν σταθερό, αυτόνομο πόρο για τη χρηματοδότηση των τεχνολογιών αιχμής της επόμενης γενιάς.
Η παρούσα ανάλυση εξετάζει πώς αυτό το ρηξικέλευθο μοντέλο μπορεί να γεφυρώσει το ψηφιακό χάσμα, να ενισχύσει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της Ένωσης και να αποτελέσει το θεμέλιο για τη μελλοντική νομισματική και οικονομική της ισχύ.


Στο πλαίσιο του Ετήσιου Συνεδρίου για τον Προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2026 στις Βρυξέλλες, ο Πρόεδρος του Eurogroup και Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης, πραγματοποίησε μια βαρύνουσας σημασίας ομιλία.
Η τοποθέτησή του επικεντρώθηκε στην ανάγκη ριζικής αναθεώρησης του τρόπου με τον οποίο η Ευρώπη προσεγγίζει τον κοινό της προϋπολογισμό και τη στήριξη του ενιαίου νομίσματος.
Μέσα από τη διπλή του ιδιότητα, ο κ. Πιερρακάκης εισηγήθηκε μια στρατηγική μετατόπιση από την παραδοσιακή πολιτική των δαπανών και της αναδιανομής προς μια δυναμική πολιτική δημιουργίας νέων πόρων και ενίσχυσης της ευρωπαϊκής παραγωγικότητας.
Το κεντρικό ερώτημα και η φιλοσοφία της παραγωγής πόρων
Ο Κυριάκος Πιερρακάκης ξεκίνησε την ομιλία του θέτοντας το θεμελιώδες ερώτημα της διάσκεψης: πώς μπορεί ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός να υποστηρίξει αποτελεσματικά το ευρώ;
Σημείωσε ότι η παραδοσιακή απάντηση σε αυτό το ερώτημα περιορίζεται συνήθως στην απαρίθμηση των προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται, όπως η πολιτική συνοχής, η έρευνα, η καινοτομία, οι υποδομές, η γεωργία, η άμυνα και η ενεργειακή ασφάλεια.
Παρά την αδιαμφισβήτητη σημασία αυτών των προτεραιοτήτων, ο Υπουργός πρότεινε μια εναλλακτική και πιο ριζοσπαστική ουπτική, η οποία μεταβαίνει από το ερώτημα «πού θα πάνε τα χρήματα» στο ερώτημα «πώς δημιουργούμε τους πόρους».
Η βασική θέση του Προέδρου του Eurogroup είναι ότι το κοινό νόμισμα δεν μπορεί να είναι ισχυρότερο από την ίδια την οικονομία που το υποστηρίζει. Οι διεθνείς αγορές δεν επενδύουν απλώς σε νομίσματα, αλλά στην παραγωγική ικανότητα, την ανθεκτικότητα και την αξιοπιστία των οικονομιών.
Στο σύγχρονο, ρευστό γεωπολιτικό περιβάλλον, όπου η τεχνολογία αποτελεί στρατηγικό πλεονέκτημα και η ενέργεια ζήτημα ασφάλειας, η οικονομική εξάρτηση μετατρέπεται σε μειονέκτημα. Επομένως, η ανθεκτικότητα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πηγή ανταγωνιστικότητας, η οποία, σύμφωνα και με τις αρχές της έκθεσης Ντράγκι, αποτελεί το θεμέλιο της νομισματικής ισχύος της Ευρώπης.


Από το μηδενικό στο θετικό άθροισμα: Η ανάγκη για ευρωπαϊκή κλίμακα
Αυτή η νέα προσέγγιση αλλάζει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να προσεγγίζεται το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΠΔΠ). Κατά τον κ. Πιερρακάκη, το ΠΔΠ δεν πρέπει να αφορά μόνο τη χρηματοδότηση των τρεχουσών αναγκών, αλλά την ενίσχυση της μακροπρόθεσμης ικανότητας της Ευρώπης να παράγει ευημερία.
Κάλεσε τα κράτη-μέλη να εγκαταλείψουν τη λογική του «μηδενικού αθροίσματος» στις διαπραγματεύσεις για τις δαπάνες και να υιοθετήσουν μια λογική θετικού αθροίσματος, εστιάζοντας στη δημιουργία νέας οικονομικής αξίας και όχι στην απλή αναδιανομή των υφιστάμενων περιορισμένων πόρων.
Ιστορικά, τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της Ευρώπης —όπως η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα και η Ενιαία Αγορά— προέκυψαν ακριβώς επειδή η Ήπειρος κατάφερε να μετατρέψει την κλίμακα σε αξία, εξαλείφοντας τον κατακερματισμό.
Σήμερα, η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων επιχειρεί να εφαρμόσει την ίδια αρχή στις κεφαλαιαγορές και τον τραπεζικό τομέα.
Το παράδειγμα των τηλεπικοινωνιών και ο κατακερματισμός
Για να γίνει σαφέστερη η πρότασή του, ο κ. Πιερρακάκης χρησιμοποίησε ως συγκεκριμένο παράδειγμα τη διαχείριση του φάσματος των τηλεπικοινωνιών, το οποίο χαρακτήρισε ως ένα από τα πολυτιμότερα στρατηγικά περιουσιακά στοιχεία της Ευρώπης. Το φάσμα αποτελεί τη βάση για την τεχνητή νοημοσύνη, την αυτόνομη κινητικότητα, τις δορυφορικές συνδέσεις και τις αμυντικές δυνατότητες επόμενης γενιάς.
Ωστόσο, η Ευρώπη εξακολουθεί να διαχειρίζεται αυτόν τον κρίσιμο πόρο μέσα από 27 διαφορετικά συστήματα δημοπράτησης, με διαφορετικούς όρους, χρονοδιαγράμματα και ρυθμιστικές αρχές. Αυτός ο κατακερματισμός δημιουργεί ένα τεράστιο κόστος ευκαιρίας, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι στις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν να αναμετρηθούν με μία μόνο ρυθμιστική αρχή.
Αντίθετα, η Ευρώπη, παρά το γεγονός ότι διαθέτει παγκόσμιους πρωταθλητές στις υποδομές, αποτυγχάνει να δημιουργήσει γύρω τους τα απαραίτητα ισχυρά οικοσυστήματα λόγω αυτού του θεσμικού διαχωρισμού.
Η ελληνική εμπειρία και η πρόταση για ένα ευρωπαϊκό μοντέλο 6G
Αναφερόμενος στην ελληνική εμπειρία, ο Υπουργός υπενθύμισε τη δημοπρασία για την ανάπτυξη των τεχνολογιών 5G που πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα το 2020. Η συγκεκριμένη διαδικασία δεν σχεδιάστηκε με γνώμονα τη μεγιστοποίηση των άμεσων δημοσίων εσόδων, αλλά με στόχο την ταχεία ανάπτυξη του δικτύου.
Το καινοτόμο στοιχείο ήταν ότι το 25% των εσόδων της δημοπρασίας διατέθηκε για τη δημιουργία ενός ειδικού ταμείου που επενδύει αποκλειστικά στο οικοσύστημα και στις εφαρμογές του 5G, αναγνωρίζοντας ότι η πραγματική υπεραξία βρίσκεται στις εφαρμογές και όχι στην ίδια την υποδομή.
Με βάση αυτό το επιτυχημένο εθνικό παράδειγμα, ο κ. Πιερρακάκης κατέθεσε μια φιλόδοξη πρόταση για το μέλλον της ευρωπαϊκής ψηφιακής οικονομίας ενόψει της μετάβασης στο 6G. Πρότεινε τον κεντρικό συγχρονισμό των δημοπρασιών εκχώρησης του φάσματος σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Τα έσοδα από αυτές τις δημοπρασίες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως ένας σταθερός και προβλέψιμος πόρος για το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο.
Παράλληλα, ένα ποσοστό της τάξης του 25% θα μπορούσε να κατευθυνθεί στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) για τη δημιουργία ενός γιγαντιαίου ταμείου επενδύσεων στις εφαρμογές του 6G και στις τεχνολογίες επόμενης γενιάς.
Συμπεράσματα και το μέλλον του ευρωπαϊκού Προϋπολογισμού
Κλείνοντας την ομιλία του, ο κ. Πιερρακάκης εξήρε το έργο του αρμόδιου Επιτρόπου, Πιοτρ Σεράφιν, ο οποίος εργάζεται για τη σύνδεση των μεταρρυθμίσεων με συγκεκριμένες χρηματοδοτικές προτεραιότητες, αξιοποιώντας τα διδάγματα από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF).
Υπογράμμισε ότι τα κράτη-μέλη οφείλουν να σκεφτούν «έξω από τα καθιερωμένα», αναζητώντας λύσεις που παράγουν ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία, η οποία στη συνέχεια θα μεταφράζεται σε εθνικό όφελος για όλους.
Ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός του μέλλοντος έχει τη χρυσή ευκαιρία να μην αποτελέσει απλώς ένα εργαλείο λογιστικής κατανομής, αλλά έναν μοχλό κινητοποίησης νέων επενδύσεων και διεύρυνσης της παραγωγικής δυναμικής της Ευρώπης στους τομείς της τεχνολογικής αιχμής.
Μόνο μέσω αυτής της οδού θα ενισχυθεί η εμπιστοσύνη προς την ευρωπαϊκή οικονομία, γεγονός που αποτελεί και την ουσιαστικότερη εγγύηση για τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα και ισχύ του ευρώ.


