Σε τρεις προσαγωγές, ενός οδηγού βυτιοφόρου, του ιδιοκτήτη του οχήματος και του ιδιοκτήτη ενός πρατηρίου υγρών καυσίμων, προχώρησε η ΕΛ.ΑΣ. για μια σοβαρή υπόθεση περιβαλλοντικής ρύπανσης. Οι τρεις άνδρες φαίνεται ότι διοχέτευαν παράνομα στον Κηφισό επικίνδυνα βιομηχανικά λύματα που προέρχονταν από τη γνωστή μπισκοτοβιομηχανία «Παπαδοπούλου».
Η διαλεύκανση της υπόθεσης ξεκίνησε μετά από αξιοποίηση πληροφοριών που έφτασαν στις διωκτικές αρχές τις τελευταίες ημέρες. Σε συνεργασία με τους Επιθεωρητές Περιβάλλοντος, η Αστυνομία έθεσε υπό διακριτική παρακολούθηση το ύποπτο βυτιοφόρο, ενώ παράλληλα ελήφθησαν δείγματα από το σημείο όπου κατέληγαν τα λύματα στο ποτάμι.
Το μεσημέρι της επιχείρησης, οι αστυνομικοί είδαν το όχημα, αφού είχε φορτώσει απόβλητα από το εργοστάσιο, να σταθμεύει σε βενζινάδικο που βρίσκεται σε παράδρομο του Κηφισού. Ενώ το σκηνικό έμοιαζε με μια συνηθισμένη παράδοση καυσίμων, ο 41χρονος Αλβανός οδηγός στην πραγματικότητα άδειαζε το ρυπογόνο φορτίο σε ένα φρεάτιο. Όπως διαπιστώθηκε, το συγκεκριμένο φρεάτιο επικοινωνούσε με κρυφό υπόγειο δίκτυο που κατέληγε απευθείας στον Κηφισό. Μετά την αποκάλυψη της διαδικασίας, οι Αρχές προσήγαγαν τον 41χρονο, τον 46χρονο Έλληνα στον οποίο ανήκει το όχημα, καθώς και τον ιδιοκτήτη του πρατηρίου, επίσης ελληνικής καταγωγής. Εφόσον οι προσαγωγές μετατραπούν σε συλλήψεις, οι τρεις τους θα βρεθούν αντιμέτωποι με κακουργηματικές διώξεις για αδικήματα κατά του περιβάλλοντος.
Αξίζει να σημειωθεί ότι τα λύματα των βιομηχανιών τροφίμων (που προκύπτουν κυρίως από τον καθαρισμό των εγκαταστάσεών τους) έχουν υψηλή οξύτητα και βαρύ οργανικό φορτίο. Η νομοθεσία επιβάλλει αυστηρούς κανόνες και ειδική διαχείριση για την απόρριψή τους, καθώς η ανεξέλεγκτη διαρροή τους στον υδροφόρο ορίζοντα και τη θάλασσα επιφέρει καταστροφικές συνέπειες στο οικοσύστημα.
Καθώς οι εμπλεκόμενοι ελέγχονται, η έρευνα διευρύνεται για να ρίξει φως σε κρίσιμες πτυχές της υπόθεσης. Στο επίκεντρο μπαίνει πλέον ο χρόνος κατασκευής του παράνομου αγωγού εντός του βενζινάδικου, αλλά και το αν η μητρική εταιρεία καυσίμων, στην οποία ανήκει το πρατήριο, γνώριζε την ύπαρξή του.
Επιπλέον, στο μικροσκόπιο των Αρχών βρίσκεται η ίδια η βιομηχανία «Παπαδοπούλου» και η εταιρεία μεταφοράς λυμάτων «Καρατζάς», που είχε αναλάβει τη δουλειά. Βασικό ζητούμενο είναι να εξακριβωθεί τι ακριβώς ανέφεραν τα παραστατικά για την τελική διάθεση του φορτίου και εάν το εργοστάσιο είχε γνώση της παράνομης πρακτικής ρίψης στον Κηφισό ή αν εξαπατήθηκε, πιστεύοντας ότι τα απόβλητά του τυγχάνουν νόμιμης και ασφαλούς επεξεργασίας. Τέλος, εύλογα ερωτηματικά προκαλεί το γεγονός ότι, παρά το μέγεθος της υπόθεσης, οι Αρχές δεν έχουν προχωρήσει μέχρι στιγμής στη σύλληψη κάποιου υπεύθυνου λειτουργίας της μπισκοτοβιομηχανίας.


