Δύο επιστολές έστειλε η Λάουρα Κοβέσι στον υπουργό Δικαιοσύνης, με την Ευρωπαία Εισαγγελέα να αναφέρεται στον επιδιωκόμενο περιορισμό των εξουσιών της EPPO, ενώ εφιστά την προσοχή της χώρας μας για διάφορες διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας που αντικρούουν τον ευρωπαϊκό κανονισμό.
Οι δύο επιστολές, που έφερε στο φως αυτούσιες η efsyn, στάλθηκαν στις 24 Απριλίου 2026 και χθες Τρίτη 19/5 με την τελευταία να αναφέρεται στην προτεινόμενη τροπολογία σχετικά με την «επιτάχυνση» της εκδίκασης ποινικών υποθέσεων που αφορούν βουλευτές, η οποία, όπως κατήγγειλε, επιχειρούσε να αποκλείσει τους εντεταλμένους Ευρωπαίους εισαγγελείς από τις έρευνες εις βάρος τους.
Σημειώνεται ότι όπως έγραφε το Dnews, «με επιστολή της η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας Λάουρα Κοβέσι προς τον υπουργό Δικαιοσύνης, Γιώργο Φλωρίδη, δεν κρύβει την ενόχληση της για το περιεχόμενο της διάταξης με την οποία, θεωρεί, ότι επιχειρείται η συρρίκνωση των αρμοδιοτήτων της.
…Με βάση ωστόσο το νόμο για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας τα αδικήματα που στρέφονται σε βάρος των συμφερόντων της ευρωπαϊκής ένωσης , την ανάκριση τη διενεργεί ο εντεταλμένος Ευρωπαίος εισαγγελέας και στον ανακριτή διαβιβάζεται η δικογραφία μόνο για να λάβει απολογία και πιθανά μέτρα δικονομικού καταναγκασμού, όπως είναι η επιβολή περιοριστικών όρων ή η προσωρινή κράτηση».
Η επιστολή της 19ης Μαΐου
«Η προτεινόμενη διάταξη είναι σαφώς ασυμβίβαστη με τον κανονισμό για την EPPO, δεδομένου ότι δεν εξαιρεί από την εφαρμογή του τις υποθέσεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της. Κατά την άποψή μας, η διάταξη είναι επίσης ασυμβίβαστη με τον ελληνικό νόμο 4786/2021, ο οποίος προβλέπει ότι οι Ευρωπαίοι Εξουσιοδοτημένοι Εισαγγελείς ασκούν όλες τις ανακριτικές εξουσίες ενός ανακριτή, με εξαίρεση τη διεξαγωγή της εξέτασης του κατηγορουμένου και τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τα περιοριστικά μέτρα/την προσωρινή κράτηση».
«…Φαίνεται ότι η προτεινόμενη διάταξη προχωρά ακόμη περισσότερο, αγνοώντας πλήρως τις εξουσίες της EPPO και των εξουσιοδοτημένων εισαγγελέων της, οι οποίες τους έχουν ανατεθεί βάσει του δικαίου της Ε.Ε., δεδομένου ότι αναθέτει την κύρια έρευνα για κακουργήματα που διαπράττονται από μέλη του Κοινοβουλίου σε εθνικό ανακριτή. Αυτό δημιουργεί επιπλέον διαφοροποίηση στη μεταχείριση μιας συγκεκριμένης κατηγορίας προσώπων που ερευνώνται για αδικήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της EPPO, κάτι που δεν επιτρέπεται βάσει του εφαρμοστέου δικαίου της Ενωσης».
«…Αυτές οι τροποποιήσεις της ελληνικής νομοθεσίας, εάν υιοθετηθούν στην παρούσα μορφή τους, θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματική προστασία του προϋπολογισμού της Ενωσης στην Ελλάδα και δημιουργούν σοβαρές ανησυχίες από την άποψη του σεβασμού του κράτους δικαίου».
Η επιστολή της 24ης Απριλίου
«…Η ελληνική νομοθεσία θεσπίζει διαφοροποίηση μεταξύ των θέσεων των Ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων, περιορίζοντας τις εξουσίες τους να παρίστανται ενώπιον των δικαστηρίων που δικάζουν σε πρώτο βαθμό, των δικαστηρίων που δικάζουν κατ’ έφεση και του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τη θέση που κατείχαν στο εθνικό σύστημα πριν από τον διορισμό τους στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία». Ακόμη, υπάρχει η απαίτηση, στην περίπτωση ερευνών που αφορούν κακουργήματα, να συμμετέχουν δύο εντεταλμένοι εισαγγελείς της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ένας «σε πρώτο βαθμό» και ένας δεύτερος «Εφετών».
«…Σε διαδικασίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που αφορούν κακουργήματα, ορισμένες βασικές πράξεις διερεύνησης εξακολουθούν να ανατίθενται αποκλειστικά σε ανακριτή, π.χ. η ανάκριση του κατηγορουμένου διεξάγεται από ανακριτή, ο οποίος αποφασίζει επίσης για τα περιοριστικά μέτρα ή την προσωρινή κράτηση, που θα επιβληθούν. Επιπλέον, ο ανακριτής μπορεί να επαναλάβει ή να διεξαγάγει νέες έρευνες, αλλά μόνο με τη συγκατάθεση του/της Ευρωπαίου/-ας εντεταλμένου/-ης εισαγγελέα.
«…Σύμφωνα με τον κανονισμό για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, οι εξουσίες διερεύνησης και δίωξης των ποινικών αδικημάτων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ασκούνται από την ίδια την Εισαγγελία και από τους εντεταλμένους εισαγγελείς της. Κατά συνέπεια, θεωρούμε ότι κάθε διάταξη εθνικού δικαίου που επιτρέπει στις εθνικές αρχές, εισαγγελικές ή δικαστικές, όπως στην περίπτωση του ανακριτή, να παρεμβαίνουν στην άσκηση των εν λόγω αρμοδιοτήτων παραβαίνει τον κανονισμό για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Ανεξάρτητα από τον ρόλο των ανακριτών στις εθνικές διαδικασίες, η ελληνική νομοθεσία θα πρέπει να προβλέπει ρητά εξαίρεση από τον εν λόγω ρόλο όταν η έρευνα διεξάγεται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Τέτοια ειδικά καθεστώτα έχουν θεσπιστεί από άλλα κράτη-μέλη που διαθέτουν παρόμοιες δικαστικές αρχές, όπως ο ανακριτής, μεταξύ των οποίων η Ισπανία και η Γαλλία. Αυτό, φυσικά, δεν θίγει την αρμοδιότητα των δικαστών ή των δικαστηρίων να ελέγχουν τη νομιμότητα των ερευνητικών μέτρων που λαμβάνει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ή να λαμβάνουν, κατόπιν αιτήματος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, μέτρα περιορισμού της προσωπικής ελευθερίας.
«…Σύμφωνα με τον Ελληνικό Κώδικα Ποινικής Δικονομίας σχετικά με τις διαδικασίες αρχειοθέτησης, οι Ευρωπαίοι εντεταλμένοι εισαγγελείς πρέπει να παραπέμπουν την υπόθεση στον εισαγγελέα εφετών, προκειμένου να λάβουν έγκριση για την αρχειοθέτησή της λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων, διάταξη που συνιστά αδικαιολόγητη παρέμβαση στις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και πρέπει να καταργηθεί».
«…Η εν λόγω διάταξη περιορίζει σημαντικά τις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, κατά παράβαση του εφαρμοστέου δικαίου της Ε.Ε., συμπεριλαμβανομένης της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ε.Ε., δεδομένου ότι ούτε η οδηγία για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ε.Ε. ούτε ο κανονισμός για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία προβλέπουν εξαιρέσεις για διάφορες κατηγορίες προσώπων ή ειδική προνομιακή μεταχείριση».
Πηγή: dnews.gr

