Μετά από καταγγελία αστυνομικών μια νέα υπόθεση αστυνομικής βίας έρχεται στο φως της δημοσιότητας. Αυτή τη φορά πρωταγωνιστής είναι ανώτερος αξιωματικός της ΕΛΑΣ. Σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσίευσε η «Ζούγκλα» ο υποδιευθυντής της Διεύθυνσης Αστυνομίας Δυτικής Αττικής, ο οποίος εκτελούσε χρέη επόπτη το βράδυ του Σαββάτου 27/6, στα πλαίσια των καθηκόντων του, μετέβη στο Αστυνομικό Τμήμα Ασπροπύργου. Στο συγκεκριμένο τμήμα βρισκόταν κρατούμενος ένας άνδρας για ενδοοικογενειακή βία.
Ο κρατούμενος κάποια στιγμή προκάλεσε ένταση εντός του κρατητηρίου που βρισκόταν, και οι αστυνομικοί εφαρμόζοντας το πρωτόκολλο, τον έβγαλαν από τα κρατητήρια και τον έβαλαν στον χώρο προσωρινής φύλαξης του τμήματος.
Εκείνη τη στιγμή ο ανώτερος αξιωματικός ευρισκόμενος στο τμήμα, μπήκε κάποια στιγμή στον χώρο προσωρινής φύλαξης και ξεκίνησε να χτυπά με γροθιές τον κρατούμενο, προκαλώντας του τραυματισμό στο μάτι.
Οι αστυνομικοί που βρίσκονταν σε βάρδια εκείνη τη στιγμή, ακούγοντας την φασαρία και τις φωνές του κρατουμένου, μπήκαν στον χώρο, όπου και διαπίστωσαν ότι ο αστυνομικός υποδιευθυντής Δυτικής Αττικής, χτυπούσε τον κρατούμενο.
Αμέσως τον σταμάτησαν, ακινητοποιώντας τον, και στη συνέχεια ενημέρωσαν τον Αττικάρχη της ΕΛ.ΑΣ. και την Διεύθυνση Αστυνομίας Αττικής, όπως και το Τμήμα Εσωτερικών Υποθέσεων της Αστυνομίας, άνδρες του οποίου μετέβηκαν στο Αστυνομικό Τμήμα Ασπροπύργου, όπου και συνέλαβαν τον ανώτερο αξιωματικό, ο οποίος οδηγήθηκε σήμερα στο αυτόφωρο.
Παράλληλα τις πρώτες πρωινές ώρες ο κρατούμενος μεταφέρθηκε μετά από αίτημά του στην Ιατροδικαστική Υπηρεσία, όπου και εξετάστηκε, με τον ιατροδικαστή να επιβεβαιώνει τον βασανισμό του.
Η αστυνομική βία εντός τμημάτων στο προσκήνιο
Η υπόθεση αυτή επαναφέρει με τον πλέον ανησυχητικό τρόπο στο προσκήνιο, το διαχρονικό ζήτημα της αστυνομικής βίας μέσα στους χώρους κράτησης.
Σε ένα κράτος δικαίου, ο κρατούμενος δεν παύει να είναι φορέας θεμελιωδών δικαιωμάτων, ανεξάρτητα από το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ή έχει συλληφθεί.
Η σωματική του ακεραιότητα προστατεύεται από το Σύνταγμα, την ελληνική νομοθεσία και τις διεθνείς συμβάσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις οποίες η Ελλάδα έχει κυρώσει. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να ασκεί βία σε βάρος ενός ανθρώπου που βρίσκεται υπό τον απόλυτο έλεγχο του κράτους, πολλώ δε μάλλον ένας αστυνομικός, ο οποίος οφείλει να εφαρμόζει τον νόμο και όχι να υποκαθιστά τη Δικαιοσύνη.
Νομικά, όταν η βία ασκείται από δημόσιο λειτουργό ή ένστολο σε βάρος προσώπου που βρίσκεται υπό κράτηση ή στερείται την ελευθερία του, δεν πρόκειται απλώς για έναν ξυλοδαρμό, αλλά μπορεί να στοιχειοθετεί το ιδιαίτερα βαρύ αδίκημα των βασανιστηρίων ή άλλων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ακριβώς επειδή το θύμα είναι ανυπεράσπιστο απέναντι στην κρατική εξουσία.
Η ελληνική κοινωνία έχει βιώσει στο παρελθόν υποθέσεις κακοποίησης κρατουμένων που οδήγησαν ακόμη και σε θανάτους μέσα ή μετά την κράτησή τους, γεγονότα που έχουν καταδικαστεί επανειλημμένα τόσο από τα ελληνικά δικαστήρια, όσο και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Ωστόσο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αξίζει να επισημανθεί και η στάση των αστυνομικών που βρίσκονταν σε υπηρεσία.
Αντί να επιδείξουν συναδελφική ανοχή ή να επιχειρήσουν συγκάλυψη, παρενέβησαν άμεσα για να σταματήσουν την επίθεση, ακινητοποίησαν τον ανώτερο αξιωματικό και ενημέρωσαν χωρίς καθυστέρηση την ιεραρχία και τη Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων, οδηγώντας τελικά στη σύλληψή του.
Πρόκειται για επαγγελματική συμπεριφορά που συνάδει με τις αρχές της νομιμότητας και της λογοδοσίας και αποδεικνύει ότι η προστασία του κύρους της Ελληνικής Αστυνομίας δεν επιτυγχάνεται με τη σιωπή απέναντι στην παρανομία, αλλά με την άμεση αντιμετώπισή της, ανεξάρτητα από τον βαθμό ή τη θέση εκείνου που την διαπράττει.
Ανακοίνωση του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας σχετικά με το περιστατικό
Σήμερα, το γραφείο Τύπου της Ελληνικής Αστυνομίας εξέδωσε ανακοίνωση Τύπου σχετικά με το περιστατικό της βίας του ανώτερου αξιωματικού εναντίον του κρατουμένου. Ακολουθεί ολόκληρη η ανακοίνωση:
«Βραδινές ώρες της 27ης Ιουνίου 2026, Αξιωματικός που εκτελούσε καθήκοντα επόπτη φέρεται να άσκησε σωματική βία σε βάρος κρατουμένου σε Αστυνομικό Τμήμα της Αττικής.
Αστυνομικοί της Υπηρεσίας, οι οποίοι αντιλήφθηκαν το περιστατικό, ενημέρωσαν άμεσα την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων Σωμάτων Ασφαλείας, η οποία προέβη στις προβλεπόμενες από τον νόμο ενέργειες.
Ειδικότερα, κατόπιν ενημέρωσης της αρμόδιας εισαγγελικής Αρχής, ο εμπλεκόμενος Αξιωματικός συνελήφθη στο πλαίσιο της αυτόφωρης διαδικασίας και οδηγήθηκε ενώπιον αυτής.
Μετά την ολοκλήρωση της αυτόφωρης διαδικασίας αφέθηκε ελεύθερος ενώ παραγγέλθηκε η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης για τη διερεύνηση τυχόν ποινικών ευθυνών. Επιπλέον, οι αστυνομικοί μετέφεραν τον κρατούμενο σε Ιατροδικαστή, προκειμένου να διενεργηθούν οι απαραίτητες εξετάσεις.
Παράλληλα, με απόφαση του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας διατάχθηκε Ένορκη Διοικητική Εξέταση (Ε.Δ.Ε.), προκειμένου να διερευνηθούν πλήρως οι συνθήκες του περιστατικού και να αποδοθούν τυχόν πειθαρχικές ευθύνες.
Η Ελληνική Αστυνομία αντιμετωπίζει με απόλυτη σοβαρότητα κάθε καταγγελία που αφορά παράνομη ή αντιδεοντολογική συμπεριφορά προσωπικού της και ενεργοποιεί άμεσα όλες τις προβλεπόμενες από τη νομοθεσία ποινικές και διοικητικές διαδικασίες, χωρίς καμία ανοχή σε συμπεριφορές που δεν συνάδουν με τη νομιμότητα και τις αρχές του Σώματος.»


