Subscribe Now

Trending News

Τα cookies επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την εμπειρία σας στo now24.gr.
Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies, σύμφωνα με τις οδηγίες μας.
25 Σεπ 2020
Πολιτισμός

Χρήστος Ντεκίδης:Οι αναμνήσεις είναι μια μορφή ατομικού πλούτου

Συνέντευξη στη Μαίρη Γκαζιάνη 

Ο Χρήστος Ντεκίδης γεννήθηκε στο Διδυμότειχο το 1962. Εισήλθε στη Σχολή Ικάρων το 1980 και υπηρέτησε στην Πολεμική Αεροπορία για είκοσι χρόνια ως πιλότος σε αεροσκάφη αναχαίτισης και εκπαιδευτής νέων χειριστών.

Το 2000 ίδρυσε ταξιδιωτικό γραφείο και για έντεκα χρόνια ασχολήθηκε με αυτό, ικανοποιώντας παράλληλα και το πάθος του για ταξίδια. Έχει ταξιδέψει σε πάνω από εβδομήντα χώρες, σε πολλές από τις οποίες περισσότερες από μία φορά, διαμένοντας μεγάλα διαστήματα σε αυτές. Έχει δημοσιεύσει ταξιδιωτικά άρθρα και μικρά διηγήματα.

Η τυχερή μέρα του Γκούντερ Νόιμαν είναι το πρώτο του βιβλίο. 

ΜΑΙΡΗ ΓΚΑΖΙΑΝΗ: Γεννηθήκατε στην όμορφη πόλη του Διδυμότειχου. Τι συμβολίζει για εσάς ο τόπος σας;

ΧΡΗΣΤΟΣ ΝΤΕΚΙΔΗΣ: Δεν θα έδινα κάποιο ιδιαίτερο συμβολισμό αλλά σίγουρα μπορώ να δηλώσω ότι είμαι τυχερός που μεγάλωσε σε μια τόσο πολύμορφη πόλη. Ξέρετε, στην φαντασία των περισσοτέρων, το Διδυμότειχο είναι μια απόμερη περιοχή στην πάνω δεξιά γωνία του χάρτη συνυφασμένη με την στρατιωτική θητεία, και τα όποια δεινά της, ή τις, μη επιθυμητές, μεταθέσεις των δημοσίων υπαλλήλων. Για τους πολλούς είναι ένας τόπος μακρινός και μάλλον ασήμαντος. Ίσως γιατί δεν γνωρίζουν ότι μέσα στα στενά όρια μιας μικρής επαρχιακής πόλης θα συναντήσουν ένα ψηφιδωτό από πολιτισμούς και κουλτούρες. Ξεκινώντας, χρονικά, από τον λόφο του κάστρου και τις εσοχές των ασβεστολιθικών βράχων, που έγιναν υπόσκαφα σπίτια και κατοικούνται αδιάλειπτα από την αρχαιότητα, συνεχίζοντας με τις βίλες της ρωμαϊκής Πλωτινόπουλης, που είχε και λιμάνι (!!!) στην υδάτινη αρτηρία του Έβρου, φτάνει κανείς εύκολα στα βυζαντινά κάστρα και τείχη,  που δίνουν το όνομα στην πόλη, για να καταλήξει στα οθωμανικά λουτρά και το ογκωδέστατο τέμενος Βαγιαζήτ που δεσπόζει στην κεντρική πλατεία. Ο τόπος υπήρξε ανέκαθεν πέρασμα λαών, στρατών και εμπόρων. Ακόμη και σήμερα μπορεί κανείς εύκολα να ανιχνεύσει δάνεια που εμπλουτίζουν τα τοπικά ήθη και έθιμα. Ο δε πληθυσμός όντας ακριτικός έχει μια πολύ έντονη σχέση με την πατρίδα του αλλά, ταυτόχρονα, εξαιτίας της γειτνίασης, έχει αποκτήσει και μεγαλύτερη κατανόηση και ανεκτικότητα ως προς τους λαούς που ζουν κοντά του. Μην ξεχνάτε ότι τα σύνορα με την Τουρκία απέχουν μόλις δυο χιλιόμετρα στα ανατολικά ενώ τα βουλγαρικά είναι στα εικοσιπέντε στα δυτικά. Από την άλλη μεγαλώνοντας σε ένα μικρό αστικό κέντρο έχεις την φύση ένα βήμα δίπλα σου και σε μια περιοχή τόσο εύφορη, πλούσια σε νερά και βλάστηση κάθε βόλτα στο ποτάμι, κάθε εκδρομή στους κυματιστούς λόφους είναι και μια ανάταση. Για να επαναλάβω, λοιπόν, την αρχική μου φράση θεωρώ τυχερό τον εαυτό μου ως προς τον τόπο καταγωγής. 

Μ.Γ.: Τελειώσατε τη Σχολή Ικάρων και υπηρετήσατε στην Πολεμική Αεροπορία για είκοσι χρόνια. Πως θυμάστε εκείνα τα χρόνια;

Χ.Ν.: Αυτό είναι ένα θέμα που θα μπορούσαμε να συζητάμε για μέρες και να μην το καλύψουμε. Ακόμη και τώρα, μετά από αρκετά χρόνια, δεν έχω βρει τις κατάλληλες λέξεις για να περιγράψω πως είναι να υλοποιείς ένα όνειρο, πόσο έντονα βιώνεται η κάθε πτήση με μαχητικό αεροσκάφος, ούτε μπόρεσα να απαλλαγώ από την νοσταλγία, από την επιθυμία που νιώθω, κάθε φορά που βλέπω αεροπλάνο στον αέρα, να ήμουν και πάλι εγώ αυτός που το πετάει. Όλη αυτή η έξαψη, η αίσθηση ελευθερίας καθώς κινείσαι και στις τρεις διαστάσεις, η αδρεναλίνη, η ταχύτητα, χρειάζονται ένα νέο λεξιλόγια για να αποδοθούν σωστά.  Βέβαια, το τίμημα για όλα αυτά είναι υψηλό, και δεν αναφέρομαι, μόνο, στον φόρο αίματος που συνεπάγεται η επικινδυνότητα της ζωής στα όρια, αλλά στον καθημερινό μόχθο, τις στερήσεις και θυσίες για να ανταπεξέλθεις στις πολύ υψηλές απαιτήσεις μιας δουλειάς που δεν είναι επάγγελμα αλλά το συναρπαστικότερο πράγμα στον κόσμο.  

Μ.Γ.: Στη συνέχεια ιδρύσατε ταξιδιωτικό γραφείο και γυρίσατε σχεδόν όλον τον κόσμο. Ποιες εμπειρίες αποκτήσατε;

Χ.Ν.: Είχα ανέκαθεν το μικρόβιο του ταξιδιώτη. Δεν ξέρω αν η επιλογή μου να γίνω αεροπόρος εμπεριέχει σπέρματα αυτής της τάσης ή συμβαίνει το αντίθετο. Όπως και να έχει, η ουσία, για μένα, είναι ότι επιζητώ το ταξίδι. Το βλέπω σαν μια πύλη που μόλις την περάσω ανοίγεται μπροστά μου ένα νέο πεδίο, μια ευκαιρία για μια εμπειρία πολυδιάστατη και όχι απλά μια βόλτα για να δω πίνακες και κτήρια. Σε κάθε διαδρομή προσπαθώ να εκτίθεμαι σε νέα ερεθίσματα στα οποία να συμμετέχω με όλες μου τις αισθήσεις αλλιώς η εμπειρία μοιάζει λειψή, ακρωτηριασμένη. Θέλω οι γεύσεις της τοπικής κουζίνας, οι μυρωδιές των δρόμων και της φύσης, ο ήχος από τις μουσικές και την λαλιά των ντόπιων, να αποτελούν μέρος ενός ενιαίου γνωστικού γεγονότος και όχι ανεξάρτητα τμήματα. Και μετά γίνομαι λίγο κλέφτης. Επιστρέφοντας από ένα μέρος γυρνώ πάντα αλλαγμένος. Φέρνω πίσω όχι απλά μια σειρά από φωτογραφίες αλλά και όσα έμαθα, όσα αισθάνθηκα, όσα υιοθέτησα ή απέρριψα σε συμπεριφορές και τρόπους. Μην ξεχνάμε ότι οι αναμνήσεις είναι μια μορφή ατομικού πλούτου που δεν μπορεί να μας τον στερήσει κανείς και όσο κι αν τον μοιραζόμαστε με άλλους ποτέ δεν λιγοστεύει. 

Μ.Γ.: Τελικά, αποφασίσατε ν΄ ασχοληθείτε με τη συγγραφή βιβλίων. Ποιο ήταν το έναυσμα ώστε ν΄ ασχοληθείτε με τη συγγραφή;

Χ.Ν.: Ο χρόνος. Αφού παρέδωσα το ταξιδιωτικό γραφείο στην επόμενη γενιά απόκτησα την πολυτέλεια του περισσευούμενου χρόνου που κάπως έπρεπε να διαθέσω. Έτσι, όλες οι ιδέες, που στριφογυρνούσαν για καιρό άτακτα στο κεφάλι μου, άρχισαν να υλοποιούνται και να παίρνουν μορφή. Βέβαια η αρχή είχε γίνει σε προγενέστερο χρόνο όταν στο ένθετο μιας εφημερίδας μου δόθηκε η ευκαιρία να παρουσιάζω τους τόπους που επισκέφτηκα με την μορφή μικρών ιστοριών, παρεκκλίνοντας από την τυποποιημένη ορολογία και μέθοδο των ταξιδιωτικών οδηγών.

Σίγουρα, πάντως, τίποτε από όλα αυτά δεν θα είχε γίνει αν δεν υπήρχε ο θεμέλιος λίθος που είναι το διάβασμα. Διάβαζα και εξακολουθώ να διαβάζω πολύ. Οτιδήποτε. Από Τσιφόρο μέχρι Καστοριάδη, από Χ. Μέλβιλ σε Φίλιπ Κ. Ντικ και από Θερβάντες έως Νόαμ Τσόμσκι. Ακόμη και ένα κακό ανάγνωσμα κάτι θα σου μάθει, αν μη τι άλλο, τι να αποφύγεις. Το θεωρώ πολύ σημαντικό να έρχεται κανείς σε επαφή με τις δημιουργίες των άλλων και, ειλικρινά, απορώ με το θάρρος ορισμένων να επαίρονται ότι δεν έχουν διαβάσει σχεδόν τίποτε στην ζωή τους και ταυτόχρονα να ζητούν από τον κόσμο να διαβάσει τα δικά τους(;) γραπτά. 

Μ.Γ.: «Η τυχερή μέρα του Γκούντερ Νόιμαν» είναι ο τίτλος του πρώτου μυθιστορήματός σας. Με τι έρχεται σε επαφή ο αναγνώστης;

Χ.Ν.: Με μια περιπέτεια που θα μπορούσε να έχει συμβεί. Πιστεύω ότι μια καλή ιστορία δεν είναι κατ’ ανάγκην αληθινή πρέπει, όμως, να είναι τουλάχιστον αληθοφανής. Για τον λόγο αυτό προσπάθησα να αποφύγω συμπεριφορές στα πρότυπα της χολιγουντιανής κουλτούρας. Δεν ξεχώρισα τις φιγούρες σε «κακούς» που θέλουν για κάποιο ανεξήγητο λόγο να καταστρέψουν την ανθρωπότητα και «καλούς» που θα την σώσουν την τελευταία στιγμή, με το κορμί τους γεμάτο σφαίρες, αλλά πάντα ιάσιμο, αρκεί να τους κρατά το χέρι η καλλονή την οποία αγαπούν.  Προσπάθησα, οι ήρωες μου, άσχετα από το αν είναι καλοί ή κακοί – άλλωστε ποιος είναι απόλυτα καλός ή κακός;- να είναι όσο γίνεται πραγματικοί. Όπως όλοι μας, ζουν και κινούνται με τους περιορισμούς που έχει η κοινωνία μας, ενδιαφέρονται να εξασφαλίσουν για τον εαυτό τους μια άνετη και πλούσια ζωή με τον ελάχιστο δυνατό κόπο και φυσικά μπαίνουν στον πειρασμό όταν παρουσιαστεί. Ενεργώντας άλλοτε νόμιμα, άλλοτε παράνομα και τις περισσότερες φορές κινούμενοι στις γκρίζες ζώνες των ηθών και των νόμων μας, υπηρετούν το πιο αρχέγονο και ισχυρό ένστικτο, αυτό της επιβίωσης. Μέσα τους θα βρείτε κομμάτια από τον καθένα μας. 

Μ.Γ.: Τι άνθρωπος είναι ο Γκούντερ Νόιμαν;

Χ.Ν.: Ο Γκούντερ Νόιμαν είστε εσείς, εγώ, ο οποιοσδήποτε. Δεν έχει διδακτορικούς τίτλους από τα δεκαέξι, δεν είναι πανέμορφος, δεν μιλάει είκοσι έξι γλώσσες και δεν έχει σπάσει κανένα ολυμπιακό ρεκόρ, τουλάχιστον όχι αυτό το Σαββατοκύριακο. Όταν τον χτυπάνε πονάει, άμα πιεί πολύ μεθάει, δεν ξέρει τα πάντα και εμπιστεύεται σχετικά εύκολα τους ανθρώπους πράγμα που τον κάνει ευάλωτο στην εκμετάλλευση και την κακία. Είναι απλά ένας άνθρωπος που βρίσκεται αντιμέτωπος με περιστάσεις που τον ξεπερνούν και για αυτό τα δεινά συσσωρεύονται πάνω του. 

Μ.Γ.: Του έχετε δώσει δικά σας χαρακτηριστικά;

Χ.Ν.: Όχι. Αλλά ορισμένα στοιχεία του χαρακτήρα του βασίζονται σε έναν οδηγό που γνώρισα στην Ναμίμπια και το όνομα το «δανείστηκα» από έναν καλό φίλο που ζει στην Κρήτη, στο Ηράκλειο. 

Μ.Γ.: Σε ποιους τόπους και χρόνους ταξιδεύετε τον αναγνώστη μέσα από τις σελίδες του βιβλίου;

Χ.Ν.: Χρονικά η υπόθεση έχει δυο ενότητες. Η πρώτη εκτυλίσσεται το 2012, την χρονιά που ο αραβικός κόσμος βρισκόταν σε αναταραχή και αυταρχικά καθεστώτα δεκαετιών κατέρρεαν. Σε αυτή την περίοδο βρίσκουμε τις απαρχές της ιστορίας μας μέσα από τις ενέργειες που κάνει η οικογένεια Καντάφι για να διασωθεί από τον εξεγερμένο πληθυσμό και ταυτόχρονα να εξασφαλίσει ότι θα συνεχίσει να απολαμβάνει τον υλικό πλούτο που συγκέντρωσε. Στην δεύτερη, χρονικά, ενότητα παρακολουθούμε, σε παρόντα χρόνο την τυχαία ανεύρεση ενός μέρους των θησαυρών που φυγάδευσε ο Καντάφι από τον Γκούντερ Νόιμαν, έναν συνηθισμένο άνθρωπο, χωρίς ιδιαίτερες ικανότητες ή γνώσεις. Το εύρημα αυτό θα ενεργοποιήσει διάφορους επίδοξους διεκδικητές που ακολουθούν ανεξάρτητες αλλά συγκλίνουσες τροχιές και χρησιμοποιούν τα όποια μέσα διαθέτουν για να το υφαρπάξουν. Από εκεί και πέρα έχουμε μια σταδιακή αποκάλυψη της ανθρώπινης φύσης με όλη την απληστία, την υποκρισία και την σκληρότητα που την διακρίνει. Όσοι γνωρίζουν για τα πλούτη που απέκτησε ο Γκούντερ θεωρούν δικαίωμα τους να τα ιδιοποιηθούν, άλλοτε με πονηριά και τεχνάσματα και άλλοτε με την χρήση ωμής βίας. Αυτό  οδηγεί σε μια καταδίωξη που ξεκινά από το Τσαντ, την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία περνά από το Βέλγιο, το Λονδίνο και το Παρίσι συνεχίζεται στα χωριά της Βαυαρίας, που είναι και  πατρίδα του ήρωα, για να καταλήξει στις ελβετικές όχθες της λίμνης Κωνσταντίας. 

Μ.Γ.: Σκληροτράχηλοι, μισθοφόροι, αντάρτες και δόλιοι έμποροι διαμαντιών, άνθρωποι του υποκόσμου, Λίβυοι πρώην αξιωματικοί, φανατικοί τζιχαντιστές συνυπάρχουν στην ιστορία που αφηγείστε. Βασίζεται σε πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα;

Χ.Ν.: Πέρα από τα δρώντα πρόσωπα, που είναι προϊόντα της φαντασίας μου, όλα τα υπόλοιπα στοιχεία του βιβλίου είναι πραγματικά. Πρακτικά προσάρμοσα μία φανταστική πλοκή επάνω στον καμβά του πραγματικού κόσμου. Μπορείτε να βρείτε όλα τα μέρη και τις διαδρομές που αναφέρω απλά ανοίγοντας ένα γεωγραφικό χάρτη ή να επαληθεύσετε τα διάφορα περιστατικά ανατρέχοντας στην σχετική αρθρογραφία. Το ίδιο ισχύει και για γεωπολιτικές καταστάσεις, τα τεχνικά στοιχεία, τις ιδιότητες και την χρήση των σπανίων γαιών και πολύτιμων λίθων, ακόμη και ο ρόλος διάφορων οργανώσεων ή τα τοπικά ήθη και έθιμα είναι απολύτως πραγματικά. 

Μ.Γ.: Πως προήλθε η έμπνευση για τη συγγραφή του βιβλίου σας;

Χ.Ν.: Από μια συζήτηση με την σύντροφο μου με την οποία μοιραζόμαστε πολλά κοινά, μεταξύ αυτών την αγάπη για τα ταξίδια και το διάβασμα. Εξετάζαμε το γεγονός ότι τα περισσότερα έργα που αναφέρονται στον αιφνίδιο πλουτισμό από κρυμμένους θησαυρούς εξαντλούνται στην περιπέτεια της αναζήτησης και της εύρεσης. Ενώ έχουμε μια συνειδητή πορεία για τη ανακάλυψη του κρυμμένου πλούτου, όπου τα κεντρικά πρόσωπα καλούνται σε κατορθώματα, λύσιμο περίτεχνων γρίφων και δοκιμασίες αντοχής μέχρι την τελευταία πράξη, μετά  την ολοκλήρωση της προσπάθειας, η κλασσική αφήγηση ολοκληρώνεται, αφήνοντας να αιωρείται η υπόνοια του «έζησαν αυτοί καλά…». Αυτό μου έδωσε την ιδέα να πάω ένα βήμα παραπέρα και να εξερευνήσω μια εκδοχή του τι γίνεται μετά. Ωραία, ο θησαυρός βρέθηκε αλλά «έζησαν αυτοί καλά»; Τα ερωτήματα ξεπρόβαλλαν από μόνα τους. Πόσο αλλάζει η ζωή του ήρωα μετά την απόκτηση όλης αυτής της υλικής αφθονίας; Πως τον βλέπουν οι άλλοι; Υπάρχει κάποια σταθερή αξία στην οποία μπορεί να στηριχτεί; Μπορεί να εμπιστευτεί τον συνάνθρωπο του ή θα πρέπει να τον αντιμετωπίσει με καχυποψία; 

Μ.Γ.: Κατά πόσο οι ταξιδιωτικές εμπειρίες σας βοήθησαν στην περιγραφή των τόπων; 

Χ.Ν.: Σίγουρα η αφήγηση μου θα ήταν πιο φτωχή ή θα στερούνταν ρεαλισμού αν δεν είχα δει τα όσα περιγράφω. Το αναγνωστικό κοινό σήμερα είναι πιο ενημερωμένο και πολύ πιο απαιτητικό από ότι μια γενιά πριν. Έχει περισσότερα εργαλεία στη διάθεση του και μπορεί εύκολα να διασταυρώσει την ακρίβεια των όσων διαβάζει. Χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή και ενδελεχής έρευνα σε αυτά που γράφει κανείς για να μην εκτεθεί. Έχει τύχει να διαβάσω περιγραφές που περιήλθαν στον συγγραφέα από δεύτερο χέρι, είτε έγιναν με παντελή άγνοια του αντικειμένου και στην καλύτερη περίπτωση να γελάσω.

Από την άλλη πρέπει να πούμε ότι ο κοσμοπολιτισμός είναι ένα δέλεαρ για να αφυπνιστεί η όρεξη του αναγνώστη, ένα στολίδι στην αφήγηση που θα του εξάψει την φαντασία. Ένα σενάριο σαν αυτό που εκτυλίσσεται στο βιβλίο μου θα μπορούσε να εξελιχθεί και στον περιορισμένο μικρόκοσμο μιας στατικής κοινωνίας. Για να σας δώσω ένα παράδειγμα, ακόμη κι αν δεν είχα φύγει ποτέ από την ιδιαίτερη πατρίδα μου, η πλοκή θα μπορούσε να αναπτυχθεί στο Διδυμότειχο που γνωρίζω. Αρκεί να αντικαταστήσουμε τα πλούτη του Καντάφι με τον θησαυρό κάποιου από τους εξόριστους βυζαντινούς αυτοκράτορες, ή ενός ρωμαίου πατρικίου. Κι αν αυτοί δεν μας ικανοποιούσαν τότε θα μπορούσε να είναι ένας Οθωμανός που έκρυψε την λεία από τις λεηλασίες τόσων και τόσων πόλεων ή ένας αντάρτης του εμφυλίου που νέμεται τις περίφημες χρυσές λίρες που φαίνεται ότι έπεφταν με τους τόνους στην διάρκεια του πολέμου. Όσο για τους «κακούς» της υπόθεσης, αυτοί είναι εύκολο να βρεθούν, υπάρχουν παντού, ακόμη και στο μακρινό και μικρό Διδυμότειχο. 

Μ.Γ.: «…μέχρις ότου η άστατη θεά Τύχη αποφασίσει σε ποιον πραγματικά θα χαμογελάσει» αναφέρεται στο οπισθόφυλλο. Είναι θέμα τύχης ή επιλογών;

Χ.Ν.: Οι αρχαίοι Ρωμαίοι ονόμαζα την θεά Τύχη, Φορτούνα, κάτι που, σε κυριολεκτική μετάφραση, αποδίδεται ως Ισχυρή, και την απεικόνιζαν να κρατά το «κυβερνείο» (το πηδάλιο του σκάφους) και την σφαίρα, το σώμα που με την μικρότερη προσπάθεια αλλάζει θέση, θέλοντας να δείξουν το ευμετάβλητο των πραγμάτων. Ως ανθρώπινα όντα αντιστεκόμαστε στην ιδέα ότι το τυχαίο ρυθμίζει την ζωή μας γι’ αυτό και προβλέπουμε, σχεδιάζουμε, οργανώνουμε, περιχαρακωνόμαστε, θέλοντας να κρατήσουμε υπό έλεγχο τις εξελίξεις. Το εγώ μας επιθυμεί να υπερισχύει των οποιονδήποτε αντιξοοτήτων, θέλει να είμαστε το νηκτόν (αυτό που κολυμπά με την θέληση του) και όχι το πλαγκτόν (αυτό που μεταφέρουν τα ρεύματα) και ως ένα σημείο, βραχυπρόθεσμα και με περιορισμένο ορίζοντα, μπορούμε να το επιτύχουμε (προσέξτε ότι ακόμη και η λέξη επιτυχία σημαίνει νίκη ενάντια στην τύχη).

Είναι όμως τόσο σύνθετο το περιβάλλον μας και τόσες πολλές οι μεταβλητές που αδυνατούμε να τις ελέγξουμε όλες. Μοιραία το τυχαίο παρεισφρέει και άδηλα επιβάλλεται. Το παράξενο δε, είναι, ότι ενώ κάνουμε τα πάντα για να εξαλείψουμε το «τυχαίο» από την ζωή μας, ταυτόχρονα, επιθυμούμε διακαώς να είμαστε οι «τυχεροί», οι ευνοημένοι.

Μ.Γ.: Τι είναι αυτό που θέλετε να εισπράξει ο αναγνώστης με την ανάγνωση του συγκεκριμένου βιβλίου;

Χ.Ν.: Ελπίζω ότι ο τρόπος που είναι γραμμένο θα κρατήσει τον αναγνώστη σε ένταση και αγωνία μέχρι την τελευταία σελίδα. Οι ανατροπές είναι αρκετές και το τέλος δεν είναι έκδηλο. Δεν πρεσβεύω την δημιουργία ενός νέου «Δον Κιχώτη» ή «Μόμπυ Ντικ», έκανα όμως μια έντιμη προσπάθεια να χαρίσω αρκετές ώρες δραπέτευσης από την καθημερινότητα, σε όποιον το διαβάσει, και στους πιο προσεκτικούς να δώσω μερικά θέματα για μετέπειτα προβληματισμό και σκέψη.

Μ.Γ.: Με ποια συναισθήματα βιώσατε τη συγγραφική συμπόρευση με τους ήρωές σας;

Χ.Ν.: Να σας πω την αλήθεια δεν περίμενα ότι η δημιουργία χαρακτήρων θα είναι τόσο φθοροποιός διαδικασία. Το κάθε ένα από τα πρόσωπα που παρουσιάζονται έπρεπε να δομηθεί με ένα σύνολο χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων και στην συνέχεια κάθε φορά που εμφανίζεται επί σκηνής, ως δημιουργός, πρέπει να ενδύεσαι αυτά τα χαρακτηριστικά για να αποδόσεις με φυσικότητα τον κάθε ρόλο. Από ένα σημείο και μετά σκέφτεσαι τα δημιουργήματα σου σαν πραγματικά όντα και συμπάσχεις μαζί τους. Το κάθε ένα αρθρώνει δικό του λόγο επιθυμώντας, ίσως και απαιτώντας μερικές φορές, περισσότερο χρόνο και επιρροή στα δρώμενα. Δεν συζητάω για τις αμέτρητες διαγραμμένες λέξεις μέχρι να φτάσει κανείς στο καταληκτικό κείμενο. Νομίζω ότι τελικά η συγγραφή αποδεικνύεται περισσότερο ως εργασία του σβησίματος παρά ως τέχνη της γραφής.

Μ.Γ.: Σας ευχαριστώ πολύ για τη συνέντευξη και σας εύχομαι καλοτάξιδο το βιβλίο σας.

Χ.Ν.: Εγώ σας ευχαριστώ για την ευκαιρία που μου δώσατε να εκφραστώ και να επικοινωνήσω με το κοινό σας.

*Το μυθιστόρημα «Η τυχερή μέρα του Γκούντερ Νόιμαν» του Χρήστου Ντεκίδη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος. 

Μαίρη Γκαζιάνη

Γεννήθηκε στα Ιωάννινα.  Μεγάλωσε στην Αθήνα όπου ζει μέχρι σήμερα και εργάσθηκε ως τραπεζοϋπάλληλος. Στο παρελθόν ασχολήθηκε ερασιτεχνικά με την φωτογραφία ενώ τώρα ζωγραφίζει και παράλληλα γράφει. Έχει πραγματοποιήσει ατομικές εκθέσεις και έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές.

Τον Μάιο του 2012 κυκλοφόρησε την πρώτη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Σου γράφω…», τον Σεπτέμβρη 2013 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο «Ένα φεγγάρι λιγότερο» από τις εκδόσεις Ελληνική Πρωτοβουλία και τον Ιούνιο του 2014 κυκλοφόρησε το βιβλίο της «Τα πλήκτρα της σιωπής»  από τις εκδόσεις ΄Οστρια. Επίσης, το παραμύθι της «Το ψαράκι του βυθού» συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Παραμύθια και Μαμάδες» εκδόσεις Βερέττα 2015.  Τον Ιούνιο 2017 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της «Άλικα βήματα» από την Εμπειρία Εκδοτική. Τον Νοέμβριο του  2019 κυκλοφόρησε το νέο της μυθιστόρημα «Ζάχαρη άχνη» από τις εκδόσεις Ωκεανός.

Την περίοδο 2011-2012 υπήρξε ραδιοφωνική παραγωγός στο magicradiolive. Από τον Νοέμβρη 2014 συνεργάζεται με το now24.gr και έχει πραγματοποιήσει πάνω από εξακόσιες συνεντεύξεις, καθώς και σχολιασμούς βιβλίων και θεατρικών παραστάσεων. Το 2016 συμμετείχε στην τηλεοπτική εκπομπή «Καλώς τους» του ΑιγαίοTV πραγματοποιώντας συνεντεύξεις σε ανθρώπους των τεχνών. Διετέλεσε Διευθύντρια Σύνταξης του on line Πολιτιστικού Περιοδικού Books and Style από Ιούλιο 2017 έως Μάρτιο 2018 οπότε αποχώρησε οικειοθελώς.

Μεγάλες της αγάπες είναι το θέατρο και ο χορός με τα οποία έχει ασχοληθεί ερασιτεχνικά.

Related posts