Subscribe Now

Trending News

Τα cookies επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την εμπειρία σας στo now24.gr.
Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies, σύμφωνα με τις οδηγίες μας.
20 Σεπ 2021
Πολιτισμός

Χριστίνα Καλλιγιάννη: Η οποιαδήποτε δημιουργία βοηθά τον άνθρωπο να έρθει σε επαφή πρώτα με τον εαυτό του

Συνέντευξη στη Μαίρη Γκαζιάνη 

Η Χριστίνα Καλλιγιάννη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1971. Σπούδασε νομικά και φωτογραφία αλλά από το 2002 αφοσιώθηκε στη φωτογραφία. Το βιβλίο «Στιγμές παράλληλες» είναι το πρώτο της μυθιστόρημα και προέκυψε από την ιδέα για ένα μακροπρόθεσμο φωτογραφικό έργο το οποίο, για τεχνικούς λόγους, δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί στην κανονική ζωή κι έτσι το «πραγματοποίησε» σε μια φανταστική ιστορία. 

ΜΑΙΡΗ ΓΚΑΖΙΑΝΗ: Σπουδάσατε νομικά και φωτογραφία αλλά αυτό που τελικά σας κέρδισε είναι η φωτογραφία. Τι ήταν αυτό που σας έκανε να αφοσιωθείτε σ΄ αυτήν;

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΛΛΙΓΙΑΝΝΗ: Κατά τη δεκαετία του ’80 που ήμουν έφηβη και πολύ αφοσιωμένη στην τότε καλλιτεχνική σκηνή, τον κύριο λόγο στην ενημέρωση τον είχαν τα περιοδικά. Αρχικά λίγα και με τον καιρό όλο και περισσότερα. Μου άρεσε πολύ να βλέπω τους αγαπημένους καλλιτέχνες, ηθοποιούς και τραγουδιστές, σε διαφορετικές στιγμές και πόζες και ιδιαίτερα στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες τους που ήταν τόσο διαφορετικές. Αυτό σε συνδυασμό με την μεγάλη τύχη που είχα από την οικογένειά μου να έχω ταξιδέψει πολύ και αρκετά νωρίς μου δημιούργησε έντονη επιθυμία αποτύπωσης στιγμών, τόπων και προσώπων, όχι για να μην τα ξεχάσω αλλά για να τα βλέπω ξανά και ξανά μέσα από τα δικά μου μάτια, όπως τα είδα εκείνη τη στιγμή. 

Μ.Γ.: Και ξαφνικά προέκυψε και η συγγραφή. Ποιο ήταν το έναυσμα;

Χ.Κ.: Το γράψιμο πάντα ήταν μέρος της δουλειάς μου με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Ως δικηγόρος έπρεπε να εξασκηθώ στον σωστό  και δομημένο λόγο, με αρχή μέση τέλος και κυρίως συνοχή. Όταν ξεκίνησα να κάνω ταξιδιωτικό ρεπορτάζ το κείμενο αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της ταξιδιωτικής εμπειρίας και οι εκδόσεις με τις οποίες συνεργαζόμουν εκτιμούσαν πολύ τους φωτογράφους που μπορούσαν να συνοδεύσουν τη δουλειά τους και με κείμενο. Η αφήγηση κάποιου που έχει ζήσει αυτά που έχει φωτογραφίσει είναι πολύ πιο «ζωντανή» και βαθειά από την απλή παράθεση πληροφοριών που έχουν αλιευθεί από το διαδίκτυο. Οπότε το γράψιμο δεν μου ήταν ξένο, κάθε άλλο. 

Μ.Γ.: Ποια είναι τα κοινά σημεία μεταξύ φωτογραφίας και συγγραφής;

Χ.Κ.: Η προσωπική έκφραση, όσο κι αν αυτό ακούγεται κοινότυπο. Και με τα δύο μέσα ο άνθρωπος στην πραγματικότητα αφήνει την ψυχή του να μιλήσει, με εικόνα ή λέξεις. 

Μ.Γ.: Πρόσφατα κυκλοφόρησε το πρώτο μυθιστόρημά σας με τίτλο «Στιγμές παράλληλες».  Τι αφορούν αυτές οι στιγμές;

Χ.Κ.: Είναι στιγμές που προκύπτουν είτε αναπάντεχα, μόνες τους και ξεχωριστές ή υπάρχουν μέσα στη ροή άλλων γεγονότων και καταστάσεων, μεγαλύτερων από αυτές, αλλά σε δεύτερο χρόνο αποκαλύπτεται πόσο σημαντικά ήταν όσα συνέβησαν ειδικά σε αυτές.

 Μ.Γ.: Η κεντρική ηρωίδα σας είναι φωτογράφος. Της έχετε δανείσει δικά σας χαρακτηριστικά;

Χ.Κ.: Αναμφίβολα. Νομίζω ότι όταν η συγγραφή δεν είναι η επίσημη δουλειά κάποιου, όταν δεν έχει κάνει καν σπουδές σχετικές με τη συγγραφή ενός ολοκληρωμένου λογοτεχνικού έργου, είναι πιο φρόνιμο να ξεκινάει από πράγματα που γνωρίζει. Επομένως μοιραία η περιγραφή του κεντρικού προσώπου έχει στοιχεία που αφορούν είτε σε πραγματικές εμπειρίες ή σε επιθυμίες που σχετίζονται άμεσα με τη δουλειά που κάνω εδώ και πολλά χρόνια. 

Μ.Γ.: Το φωτογραφικό πρότζεκτ της Μπερναντέτ αφορά το δικό σας φωτογραφικό πρότζεκτ το οποίο, όπως αναφέρετε, δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί;

Χ.Κ.: Το φωτογραφικό πρότζεκτ της Μπερναντέτ να πούμε ότι δεν είναι καμία γενναία νέα ιδέα. Όπως αναφέρει και η ίδια κάποια στιγμή αυτή η καθημερινή καταγραφή της ίδιας σκηνής έχει ήδη γίνει από παλαιότερους καλλιτέχνες,  ειδικά την εποχή της κυριαρχίας της πόλαροϊντ μηχανής. Η συγκεκριμένη ιδέα για να υλοποιηθεί απαιτεί σπίτι με θέα θάλασσα. Εγώ δεν το έχω κάνει αλλά είμαι σίγουρη ότι όλοι οι κάτοικοι του Αττικού νότου ή οποιουδήποτε σημείου έχει ενδιαφέρουσα για αυτούς θέα έχουν πεδίον δόξης λαμπρό για ένα τέτοιο έργο. 

Μ.Γ.: «Χρόνος σκοτεινός, Χρόνος φωτεινός» ονομάζει το φωτογραφικό έργο της η ηρωίδα σας. Τι συμβολίζει για την ίδια το σκοτάδι και το φως;

Χ.Κ.: Συμβολίζει αυτό που και η ίδια ανακαλύπτει για τον εαυτό της. Υπάρχουν πτυχές της προσωπικότητάς μας που δεν είναι ούτε φανερές αλλά ούτε και εύπεπτες για τους γύρω μας. Άλλοι τις ανακαλύπτουν νωρίτερα στη ζωή και άλλοι αργότερα, άλλοι τις αποδέχονται και άλλοι επιχειρούν – ανεπιτυχώς αν μπορώ να πω τη γνώμη μου – να τις καταπνίξουν. Όμως η προσωπικότητα και τελικά και η γοητεία του ανθρώπου στηρίζεται στις πιο δύσκολες εκφάνσεις του χαρακτήρα του. Σε διαφορετική περίπτωση θα ήμαστε όλοι όμοιοι, χαρούμενοι, γελαστοί και ευδαίμονες. 

Μ.Γ.: «Όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος» είναι μια φράση που χλευάζει η ίδια. Τελικά μπλέκεται  στα δίχτυα της ώρας και όσα αυτή φέρνει;

Χ.Κ.: Πιστεύω ότι αυτό συμβαίνει σε όλους κάποια στιγμή. Έχει πάλι να κάνει με τις στιγμές, άλλες φανερά σημαντικές και άλλες που αποδεικνύονται καθοριστικές σε επόμενο χρόνο. Σαν το ντόμινο: το κάθε τουβλάκι που πέφτει, πέφτει εξαιτίας του προηγούμενού του, αλλά όλα πέφτουν επειδή έπεσε το πρώτο που δεν «ξέρουν» καν που βρίσκεται! 

Μ.Γ.: «Ποιος είναι ο σκοτεινός εαυτός μας;» ρωτάτε σε κάποιο σημείο του βιβλίου. Πιστεύετε πως σε κάθε άνθρωπο υπάρχει ένα σκοτεινό κομμάτι που τον κάνει ν΄ αποφασίσει να πάει κόντρα σε όλα τα πιστεύω του;

Χ.Κ.: Ότι υπάρχει είμαι σίγουρη όπως είπαμε και πριν. Το κατά πόσο ο καθένας θα βρεθεί αντιμέτωπος με αυτό το κομμάτι του και σε ποιο βαθμό θα το αφήσει να τον κυριεύσει είναι προφανώς κάτι πολύ προσωπικό και ίσως και συγκυριακό. Όμως από την άλλη πλευρά μόνο έτσι μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι ξέρει τον εαυτό του. 

Μ.Γ.: «Δεν δημιουργούμε για να μας θαυμάσουν. Ούτε για να αρέσουμε. Ούτε για να μάθουν το όνομά μας» γράφετε. Ποια ανάγκη οδηγεί έναν καλλιτέχνη στη δημιουργία κρίνοντας από την ηρωίδα σας και από εσάς την ίδια;

Χ.Κ.: Να βάλεις το κουβάρι των σκέψεων και των συναισθημάτων σου σε μια σειρά που να βγάζει νόημα και για εσένα τον ίδιο/την ίδια. Η οποιαδήποτε δημιουργία, ζωγραφική, φωτογραφία, συγγραφή, ποίηση, μουσική, γκράφιτι κ.ο.κ. βοηθούν τον άνθρωπο να έρθει σε επαφή – και καμιά φορά και σε ειρήνη – πρώτα με τον εαυτό του. Άλλοτε μπορεί να είναι μια συγκεκριμένη ιδέα που ζητάει να ενσωματωθεί σε κάτι απτό και άλλοτε είναι ένας γενικότερος προβληματισμός ή άποψη για τους ανθρώπους και τα πράγματα. Η προσωπική μου άποψη είναι ότι το έργο, όποιο έργο, πρέπει πρώτα και κύρια να αρέσει στον δημιουργό του. Να τον ευχαριστεί, να τον ξεκουράζει και να τον κάνει ευτυχισμένο. Αν αρέσει σε αυτόν, αυτός θα βρει τον τρόπο να δείξει και στους τρίτους την αξία του. Αν δεν μας αρέσει αυτό που δημιουργούμε πώς θα αρέσει σε οποιονδήποτε άλλο; 

Μ.Γ.: Ποια σχέση έχει με τον ψυχισμό της Μπερναντέτ η μονοτονία του απέραντου λευκού που κυριαρχεί στο διαμέρισμά της;

Χ.Κ.: Αυτό είναι μια άριστη ερώτηση για έναν ψυχολόγο και θα με ενδιέφερε και εμένα η απάντηση! Δεν είμαι καθόλου λάτρης του λευκού στη διακόσμηση αλλά η περιγραφή του ολόλευκου διαμερίσματος προέκυψε αβίαστα και σχεδόν διασκεδαστικά. Ίσως τη συγκεκριμένη τη βοηθάει σαν δημιουργό να μην έχει αποσπάσεις από άλλα στοιχεία. Όλα λευκά ώστε τα μάτια της να αφοσιώνονται στο καθεαυτό φωτογραφικό της έργο που δεν είναι λευκό.

Από την άλλη όταν αποφασίζει κανείς να γράψει μια ιστορία, ακόμη και αν είναι κατά το δυνατόν ρεαλιστική, πάντα έχει ανάγκη από κάτι το ασυνήθιστο. Όχι για να ιντριγκάρει τον αναγνώστη, αλλά για να ιντριγκάρει τον εαυτό του με το πλάσιμο ενός σκηνικού έξω από την ασφαλή του ζώνη.

Ξεκινάς με ένα διαμέρισμα στο οποίο ποτέ δεν θα ζούσες και μπορεί αργότερα να καταλήξεις στο πλάσιμο μιας ευρύτερης ουτοπίας ή δυστοπίας! 

Μ.Γ.: Ποια είναι τα σημεία των σχέσεων των ηρώων σας που σας συγκίνησαν περισσότερο κατά τη συγγραφή του βιβλίου;

Χ.Κ.: Αναμφίβολα η συζήτηση «πινγκ-πόνγκ» και οι αποκαλύψεις μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών. Αναφέρω ασφαλώς και την πηγή της έμπνευσης για αυτήν (τον διάλογο Χάνιμπαλ και Κλαρίς στην ταινία «Η Σιωπή των Αμνών» και το περιβόητο Quid pro Quo) αλλά αποτελεί για εμένα κομβικό σημείο όχι μόνο στην ιστορία αλλά και στη μεταξύ τους σχέση.

Καθοριστικοί χαρακτήρες ήταν και ο Αντώνης και η Μαργαρίτα. Περιφερειακοί, βοηθητικοί χαρακτήρες αλλά με επιδραστική παρουσία στη ζωή των πρωταγωνιστών. 

Μ.Γ.: «Να υπάρχει πάντα αλήθεια μέσα στις ψεύτικες ιστορίες σου» είναι λόγια της Μπερναντέτ, δηλαδή δικά σας.  Πόση αλήθεια υπάρχει στη μυθοπλασία των «παράλληλων στιγμών»;

Χ.Κ.: Δεν πρόκειται για αυτοβιογραφικό πόνημα, αν αυτό εννοείτε. Όχι, πέραν του φωτογραφικού κομματιού και ίσως κάποιων συναισθημάτων που εκφράζονται δεν υπάρχει κάτι σε αυτή την ιστορία που ανάγεται σε προσωπικά βιώματα. Η φράση αυτή όπως λέγεται φαινόταν να ταιριάζει πολύ με την σκηνή και να εξυπηρετεί πολύ και την εξέλιξη της ιστορίας. Ήταν κάτι σαν «κόλπο» ώστε να υπάρχει η ευχέρεια η εξέλιξη της ιστορίας να πάει προς διαφορετικές κατευθύνσεις χωρίς άγχος για το αν θα είναι ασυνεπής με όσα έχουν ήδη διαμειφθεί μεταξύ των συγκεκριμένων ωρών. 

Μ.Γ.: Με ποια συναισθήματα βιώσατε τη συγγραφική πορεία του βιβλίου και ποια καταστάλαξαν μέσα σας γράφοντας τη λέξη τέλος;

Χ.Κ.: Αρχικά με έκπληξη πρέπει να ομολογήσω. Δεν είχα γράψει ποτέ κάτι τόσο μεγάλο, ούτε καν μικρό. Εννοώ ότι δεν συνήθιζα να γράφω ιστορίες που απλώς έμεναν καταχωνιασμένες σε συρτάρια ή σε αρχεία υπολογιστών. Οπότε το ότι σιγά σιγά προέκυψε αυτή η ιστορία και η εξέλιξή της ώστε να γίνει μυθιστόρημα, σχεδόν εξέπληξε και εμένα την ίδια. Όμως και κατά τη συγγραφή και σίγουρα στην ολοκλήρωσή της «μπήκα» μέσα σε αυτήν, όχι σαν ήρωας, αλλά σαν παρατηρητής. Σαν τον χορό στην τραγωδία που βλέπει, γνωρίζει, αφηγείται και προβλέπει. 

Μ.Γ.: Πριν κλείσουμε αυτή τη συνέντευξη, θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για τα μελλοντικά φωτογραφικά σχέδιά σας;

Χ.Κ.: Υπάρχουν δύο μεγάλα πρότζεκτ που είναι καιρό σε εξέλιξη αλλά η πανδημία μοιραία καθυστέρησε την πρόοδό τους. Δεν αφορούν σε τοπία αλλά σε πορτρέτα και αυτός ήταν και ο λόγος της καθυστέρησης. Το ένα έχει άμεση σχέση  με την αγάπη μου για τα τατουάζ (κι ας έχω μόνο ένα) και το άλλο είναι κάτι που σχετίζεται περισσότερο με τη φαντασία. Ελπίζω ότι σύντομα θα έχουν προχωρήσει αρκετά και τα δύο. 

Μ.Γ.: Σας ευχαριστώ πολύ, σας εύχομαι καλοτάξιδο το βιβλίο.

Χ.Κ.: Εγώ ευχαριστώ για την συζήτηση!

*Οι φωτογραφίες της Χριστίνας Καλλιγιάνη είναι από τον φωτογράφο  Βαγγέλη Τάτση

 **Το μυθιστόρημα «Στιγμές παράλληλες» της Χριστίνας Καλλιγιάννη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Χάρτινη Πόλη. 

Μαίρη Γκαζιάνη

Γεννήθηκε στα Ιωάννινα.  Μεγάλωσε στην Αθήνα όπου ζει μέχρι σήμερα και εργάσθηκε ως τραπεζοϋπάλληλος. Στο παρελθόν ασχολήθηκε ερασιτεχνικά με την φωτογραφία, τη ζωγραφική και τα τελευταία δέκα χρόνια με τη συγγραφή. Έχει πραγματοποιήσει ατομικές εκθέσεις και έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές.

Την περίοδο 2011-2012 υπήρξε ραδιοφωνική παραγωγός στο magicradiolive. Από τον Νοέμβρη 2014 συνεργάζεται με το now24.gr και έχει πραγματοποιήσει πάνω από εξακόσιες συνεντεύξεις, καθώς και σχολιασμούς βιβλίων και θεατρικών παραστάσεων. Το 2016 συμμετείχε στην τηλεοπτική εκπομπή «Καλώς τους» του ΑιγαίοTV πραγματοποιώντας συνεντεύξεις σε ανθρώπους των τεχνών. Διετέλεσε Διευθύντρια Σύνταξης του on line Πολιτιστικού Περιοδικού Books and Style από Ιούλιο 2017 έως Μάρτιο 2018 οπότε αποχώρησε οικειοθελώς.

Μεγάλες της αγάπες είναι το θέατρο και ο χορός με τα οποία έχει ασχοληθεί ερασιτεχνικά κι έχει συμμετάσχει σε θεατρικές και χορευτικές παραστάσεις.

Τον Μάιο του 2012 κυκλοφόρησε την πρώτη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Σου γράφω…», τον Σεπτέμβρη 2013 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο «Ένα φεγγάρι λιγότερο» από τις εκδόσεις Ελληνική Πρωτοβουλία και τον Ιούνιο του 2014 κυκλοφόρησε το βιβλίο της «Τα πλήκτρα της σιωπής»  από τις εκδόσεις ΄Οστρια. Επίσης, το παραμύθι της «Το ψαράκι του βυθού» συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Παραμύθια και Μαμάδες» εκδόσεις Βερέττα 2015.  Τον Ιούνιο 2017 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της «Άλικα βήματα» από την Εμπειρία Εκδοτική. Τον Νοέμβριο του  2019 κυκλοφόρησε το νέο της μυθιστόρημα «Ζάχαρη άχνη» από τις εκδόσεις Ωκεανός. Τον Ιούνιο 2021 κυκλοφόρησε  το νέο της μυθιστόρημα με τίτλο Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ από τις εκδόσεις Ωκεανός.

Related posts