Subscribe Now

Trending News

Τα cookies επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την εμπειρία σας στo now24.gr.
Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies, σύμφωνα με τις οδηγίες μας.
30 Ιαν 2023
Πολιτισμός

Χαρακτηρολογική προσέγγιση των ηρωίδων του βιβλίου ΖΑΧΑΡΗ ΑΧΝΗ της Μαίρης Γκαζιάνη  

Γράφει η Ειρήνη-Βαρβάρα Λαγουβάρδου (Ψυχολόγος-Συγγραφέας)

«Άναψε τη φλόγα στο καντηλάκι κι έκανε το σταυρό της μ’ ευλάβεια.  «Σε ευχαριστώ Θεέ μου και για τη σημερινή ημέρα», ψέλλισε με δέος.

Ύστερα, αποτραβήχτηκε στη γωνιά της, πήρε στα χέρια της το άλμπουμ φωτογραφιών κι άρχισε να το ξεφυλλίζει…»

«Ζάχαρη Άχνη», εύθρυπτη, όπως η σχέση του ανθρώπου με το Θεό, με τον Εαυτό του, με τους άλλους Ανθρώπους.

«Ζάχαρη Άχνη», ένας ευσύνοπτος τίτλος σε μια μακρά πορεία ζωής τριών γενεών· τριών γυναικών, οι οποίες επέδρασαν καταλυτικά η μία στη ζωή της άλλης, υπενθυμίζοντάς μας τίνι τρόπω οι χαρακτήρες των προγόνων μπορούν να γίνουν η κληρονομική προδιάθεση των απογόνων.

 «Ζάχαρη Άχνη» τιτλοφορείται  το νέο μυθιστόρημα της συγγραφέως Μαίρης Γκαζιάνη· μια αληθινή ιστορία για την απώλεια, ως αναπόσπαστο στοιχείο στο διηνεκές του βίου· συνάμα, μια ολοκάθαρη καταγραφή της αμφιθυμικής και παρεμβατικής δομής της ελληνικής οικογένειας· της οικογένειας με τους ισχυρούς συναισθηματικούς και συνεκτικούς δεσμούς, οι οποίοι, ενίοτε, γίνονται αόρατα και αλύγιστα δεσμά καθυπόταξης και τελμάτωσης των μελών της.

Αρετή, Αύρα, Ελπίδα· Γιαγιά, Κόρη, Εγγονή· τρεις γυναίκες ξεδιπλώνουν τις προσωπικές, βιωματικές ιστορίες τους, αυτόνομα και, ταυτοχρόνως, βαθειά αλληλεπιδραστικά.

Πρώτη στη σειρά η Αρετή, η γιαγιά, η Μάνα όλων· η πολύτεκνη μάνα και  η γυναίκα-σύντροφος, η οποία χάνει το συνοδοιπόρο της, το σύζυγο και πατέρα των παιδιών της, και μετά την ξαφνική και πρόωρη απώλειά του, αρχίζει να κυνηγά εμμονικά το ανέφικτο· τον πλήρη έλεγχο της μοίρας.   Στην προσπάθειά της να αποδειχθεί επαρκής μάνα -να προστατεύσει και να προστατευθεί από το αναπόδραστο της ειμαρμένης- λησμονά να δώσει χρόνο στον εαυτό της, για να θρηνήσει· αντ’ αυτού, γίνεται η αυστηρή τιμωρός με τον άτεγκτο, υπέρμετρα αγχώδη, περιφρονητικό, αποδυναμωτικό και, εν τέλει, διαταραγμένο τρόπο μητρικής ανταπόκρισης στις ψυχοσυναισθηματικές ανάγκες των παιδιών της -αλλά και στις ατομικές ανάγκες της- για σταδιακή απεμπλοκή από το πένθος, ανακούφιση, ασφάλεια, ανεξαρτητοποίηση, αγάπη.

Η ίδια λέει:

(…) όταν εκείνος έφυγε ξαφνικά και απρόσμενα για το μεγάλο ταξίδι, έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου.  Η απόγνωση είχε γίνει σύμμαχος του θανάτου, ενώ οι ευθύνες λύγιζαν τις αντοχές μου.  Ο χρόνος πίεζε τις αποφάσεις μου, δίχως να μου δίνει το δικαίωμα να θρηνήσω. (…)

Η Αρετή μαθαίνει στα παιδιά της ότι το μοναδικό σημείο αναφοράς, το μοναδικό σύστημα, το οποίο επιβάλλεται να εμπιστεύονται, είναι η μητρική οικογένεια· η οποία, ταυτοχρόνως, θα τα κακομεταχειρίζεται.

Στις πιο εξομολογητικές ώρες της λέει:

«Ο φόβος για όσα δεν μπορούσα ν’ αντιμετωπίσω με έβαζε στη διαδικασία να τα ελέγχω, έτσι, έλεγχα τις ζωές σας.»

Δεύτερη στη σειρά του γενεαλογικού δέντρου έρχεται η Αύρα, η κόρη της Αρετής· το παιδί το οποίο, ήδη από την τρυφερή ηλικία των τεσσάρων ετών, μαθαίνει ότι, καθ’ όλη τη ζωή του, θα κουβαλά μια ασθένεια, η οποία θα ταλαιπωρεί το σώμα και την ψυχή του· το κορίτσι, στο πρόσωπο του οποίου ολόκληρη η οικογένεια θα προβάλλει τα δυσλειτουργικά χαρακτηριστικά της· η κόρη η οποία  θα γίνει ο αποδιοπομπαίος τράγος, προκειμένου ολόκληρη η οικογένεια να διατηρήσει την επίπλαστη -και, γι’ αυτό, εύθραυστη- ισορροπία της· να  μη χρειαστεί να μπουν -όλοι μαζί και καθένας χωριστά- στην κοπιαστική αλλά και λυτρωτική διαδικασία της αναγνώρισης και διαχείρισης των αρνητικών γνωρισμάτων, των αποκηρυγμένων στοιχείων και των αναπόφευκτων λαθών τους.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η μικρή Αύρα μεγαλώνει πρόωρα, σωματοποιώντας ανέκφραστα συναισθήματα και μαθαίνοντας να κατασπαταλά τον εαυτό της στους άλλους· κυρίως, επιδιώκοντας να γίνει η ίδια η στοργική και ακούραστη μάνα όλων και, συνακόλουθα, η ανεπαρκής μάνα του δικού της παιδιού, της δικής της κόρης.

Η Αύρα -έχοντας βιώσει από νωρίς τη μητρική απόρριψη και έχοντας χάσει τη σταθερή πατρική φιγούρα- κουβαλά στην καρδιά της το σκληρό συναίσθημα του διαρκούς διωγμού· χαρακτηριστικά, ξεσπά:

«Με ξεχάσατε! Με στείλατε μακριά και μ’ απαρνηθήκατε! Απαλλαχθήκατε από το βάσανο της αρρώστιας που εσείς ριζώσατε μέσα μου (…) Μου αναθέσατε έναν ρόλο πέρα από τις δυνατότητές μου…»

Και παρακάτω λέει:

«Παιδιά που γέννησα, παιδιά εξ αίματος, παιδιά που μεγάλωσα, παιδιά που ανάθρεψα, παιδιά που αγάπησα.  Παιδιά του έρωτα, παιδιά της σύμπτωσης, παιδιά της απροσεξίας, παιδιά στο «κενό»… Είναι όλα τους παιδιά μου!»

Τρίτη στη σειρά έρχεται η Ελπίδα, στο πρόσωπο  της οποίας η μάνα Αύρα και η γιαγιά Αρετή θα καθρεφτιστούν· θα δουν όλες τις ελλείψεις, τα κενά και τις εσφαλμένες επιλογές τους και έντρομες θα φορτώσουν τους εύπλαστους παιδικούς ώμους με τα δικά τους ασήκωτα ψυχικά βάρη.

Η μικρή Ελπίδα, αναφερόμενη στη γιαγιά της, διερωτάται:

«Γιαγιά, δεν περίσσεψε λίγη στοργή για μένα;  Λίγη τρυφερότητα;  Ένας μικρός έπαινος; (…) Έκανα σκέψεις προσπαθώντας να τη δικαιολογήσω, γιατί είχα ανάγκη την αποδοχή της.  Ήταν ο μοναδικός άνθρωπος της καθημερινότητάς μου (…) Ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που είχα και όσο κι αν με καταπίεζε, την αγαπούσα.»

Στη συνέχεια, αποκρινόμενη στη μητέρα της, λέει:

«Κυρία μου, η μαμά μου έχει πεθάνει.  Δεν γνωρίζω ποια είστε.»

Άρνηση και συναισθηματικός ενταφιασμός της απούσας μητέρας, δικαιολόγηση της γιαγιάς τιμωρού,  συνακόλουθη στροφή εναντίον του εαυτού και αυτοεπίκριση για τα λάθη των ενηλίκων· άμυνες του παιδικού μυαλού, το οποίο δε δύναται να διαχειριστεί την ανικανότητα εκείνων οι οποίοι έχουν αναλάβει τη φροντίδα του και οι οποίοι επενεργούν με κακοποιητικό τρόπο στην ψυχοσυναισθηματική διάπλασή του.

Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η Ελπίδα, η οποία υπήρξε ένα αβοήθητο παιδί, στην ενήλικη ζωή της επέλεξε έναν επαγγελματικό δρόμο, μέσα από τον οποίον οι ρόλοι αντιστράφηκαν· πλέον, θα ήταν εκείνη η οποία θα βοηθούσε άλλους ανθρώπους μέσα από τη δουλειά της.

Ενδεχομένως, η παιδική μνήμη φύλαξε σε μια μυστική γωνιά εκείνες τις τρυφερές, ακριβές στιγμές των πρώτων παιδικών χρόνων, στην αγκαλιά της μητέρας· τότε που στο μαγνητόφωνο ακούγονταν οι στίχοι του Γκάτσου:

«Πέφτει βροχή/Στο πρόσωπό μου πέφτει/Πέφτει βροχή/σ’ ανατολή και δύση/κι ο ήλιος έχει δύσει/Έβγα στο σκοτάδι και περπάτα/κι  ας μη θέλουν οι θεοί/Έχεις ήλιο τα ζεστά σου νιάτα/Έχεις ήλιο τη ζωή»

Τότε, που η μικρή Ελπίδα ρωτούσε τη μητέρα της:

«Μαμά, τι θα πει σκλάβοι;»· και στο σκοτεινιασμένο, υγρό μητρικό βλέμμα αποκρινόταν αυθόρμητα: «Μαμά, τώρα είναι νύχτα, γι’ αυτό, έχει σβήσει ο ήλιος, όμως, αύριο το πρωί θα δεις που πάλι θα λάμπει».

 

Related posts