Subscribe Now

Trending News

Τα cookies επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την εμπειρία σας στo now24.gr.
Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies, σύμφωνα με τις οδηγίες μας.
26 Φεβ 2024
Πολιτισμός

«Το χνάρι που δεν έσβησε» : Το νέο βιβλίο, της συγγραφέα ,Νοέλ Μπάξερ

 
 
 
Από τη Μαίρη Γκαζιάνη
 
Ένα πληθωρικό πολυπρόσωπο μυθιστόρημα, γραμμένο µε ψυχή και µε την ιδιαίτερη χαρακτηριστική γραφή της Νοέλ Μπάξερ που, για µία ακόμη φορά, µπλέκοντας έξοχα τη μυθιστορία µε την ελληνική ιστορία, ανιχνεύει τις μύχιες πτυχές της ανθρώπινης φύσης (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου). 
ΕΡ. Κυρία Μπάξερ διαθέτετε ελληνική και βρετανική καταγωγή, ποια στοιχεία πιστεύετε ότι επικρατούν στο χαρακτήρα σας, τα ελληνικά ή τα βρετανικά;
ΑΠ. Τα ελληνικά, και μάλιστα σε συντριπτικό βαθμό. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Ελλάδα, από ελληνίδα μητέρα. Η ανατροφή μου, η παιδεία μου, οι παιδικές εικόνες μου, οι φίλοι μου, όλα είναι ελληνικά …εκτός από ένα κομματάκι, μέσα μου βαθιά, που είναι και θα παραμείνει πάντα εγγλέζικο, ριζωμένο εκεί απ’ τον πατέρα μου. Η αγγλική ρίζα μου.
Η κουλτούρα μου έχει ένα χρώμα, μα στην μία της άκρη ένα άλλο. Το θεωρώ κέρδος κι όχι σφάλμα. Είμαι ευχαριστημένη που είμαι έτσι, …μία αλλά κάπως διπλή.
Η διπλή μου καταγωγή μού επιτρέπει όταν θέλω να πατάω σε ένα βραχάκι στην μέση, και με τα χέρια διπλωμένα να παρακολουθώ από απόσταση μια κατάσταση και να την καταγράφω. Δεν το κάνω αυτό αμέτοχη, με κλινικό κι άψυχο τρόπο, γιατί ο ελληνικός μου εαυτός κραυγάζει να πηδήξω απ’ το βραχάκι και να χωθώ μέσα στην πάλη! Εκεί είναι η ιδιομορφία: πως είμαι και ταυτόχρονα δεν είμαι. Έχω πετύχει θέλω να πιστεύω μια δύσκολη ισορροπία, να βαδίζω πάνω σε μια κλωστή. Σε μια παλλόμενη χορδή. Η αμεροληψία της ξένης με την υποκειμενικότητα της ντόπιας. Μπορεί και να μην έχω βρει τίποτα βέβαια, να νομίζω πως το βρήκα και να λέω μπούρδες! Αλλά κι αυτό δεν είναι πολύ ελληνικό, να διηγούμαστε κατορθώματα για τον εαυτό μας;
ΕΡ. Ζήσατε τα παιδικά σας χρόνια στην Καβάλα. Τι αντιπροσωπεύει για σας αυτή η όμορφη παραθαλάσσια πόλη;
ΑΠ. Το καλύτερο παιδικό βιβλίο του κόσμου! Ένα συναρπαστικά πλούσιο μυθιστόρημα με ωραίους ήρωες, με περιπέτειες, με θαύματα… Με χίλια δυο! Το διάβαζα είκοσι πέντε χρόνια και δεν το χόρτασα! Με έκανε και γέλασα και έκλαψα, μου χάρισε γνώση και ταυτόχρονα με διασκέδασε τρελά. Εάν δεν ήταν η Καβάλα, το λέω με το χέρι στην καρδιά, δεν θα ήμουν αυτή που είμαι σήμερα. Είναι η αρχή μου. Από την αγκαλιά της μέσα ξεκίνησα. Της το αναγνωρίζω με ευγνωμοσύνη. Όποτε πηγαίνω συγκινούμαι βαθιά. Μια γεύση από την χαρά της επιστροφής του Οδυσσέα!
ΕΡ. Πότε ανακαλύψατε τις συγγραφικές ανησυχίες σας;
ΑΠ. Δεν ξεκίνησε ως ανησυχία. Αυτό είναι σίγουρο. Ήρθε πολύ φυσικά και εξωτερικευόταν διασκεδαστικά. Με ικανοποιούσε, με γέμιζε χαρά, περνούσα όμορφα. Πρώτα ανακάλυψα την συγγραφική ικανοποίηση λοιπόν, και πολύ αργότερα την συγγραφική ανησυχία. Την τελευταία την ένιωσα πια στα 1990. Εργαζόμουν στην Διαφήμιση τότε και δεν είχα χρόνο να γράψω. Ένιωθα πίεση, ένα βάρος στο στήθος. Υπήρχαν μέσα μου συσσωρευμένες ιστορίες και στριμωγμένοι ήρωες, ο ένας πάνω στον άλλον, βαρέθηκαν μέσα μου και χτυπούσαν την καρδιά μου για να βγουν έξω. Έβλεπα στην ηλικία εκείνη που βρισκόμουν πως ο χρόνος περνούσε πιο γοργά από ό,τι τον υπολόγιζα μετρώντας μέρες και με έπιασε τρόμος πως δεν θα προλάβω να γράψω πριν τελειώσω από όλα τα άλλα. Τα παράτησα και ξεκίνησα να γράφω.
ΕΡ. Έχετε γράψει, ως τώρα, αρκετά βιβλία. Έχετε επηρεαστεί από έλληνες ή βρετανούς συγγραφείς;
ΑΠ. Κατ’ εμέ δεν είναι οι μεν ή οι δε. Η λογοτεχνία είναι ενιαία. Με τα ίδια μάτια την διαβάζω. Σε σύγκριση με την ξένη λογοτεχνία, η ελληνική ομολογουμένως μου φαίνεται περισσότερο οικεία, και ως χώροι και ως καταστάσεις και ως συμπεριφορές των ηρώων. …Έχουν το δικό μας χρώμα ηλιοβασιλέματος, αναγνωρίζω αμέσως πράγματα, και για αυτό, επειδή δεν εμποδίζεται η ροή, μου φαίνεται πιο ευκολοδιάβαστη. Δεν έχω άγνωστα και ξένα.
Το ζήτημα της επιρροής και των αλληλοεπιδράσεων είναι διαφορετική κουβέντα. Το αντιμετωπίζω σφαιρικά. Ως οι αλληλοεπιδράσεις στην τέχνη. Πολλές από αυτές είναι τυχόν αλληλοεπιδράσεις στην τέχνη. Δεν φυτρώνουν μόνο σε μια χώρα πορτοκαλιές.
ΕΡ. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο σας «Το χνάρι που δεν έσβησε». Πότε σβήνουν τα χνάρια και πότε όχι;
ΑΠ. Τα χνάρια είναι το αντίθετο από τα αστέρια στον ουρανό, που τα βλέπουμε και κάποια τώρα δεν υπάρχουν. Τα χνάρια δεν τα βλέπουμε κι όμως υπάρχουν. Όταν ένα χνάρι αναγνωρίζεται και ξυπνάει, συμφιλιώνεται το παρελθόν με το παρόν. Κάποιες φορές δίνουν τα χέρια και το άδικο με το δίκιο.
Υπάρχουν χνάρια και χναριάκια. Δεν ξέρω να σας πω πότε σβήνουν. Και εάν σβήνουν. Θα συνεχίσουν στο βάθος να σιγοκαίνε παρά τις προσπάθειές μας. Να τα σβήσουμε δεν είναι αποτέλεσμα απόφασης, καθώς αφορούν την ψυχή κι όχι τη λογική. Ένα χνάρι δεν μπορεί να κρυφτεί από την ψυχή. Θα ζήσει εκεί σιγοκαίοντας, σιγοβράζοντας και σιγομουρμουρώντας για όσο ζει ο άνθρωπος που φέρει την χαρακιά στην ψυχή του, για όσο ζούνε αυτοί στους οποίους την έχει μεταδώσει, και για όσο υπάρχουν άνθρωποι που τους αφορά. Πρέπει θαρρώ κάπως να σε αγγίζει. Να υπάρχει μια συνδετική ίνα, ένα ευανάγνωστο ερέθισμα, κάτι. Ένας ξένος δεν μπορεί να ασχοληθεί με το χνάρι σου.
ΕΡ. Τι αντιπροσωπεύει το «λευκό κουνέλι» που αναφέρετε στην αρχή της ιστορίας σας;
ΑΠ. Το κουνέλι, επίτηδες λευκό, εμφανίζεται ως μια σουρεαλιστική παρουσία στο μυθιστόρημα αλλά δεν είναι και τόσο, με την έννοια πως εκπροσωπεί μια ρεαλιστική αιτία. Αποδοσμένη όμως στην γλώσσα του μαγικού ρεαλισμού. Όπως το βότσαλο στο «Από δρυ παλιά κι από πέτρα», η πλεξούδα στο «Τη νύχτα που γύρισε ο χρόνος» και το φίδι στο «Ακολουθώντας την γραμμή της θάλασσας», χρησιμοποιώ και εδώ μονολεκτικά αντικείμενα που με την επανάληψη τα προάγω σε σύμβολα. Με αυτόν τον τρόπο με μια απλή αναφορά αυτής της λέξης ο αναγνώστης «διαβάζει» και την μακριά ουρά της από γεγονότα και συναισθήματα. Χωρίς να χρειάζεται να επαναλαμβάνω τα ειπωμένα.
Το κουνέλι είναι μια τέτοια «ντυμένη» λέξη. Η Υπατία σε όλη της τη ζωή προσπαθεί να ξεφύγει από κάποιο κουνέλι που ουδέποτε είδε, σε βαθμό που καταστρέφει τη ζωή της. Αν αυτό δεν είναι τραγικό και παράδοξο τότε τι είναι! Τα κουνελάκια για το σύνολο του πληθυσμού, παγκοσμίως, είναι χαριτωμένα και αθώα. Τα λευκά μάλιστα έχουν το χρώμα της αγνότητας, είναι επομένως, συνειρμικά, και αγνά. Είναι δυνατόν ένα τέτοιο κουνέλι να στοιχειώσει τη ζωή μιας γυναίκας; Στις συνθήκες του βιβλίου ναι.
ΕΡ. Η Υπατία κουβαλάει από παιδί μια βαλίτσα με εικόνες της Παναγίας και μ΄ αυτές «στολίζει» το εκάστοτε δωμάτιό της. Τι σήμαιναν για την ίδια αυτές οι εικόνες;
ΑΠ. Πολύ σωστά βάλατε εισαγωγικά στη λέξη «στολίζει». Η Υπατία δεν είχε μαζί της τις Παναγίες για αυτόν τον λόγο, τον συνηθισμένο δικό μας. Κατ’ αυτήν η μορφή της Παναγίας ήταν η μορφή της Ιδανικής Μητέρας. Ήθελε απελπισμένα μια μητέρα δίπλα της, εκείνην που έχασε όταν γεννιόταν. Η Παναγία είχε θέση στη ζωή της και ρόλο. Της απούσας μητέρας. Η χαμένη φυσική μητέρα, μέσω της αγιογραφίας της Παναγίας, ήταν παρούσα. Μια ψευδής παρουσία που έκλεινε σαν τάπα την ανοικτή πληγή της κοπέλας. Γι’ αυτό, ξεκινάει να μαζεύει εικόνες της Παναγίας με εμμονή. Σε όλες τις γνωστές αποδόσεις της. Βρεφοκρατούσα, Γλυκοφιλούσα… Μια λυπημένη μητέρα με βρέφος ήθελε η Υπατία. Την συγκεκριμένη λυπημένη δική της. Όταν λοιπόν «στόλιζε» τον χώρο της με τις εικόνες της, και όταν κουβαλούσε μια γεμάτη και βαριά βαλίτσα φίσκα με εικόνες, ένιωθε καλά. Ίσως μόνο τότε.
ΕΡ. Η Υπατία αγαπήθηκε πολύ από την Ευθαλία, όμως δέχθηκε την απόρριψη από την γέννησή της.  Κατά πόσο είχε επηρεάσει τη ζωή της η αγάπη και κατά πόσο η απόρριψη;
ΑΠ. Η αγάπη της Ευθαλίας δεν ήταν καθαρή αγάπη. Ήταν αποτέλεσμα μιας απόρριψης, της απόρριψης από τη μεριά του πατέρα. Αλλιώς δεν θα την είχε κόρη. Άρα πάντα η απόρριψη ήταν εκεί! Ανακατεμένη με την αγάπη.
Πρόσθετα, η Ευθαλία για να προστατεύσει την Υπατία δεν έπαψε να της θυμίζει τον πατέρα-απειλή. Κι εκεί ξανά η απόρριψη. Και τρίτον, η κοσμοκαλόγρια Ευθαλία γοητευμένη από την θεόσταλτη αποστολή της κι αναζητώντας επιβράβευση, δεν επέτρεπε στο γεγονός να ξεχαστεί. Έτσι, χωρίς να το θέλει, καλλιεργούσε το οδυνηρό παρελθόν της απόρριψης, δεν το άφηνε να πάει στο καλό. Με αυτόν τον τρόπο μάθαινε συνέχεια την Υπατία στην απόρριψη. Την μεγάλωσε με αυτήν.
Η καημένη η ηρωίδα μου, η Υπατία, δεν γνώρισε στα παιδικά της χρόνια τη ζεστασιά που μόνο η πεντακάθαρη, η αστραφτερά καθαρή αγάπη προσφέρει στον άνθρωπο. Τι είχε να δώσει μετά; Από το βρώμικο καζάνι αντλούσε την αγάπη που έδινε στην μετέπειτα οικογένειά της. Με εξαίρεση την Λεώνη του βιβλίου. Αλλά αυτό δεν ήταν αγάπη. Ήταν η προβολή του εαυτού της. Και έρωτας. Γι’ αυτό το λόγο ήταν καθαρό κι ολοστρόγγυλο συναίσθημα, δεν είχε προλάβει να της λερωθεί.
ΕΡ. «Θα ερχόταν και για μένα μια τολμηρή στιγμή στο μέλλον που θα συνειδητοποιούσα πως πέρασε από δίπλα μου ο δικός μου χρόνος ξώφαλτσα, συνεχίζοντας χωρίς εμένα» γράφετε σ΄ ένα σημείο του βιβλίου. Γιατί συμβαίνει αυτό στους ανθρώπους;
ΑΠ. Γιατί όταν συνειδητοποιούμε πως αρχίζουμε να γερνάμε, έχουμε ήδη περπατήσει πολλά μέτρα μέσα στη χώρα των γηρατειών! Ιδιαίτερα τα άτομα, όπως η Υπατία, που με πείσμα θέλουν να είναι αυτοί που ορίζουν την ζωή των γύρω τους κι ανακατεύονται με όλα. Πιστεύουν πως παραμένουν το ίδιο νέοι κάνοντας τα ίδια πράγματα. Τα ίδια και τα ίδια σε τυφλή επανάληψη. Κάποια στιγμή, μοιραία στιγμή, θα σηκώσουν το κεφάλι τους και με απορία θα αντιληφθούν ότι πέρασαν τα χρόνια! Θα τους φαίνεται ανεξήγητο για κλάσματα δευτερολέπτου ή κάπου για τόσο λόγο. Δεν χρειάζεται πολύ για να καταλάβουν ότι αυτός ο σίφουνας που μόλις πέρασε κι άφησε την σκόνη του να προκαλεί δάκρυα στα μάτια τους, ήταν η σφριγηλή νεανική ζωή. Να μην πω, χειρότερα, το καλύτερο μέρος της ζωή τους!
ΕΡ. Τρεις γενιές, όπου ένας άντρας πρόσφερε σε μια γυναίκα το κεφάλι του «επί πινάκι». Γιατί πιστεύετε ότι συνέβαινε αυτό, ήταν κατάρα, μοίρα ή αδυναμία; 
ΑΠ. Στο «Το χνάρι που δεν έσβησε» έγινε από έρωτα. Ο πολύς ο έρωτας μάς κάνει αδύναμους; Ασφαλώς ναι, αφού γινόμαστε τυφλοί. Στην περίπτωση του Σπάρτακου όμως λειτούργησε πιο σύνθετα. Ήταν η ισορροπία του σύμπαντος, η τιμωρία των θεών, όπως θέλετε πείτε το. Γιατί ο νέος αυτός ήταν μαθηματική διάνοια. Έφτασε το μυαλό του στο άκρο. Έπρεπε να ταπεινωθεί. Ήταν τούτη η τιμωρία του λοιπόν. Να χάσει το κεφάλι του που περιείχε το μυαλό του. Η καρδιά του έμεινε. Για να πονάει.
Η καρδιά νίκησε το μυαλό. Του πήρε χρόνια και μια Δικτατορία για να το καταλάβει, πως το όπλο βρίσκεται κρυμμένο στο μυαλό. Το δικό του το είχε παραδώσει.
ΕΡ. Ο Άγης, από μια τυχαία ανακάλυψη, αποφασίζει ν΄ ακολουθήσει το χνάρι, όμως στο τέλος «παγιδεύεται» κι ο ίδιος στα «πέπλα». Έγινε συνειδητά ή ασυνείδητα;
ΑΠ. Τον Άγη, πράγματι, πήγαν να τον παγιδεύσουν στα επτά πέπλα της Σαλώμης. Ο Άγης λειτούργησε συνειδητότατα. Δεν είχε βρει το μήνυμα του πατέρα του προς αυτόν, που του το είχαν αποκρύψει, αλλά το είχε μαντέψει. Κι αν δεν μπορούσε να το πει με λόγια, μπορούσε να το κάνει με πράξη. Η πορεία της αναζήτησης του πατέρα του κατέληξε στο τετραγωνάκι της κάθαρσης.
ΕΡ. Πόσο «Σπάρτακος» υπήρξε στη πορεία της ζωής του ο Μίμης;
ΑΠ. Πολύ. Επέζησε στο Κολοσσαίο της πολίχνης του. Βγήκε νικητής σε πολλές μονομαχίες. Με θηρία-ανθρώπους και με μονομάχους που για όπλα κρατούσαν γεμάτα πορτοφόλια και εξουσία. Δραπέτευσε με γενναίο τρόπο για να βρει την τύχη του. Και θα την έβρισκε αναμφίβολα, την είχε βρει ήδη μέσω της αναγνώρισης της μαθηματικής διάνοιάς του και των εξασφαλισμένων πολύ καλών μεταπτυχιακών σπουδών που είχε στο τσεπάκι του, αν, ΑΝ στο τέλος δεν είχε νικηθεί από εχθρό άοπλο!
ΕΡ. Στο βιβλίο, φαίνεται όλοι (σχεδόν) οι ήρωες να ξεκινούν από θύματα και να μετατρέπονται σε θύτες. Πιστεύετε ότι καθένας επιζητούσε ν΄ αφήσει το δικό του χνάρι, έστω και με λάθος τρόπο;
ΑΠ. Συχνά ένα θύμα γίνεται θύτης. Η μετάβαση από το ένα στο άλλο έχει ενδιαφέρον κι αυτήν επιχείρησα να καταδείξω. Στην ζωή γυρεύουμε ενόχους και καλά κάνουμε. Το ερώτημα είναι, και σας το θέτω, εάν πιο ένοχος είναι αυτός με το οπλισμένο χέρι ή εκείνος που του το όπλισε. Θεωρητικά, θύτης από αγάπη δεν θα έπρεπε να είναι συμβατό, όμως η Υπατία γίνεται θύτης αφού έζησε προηγουμένως ως θύμα. Έγινε αυτή που είναι από αγάπη και υποχωρητικότητα.
Πιστεύω πως οι θύτες μου δεν πολυσκοτιζόντουσαν να αφήσουν χνάρια αλλά θετική υστεροφημία. Την δικαιοσύνη όπως την εννοούσε αναζητούσε ο καθένας τους. Ένα χνάρι καμωμένο από πλαστελίνη, τόσο ευάλωτο σε κάποιο δυνατό χέρι.
ΕΡ. Η Λεώνη έχει μια στάση παθητική, ζει στον δικό της κόσμο. Που οφείλεται η σχεδόν αυτιστική συμπεριφορά της;
ΑΠ. Η Λεώνη μου είναι υπέργεια και υπόγεια φιγούρα. Καθόλου γήινη. Δεν πατάει στο έδαφος, δεν τρίζει η ξύλινη σκάλα όταν την ανεβαίνει. «Πιάνει» στον αέρα το μέλλον και ξεφουρνίζει τα μελλούμενα. Στο άλλο άκρο, του βαθιού παρελθόντος, είναι δεμένη με τους δερβίσηδες. Και με την Σαλώμη. Έχει μια πολύ ιδιάζουσα σχέση με τους τρεις χρόνους, λοιπόν. Εμφανίζεται αδιάφορη για τα κοινά εγκόσμια κι έχει μόνιμα μια στάση απάθειας, γιατί είναι άπιαστη από την καθημερινότητα. Διαφανής. Περνάει ανάμεσα από τον χρόνο αυτή η γυναίκα. Επιπλέον, λόγω της δεδομένης σχέσης της με τον χρόνο, δεν εξελίσσεται. Ο χαρακτήρας αυτός στο μυθιστόρημα μένει στάσιμος. Όπως ξεκινάει έτσι τελειώνει.
Ζει η Λεώνη σε έναν διαφορετικό κόσμο, σε κάποιο αδιανόητο για μας παράλληλο σύμπαν. Είναι μια γυναίκα που έφτασε στο μυθιστόρημα από τον μαγικό ρεαλισμό και την λατρεύω! Πρώτη εγώ την λάτρεψα και μετά η Υπατία και οι άλλοι!
ΕΡ. Τι αντιπροσωπεύει το μεγάλο δέντρο στην αυλή που μόνο ο Άγης κατάφερε «να τα βάλει μαζί του»;
ΑΠ. Το δέντρο από μόνο του είναι ένα ενδιαφέρον σύμβολο. Σας θυμίζω «το δέντρο της ζωής». Στο «Το χνάρι που δεν έσβησε» το μεγάλο δέντρο είναι ένα όμορφο εικαστικό στοιχείο. Κάθε αναγνώστης έχει στο μυαλό του ένα μεγάλο και ωραίο καταπράσινο δέντρο να ανακαλέσει. Οπότε όλοι μιλάμε την ίδια γλώσσα, αφού φέρνουμε κοινή εικόνα. Στο μυθιστόρημα το ήθελα πελώριο, να παλεύει με τους αέρηδες και να υποκλίνεται στη δύναμη της φύσης. Να πηγαίνουν και να έρχονται τα κλαδιά του όπως τα λόγια των ανθρώπων, οι γρήγορες σκέψεις και οι ερινύες.
Το μεγάλο πεύκο στο μυθιστόρημα λειτούργησε, πρόσθετα, σαν κουρτίνα, αποκρύπτοντας τον κόσμο του σπιτιού από τον έξω κόσμο. Από τα περίεργα βλέμματα και την αλήθεια. Τραβώντας την «κουρτίνα», ο Σίλας θέλησε με το πεύκο να κρύψει την θέα της θάλασσας από τα παράθυρα της σάλας, να μην την βλέπει από την πολυθρόνα του. Ήθελε να κάθεται τάχα ήσυχος και δήθεν αμέριμνος, σαν να μην υπάρχει έξω αυτό που υπάρχει έξω: η θάλασσα που τον καταδιώκει. Με μια απελπισμένη πράξη θέλησε να κρατήσει μακριά από αυτόν την παρουσία του φόβου του. Την ενοχλητική κυματιστή υπενθύμιση της θάλασσας.
Χρησιμοποιώ ξανά το πεύκο, στην πολύ μετέπειτα σκηνή του Άγη, για να δώσω προλογικά στον αναγνώστη να καταλάβει πως ο νεαρός τούτος που ανατράφηκε ως μπούλης, άλλαξε, και να το! Άρα να περιμένει από αυτόν μεγάλα πράγματα γιατί είναι ικανός. Ικανός και για χειρότερα.
ΕΡ. Τι θα θέλατε να πείτε ως επίλογο της κουβέντας μας;
ΑΠ. Να θυμίσω πως κάποιοι από αυτούς που διαβάζουν τούτες τις γραμμές έχουν ένα χνάρι που τους αναμένει. Το δικό τους χνάρι που δεν έσβησε.
*** Το βιβλίο «Το χνάρι που δεν έσβησε» της Νοέλ Μπάξερ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ
 

Μαίρη ΓκαζιάνηΓεννήθηκε στα Ιωάννινα.  Μεγάλωσε στην Αθήνα όπου ζει μέχρι σήμερα και εργάσθηκε ως τραπεζοϋπάλληλος. Στο παρελθόν ασχολήθηκε ερασιτεχνικά με την φωτογραφία ενώ τώρα ζωγραφίζει και παράλληλα γράφει. Τον Μάιο του 2012 κυκλοφόρησε την πρώτη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Σου γράφω…», τον Σεπτέμβρη 2013 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο ΕΝΑ ΦΕΓΓΑΡΙ ΛΙΓΟΤΕΡΟ και τον Ιούνιο του 2014 κυκλοφόρησε το βιβλίο της ΤΑ ΠΛΗΚΤΡΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ  από τις εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ. Επίσης, το παραμύθι της «Το ψαράκι του βυθού» συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Παραμύθια και Μαμάδες» εκδόσεις Βερέττα 2015.  Γράφει στίχους για τραγούδια, υπήρξε ραδιοφωνική παραγωγός ενώ μεγάλες της αγάπες είναι το θέατρο και ο χορός με τα οποία ασχολείται ερασιτεχνικά.

 

Related posts