Subscribe Now

Trending News

Τα cookies επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την εμπειρία σας στo now24.gr.
Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies, σύμφωνα με τις οδηγίες μας.
20 Μαΐ 2024
Πολιτισμός

Σοφία Κατάρα-Ξυλογιαννοπούλου: Όταν κάτι γκρεμίζεται χάνεται η ανθρώπινη αυταπάτη

Συνέντευξη στη Μαίρη Γκαζιάνη 

Η Σοφία Κατάρα-Ξυλογιανοπούλου γεννήθηκε στις Αχαρνές. Ευτύχησε να έχει υπέροχους δασκάλους και έτσι δε δυσκολεύτηκε να επιλέξει επάγγελμα! Από νωρίς, το σχολείο και τα βιβλία υπήρξαν ο φυσικός της χώρος. Μετά από σπουδές στην Αρχαιολογία, βρέθηκε να υπηρετεί ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση.

Στη διάρκεια της συγγραφικής της προσπάθειας ευτύχησε να διακριθεί τρεις φορές.

Μία για τη συγγραφή του σεναρίου της ταινίας μικρού μήκους «Λέγε με φίλε», στο Φεστιβάλ Αρχαίας Ολυμπίας, από τον Συνήγορο του Παιδιού, το 2012.

Έπειτα, το 2017 στα πρώτα βραβεία ορθόδοξου χριστιανικού παιδικού και εφηβικού βιβλίου, που διοργάνωσαν η Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς και ο Ραδιοφωνικός Σταθμός «Πειραϊκή Εκκλησία», με το βιβλίο «Ο Άγιος της τελευταίας στιγμής» (Εκδόσεις Έαρ) και κατέλαβε τη δεύτερη θέση βιβλίου στην κατηγορία του ανέκδοτου βιβλίου.

Το 2019 συμμετέχοντας σε διεθνή διαγωνισμό με το βιβλίο «Ταξίδι στην Ανεμούσα» (Εκδόσεις Ελληνοεκδοτική), βραβεύτηκε από τον Πολιτισμικό Οργανισμό La Finestra Eterea. 

ΜΑΙΡΗ ΓΚΑΖΙΑΝΗ: Σοφία γεννήθηκες και μεγάλωσες στις Αχαρνές Αττικής. Τι συμβολίζει για σένα ο τόπος σου;

ΣΟΦΙΑ ΚΑΤΑΡΑ-ΞΥΛΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ: Ό,τι συμβολίζει για τον καθένα ο τόπος που γεννήθηκε, πιστεύω. Οι μνήμες μου, οι ρίζες μου, η ίδια η κοσμοαντίληψή μου διαμορφώθηκαν εδώ, στα συγκεκριμένα τετραγωνικά γης και στα ίδια κυβικά αέρα. Οπουδήποτε κι αν με μεταφυτεύσεις, θεωρώ πως δε θα «πιάσω». Η πόλη μου κυλάει στις φλέβες μου, όσο κλισέ κι αν ακούγεται αυτό…

Μ.Γ.: Έχεις σπουδάσει Αρχαιολογία και εργάζεσαι ως εκπαιδευτικός. Τι σε ώθησε προς τις συγκεκριμένες σπουδές;

Σ.Κ.-Ξ.: Από παιδί με γοήτευε το παρελθόν, η Τέχνη και η σχέση του εκπαιδευτικού με τους μαθητές του. Ο ιδανικότερος δρόμος ήταν αναπόφευκτα οι σπουδές στην Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης και στη συνέχεια η ενασχόληση με τη διδασκαλία των φιλολογικών μαθημάτων. Μεγάλο ρόλο έπαιξαν βέβαια και οι σπουδαίοι δάσκαλοι που είχα τη χαρά να γνωρίσω στην πορεία μου.

Μ.Γ.: Πως είναι η σχέση σου με τους μαθητές σου;

Σ.Κ.-Ξ.: Καλύτερα θα ήταν να απαντούσαν τα ίδια τα παιδιά μου! Απ’ όσο μπορώ να καταλάβω όμως η σχέση μας βασίζεται στην αγάπη όχι μόνο τη δική μου για τα παιδιά ή των παιδιών για μένα, όσο και των δύο πλευρών για την ιερή στιγμή του μαθήματος. Αυτό δεν το διαπραγματεύομαι και το ξέρουν καλά οι μαθητές μου. Τη στιγμή εκείνη, που είμαστε ενώπιος ενωπίω, που για 45 λεπτά τα παιδιά αυτά, όποια κι αν είναι, γίνονται δικά μου παιδιά, συμβαίνει κάτι εξωπραγματικό. Κάτι που συχνά περνούν χρόνια, για να αντιληφθούν – εκείνα κυρίως – πόσο τα έχει διαμορφώσει.

Μ.Γ.: Παράλληλα, ασχολείσαι και με τη συγγραφή βιβλίων. Πως προέκυψε η συγγραφή στη ζωή σου;

Σ.Κ.-Ξ.: Δεν θα χρησιμοποιήσω κανέναν βαρύγδουπο όρο, «ταλέντο» κλπ. Μια ευκολία, ας πούμε, με τη Γλώσσα την είχα από πάντα. Δε θα είχα ασχοληθεί ποτέ όμως με τη συγγραφή – κατηγορηματικά το λέω – αν δεν είχα ανταποκριθεί σε μια πρόκληση –  πρόσκληση του άντρα μου, που είδε σε μένα τη συγγραφέα, πριν καν το αντιληφθώ εγώ. Πάντα πίστευα πως στη σχέση μου με το βιβλίο θα στεκόμουν μονίμως από τη μία όχθη. Μέχρι που διέβην τον δικό μου Ρουβίκωνα…

Μ.Γ.: Έχεις βραβευτεί για κάποια έργα σου. Τι σημαίνουν για σένα αυτές οι βραβεύσεις;

Σ.Κ.-Ξ.: Για μένα η βράβευση του πρώτου μου έργου, του «Αγίου της Τελευταίας Στιγμής» (εκδόσεις Έαρ, 2017), που κατέλαβε τη δεύτερη θέση σε Πανελλήνιο Διαγωνισμό,  αποτελεί ορόσημο, γιατί πολύ απλά μου άνοιξε τις πόρτες και με έβαλε μέσα στον υπέροχο κόσμο του βιβλίου από την πλευρά των εκδόσεων. Το βραβείο αυτό με έκανε να πιστέψω στον εαυτό μου, να συνειδητοποιήσω το όποιο χάρισμά μου και κυρίως την υποχρέωση από πλευράς μου να το καλλιεργήσω, να μην το θάψω… Όσο για τη διάκριση του δεύτερου βιβλίου μου με τίτλο «Ταξίδι στην Ανεμούσα» (εκδόσεις Ελληνοεκδοτική, 2018), τον απόηχό της προσπαθώ ακόμη να τον συλλάβω. Αποτέλεσε τεράστια εμπειρία η Τρίτη θέση σε Διεθνή Διαγωνισμό, η μετάβαση στο Μιλάνο για την απονομή, η γνωριμία με πολλούς και τόσο σημαντικούς ανθρώπους της Τέχνης, δεδομένου ότι ο συγκεκριμένος διαγωνισμός αφορά κι άλλους τομείς εκτός της Λογοτεχνίας. Δεν ξεχνώ όμως ότι το υπέροχο αυτό ταξίδι, στου οποίου την αρχή βρίσκομαι ακόμη, δεν θα είχε ξεκινήσει χωρίς την ενθάρρυνση των δικών μου ανθρώπων. Χωρίς δεύτερη σκέψη λοιπόν, τα βραβεία που προανέφερα, αλλά κι όσα δώσει ο Θεός να έρθουν, τα αφιερώνω σε κείνους!

Μ.Γ.: Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο σου «Χάρτινος Πύργος». Ποιος είναι ο χάρτινος πύργος που δίνει τον τίτλο στο βιβλίο;

Σ.Κ.-Ξ.: Ο «Χάρτινος Πύργος» αποτελεί μια επιτομή όλων των παραδοσιακών σπιτιών, που κάποτε κοσμούσαν την πόλη μας, με τα ασβεστωμένα τους πεζοδρόμια, τις κατάφυτες αυλές τους και τα πλεκτά τους κουρτινάκια στα παράθυρα. Είναι ένα κράμα των πατρικών σπιτιών των γονιών μου, μια μίξη περιγραφών, ιστοριών και βιωμάτων, που ξεκινά από τον Χώρο, επεκτείνεται στον Χρόνο, για να καταλήξει αναπόφευκτα στο κέντρο όλων αυτών: τον Άνθρωπο.

Μ.Γ.: Περιγράφεις τη ζωή μιας οικογένειας για έναν αιώνα περίπου. Πρόκειται για τη ζωή της οικογένειάς σου ή κάποιας άλλης υπαρκτής οικογένειας;

Σ.Κ.-Ξ.: Έχω εντάξει πολλά στοιχεία της οικογένειάς μου, αλλά παράλληλα και άλλων οικογενειών. Οι «παροικούντες την Ιερουσαλήμ» ίσως καταλάβουν αρκετά, παρόλο που έχω – για ευνόητους λόγους- αλλοιώσει ονόματα και άλλα αναγνωρίσιμα στοιχεία. Μ’ αρέσει να λέω ότι η οικογένεια του βιβλίου θα μπορούσε να είναι άνετα η δική μου, όσο και του οποιουδήποτε άλλου ανθρώπου.

Μ.Γ.: Ποιο ήταν το ερέθισμα για τη συγγραφή του βιβλίου;

Σ.Κ.-Ξ.: Το βιβλίο αυτό γεννήθηκε χρόνια πριν σ’ ένα μπαλκόνι, στην Κορώνη Μεσσηνίας, ένα καλοκαιριάτικο βράδυ… Το έναυσμα στάθηκε η περίφημη ερώτηση «κι αν;»… Και αποδείχτηκε ότι το υλικό βρισκόταν ήδη μέσα μου και περίμενε να το ανελκύσω…

Μ.Γ.: Το Μενίδι ήταν και παραμένει ως Αχαρνές ένα χωριό κοντά στην Αθήνα. Ποιες συνθήκες επικρατούσαν τον περασμένο αιώνα σχετικά με τη θέση της γυναίκας στην οικογένεια και στην κοινωνικό περίγυρο;

Σ.Κ.-Ξ.: Η γυναίκα στο Μενίδι, μέχρι και πολύ πρόσφατα, ήταν περιορισμένη και  σε κατώτερη θέση σε σχέση με τον άντρα. Ακόμη θυμάμαι την παραδοσιακή φωτογραφία των νιόπαντρων παππούδων μου, όπου- κόντρα σε κάθε επιταγή του σαβουάρ βιβρ- ο παππούς ήταν καθιστός κι η γιαγιά μου όρθια! Οι γυναίκες δεν είχαν λόγο ούτε καν για τα πλέον προσωπικά τους θέματα, όπως ο γάμος και η επιλογή συζύγου, πόσο μάλλον σε θέματα σπουδών ή προσωπικής ανέλιξης. Όμως, κρίνοντας από τις γιαγιάδες μου, θα έλεγα ότι στο σπίτι τους μέσα είχαν δύναμη, η προσφορά τους στα χωράφια και στην οικονομική στήριξη γενικά της οικογένειας, έστω μέσω του θεσμού της προίκας, γινόταν σεβαστή και γενικά απαρατήρητες δεν περνούσαν!

Μ.Γ.: Ελπίδα είναι το όνομα της αφηγήτριας. Το όνομα είναι τυχαίο ή ήθελες να δηλώσεις κάτι; 

Σ.Κ.-Ξ.: Το όνομα είναι εκ πρώτης όψεως συμβολικό, δεδομένου ότι μετά από μια καταστροφή είθισται να στρεφόμαστε στην αισιοδοξία, για να αντλήσουμε δυνάμεις. Όμως, για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, η οπτική της αφηγήτριας είναι η προσωπική, δική μου οπτική, οπότε κανονικά θα την έλεγαν Σοφία! Επειδή όμως ήθελα να αποφύγω το τόσο εξόφθαλμα προφανές και τα ονόματα Πίστη και Αγάπη, που γιορτάζουν την ίδια μέρα με τη δική μου Αγία, δεν μου έμοιαζαν τόσο κατάλληλα, επέλεξα το όνομα που απέμεινε, πράγμα που αποδείχτηκε και καταλληλότερο!

Μ.Γ.: Προφανώς, έζησες τον σεισμό του 1999 που συντάραξε όλη την Αττική κι είναι η αφορμή για την ιστορία που αφηγείσαι κάνοντας έναν απολογισμό. Ποιος ήταν ο στόχος σου με τη συγγραφή του βιβλίου;

Σ.Κ.-Ξ.: «Να σώσω οτιδήποτε αν σώζεται», που λέει και το τραγούδι… Να αφήσω μια παρακαταθήκη στα παιδιά μου, που έχασαν τελεσίδικα την ευκαιρία να δουν τον τόπο που μεγάλωσε η μάνα τους. Να ζωντανέψω ένα παρελθόν που με κυνηγά ακόμη… Μια φυσική καταστροφή αλλάζει τον άνθρωπο. Τον κάνει πιο άνθρωπο. Θυμάσαι για παράδειγμα τις ελληνοτουρκικές σχέσεις την εποχή του σεισμού του 1999; Οι καλύτερες που υπήρξαν ποτέ! Η πρώτη αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας ήταν από τους γείτονες, μέσα σε ελάχιστες μόνο ώρες, εφόσον είχαμε προηγηθεί βέβαια κι εμείς, στην περίπτωση του σεισμού του ρήγματος της Ανατολίας. Ένας όρος που κυκλοφορούσε τότε ήταν η λεγόμενη «Διπλωματία των σεισμών». Βλέποντας σήμερα την τουρκική προκλητικότητα, δεν μπορώ παρά να θλίβομαι… Χρειαζόμαστε δηλαδή καταστροφές, τραυματίες και νεκρούς, για να μάθουμε να συνυπάρχουμε ανθρώπινα;

Μ.Γ.: Όταν κάτι γκρεμίζεται σαν χάρτινος πύργος τι τελειώνει και τι νέο αρχίζει;

Σ.Κ.-Ξ.: Όταν κάτι γκρεμίζεται, χάνεται η ανθρώπινη αυταπάτη, που μας φαντάζεται αιώνιους και δυνατούς. Γκρεμίζεται η σιγουριά μας, τελειώνει ό,τι θεωρούσαμε δεδομένο. Και αρχίζει μια άγραφη σελίδα. Η προοπτική του αύριο. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται…

Μ.Γ.: Από που αντλεί κάποιος δύναμη ν΄ αρχίσει από την αρχή;

Σ.Κ.-Ξ.: Κατ’ εμέ, μόνο από τον Θεό. Τον εαυτό μας τον έχουμε αρκετά ειδωλοποιήσει, φτάνει πια με την «εσωτερική, κρυμμένη δύναμη» κι όλα αυτά. Κι ο άλλος άνθρωπος, εφήμερος κι αδύναμος όπως εσύ, τι στήριγμα να σου προσφέρει; Και για να μη φανεί αφηρημένο και ασαφές αυτό που είπα, να τονίσω ότι ο Θεός εργάζεται στη ζωή μας μέσω των άλλων ανθρώπων, δεν παρεμβαίνει «μαγικά» και αυθαίρετα. Άρα, η πίστη ότι δεν είμαστε μόνοι, δίνει νόημα και ελπίδα. Και πάντα βρίσκεται το κατάλληλο χέρι στην κατάλληλη θέση, την κατάλληλη στιγμή.

Μ.Γ.: Με ποια πρόσωπα εμφανίζεται ο έρωτας στο βιβλίο σου;

Σ.Κ.-Ξ.: Ενδιαφέρουσα ερώτηση! Νομίζω, τώρα που το σκέφτομαι, ότι εμφανίζεται και με τις τρεις, βασικότερες μορφές του. Ως γήινος, παθιασμένος και ως εκ τούτου καταστροφικός έρωτας, ως θείος έρωτας με τη δύναμη να μεταμορφώνει και ως ολοκληρωμένος, υγιής, ανθρώπινος έρωτας, που βάζει τον άνθρωπο στη σωστή του βάση, να ζει δηλαδή όχι μέσω ενός άλλου προσώπου, αλλά δίπλα του.

Μ.Γ.: Παλαιότερα η κύρια γλώσσα στο Μενίδι ήταν τα αρβανίτικα κι όπως αναφέρεις στο βιβλίο σου κάποιοι κάτοικοι δεν γνώριζαν καν την ελληνική. Στις μέρες μας εξακολουθεί να ομιλείται;

Σ.Κ.-Ξ.: Στις μέρες μας κοντεύει να σιγήσει, δυστυχώς. Όμως βλέπω ενθαρρυντικά σημάδια από πρωτοβουλίες κυρίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Υπάρχουν άνθρωποι  πρόθυμοι να τη διδάξουν άνευ διδασκάλου με χρήση των νέων τεχνολογιών! Το κύριο πρόβλημα πάντα ήταν, νομίζω, ότι οι ίδιοι οι φυσικοί ομιλητές της δεν συνειδητοποιούσαν την αξία της, τη θεωρούσαν κατώτερη. Φαντάσου την έκπληξή μου, όταν ερχόμενη σε επικοινωνία με αρβανίτες της Κάτω Ιταλίας, διαπίστωσα ότι άνθρωποι μορφωμένοι, μοντέρνοι και κοσμοπολίτες, διαφυλάττουν την πολιτιστική τους κληρονομιά και την όλη τους ιδιαιτερότητα – συμπεριλαμβανομένου και του ελληνορθόδοξου τυπικού στην Εκκλησία – και δεν υποτιμούν την αρβανίτικη γλώσσα. Στο χέρι μας είναι λοιπόν. Το μέλλον θα δείξει…

Μ.Γ.: Ο σεισμός του 1999 προκάλεσε την «Κατακρήμνιση κυριολεκτικά μιας ολόκληρης εποχής» γράφεις σε κάποιο σημείο.  Τι ήταν αυτό που «χάθηκε και θάφτηκε» μέσα στα ερείπια;

Σ.Κ.-Ξ.: Θάφτηκε το φιλότιμο. Η έγνοια για τον γείτονα κι ας φτάνει στα όρια του κουτσομπολιού και της αδιακρισίας. Η ντροπή για τη γνώμη του κόσμου, που έβαζε κάποιο φρένο στις όποιες ηθικές παρεκτροπές. Ο σεβασμός. Ο λόγος και η ανάγκη τήρησής του, απλά επειδή τον ξεστομίσαμε. Η μπέσα. Τώρα, αν μόνο θάφτηκαν πρόσκαιρα και δε χάθηκαν οριστικά, μένει να το δούμε. Εγώ προσωπικά, επιλέγω να παραμένω αισιόδοξη!

Μ.Γ.: Στις σελίδες του «Χάρτινου Πύργου» συναντάμε ήθη, έθιμα, περιγραφές δρόμων, κατοικιών, χαρακτήρες, συμπεριφορές ανθρώπων και βέβαια πολλά και διαφορετικά συναισθήματα. Τι είναι αυτό που θέλεις να εισπράξει ο αναγνώστης;

Σ.Κ.-Ξ.: Ο «Χάρτινος Πύργος» δεν είναι καθαρή μυθοπλασία. Με τη δυναμική της αλήθειας του λοιπόν, προσφέρει στον αναγνώστη μια βουτιά στα καθαρά νερά μιας αμόλυντης από τον μοντερνισμό παιδικής ηλικίας, μια νοσταλγική ματιά στο χτες, όχι του Μενιδιάτη, ούτε του Αρβανίτη, αλλά του κάθε ανθρώπου που θέλει να μην πεθάνει η Ανθρωπιά. Ο καθένας μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του, τις κρυφές πτυχές της ζωής του, την ανάγκη του για ζεστασιά, μέσα σ’ έναν κόσμο απρόσωπο και κρύο.

Μ.Γ.: Ευχαριστώ πολύ για την παραχώρηση της συνέντευξης και σου εύχομαι καλοτάξιδο το βιβλίο σου.

Σ.Κ.-Ξ.: Εγώ ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία, τις τόσο εύστοχες ερωτήσεις και την ευκαιρία που μου δόθηκε να μιλήσω για ένα ακόμη «παιδί» μου! Να είσαι πάντα καλά και να συνεχίζεις με  ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία το τόσο ωραίο έργο σου!!!

*Το μυθιστόρημα «Χάρτινος Πύργος» της Σοφίας Κατάρα-Ξυλογιαννοπούλου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ελκυστής. 

Μαίρη Γκαζιάνη

Γεννήθηκε στα Ιωάννινα.  Μεγάλωσε στην Αθήνα όπου ζει μέχρι σήμερα και εργάσθηκε ως τραπεζοϋπάλληλος. Στο παρελθόν ασχολήθηκε ερασιτεχνικά με την φωτογραφία ενώ τώρα ζωγραφίζει και παράλληλα γράφει. Έχει πραγματοποιήσει ατομικές εκθέσεις και έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές.

Τον Μάιο του 2012 κυκλοφόρησε την πρώτη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Σου γράφω…», τον Σεπτέμβρη 2013 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο «Ένα φεγγάρι λιγότερο» από τις εκδόσεις Ελληνική Πρωτοβουλία και τον Ιούνιο του 2014 κυκλοφόρησε το βιβλίο της «Τα πλήκτρα της σιωπής»  από τις εκδόσεις ΄Οστρια. Επίσης, το παραμύθι της «Το ψαράκι του βυθού» συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Παραμύθια και Μαμάδες» εκδόσεις Βερέττα 2015.  Τον Ιούνιο 2017 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της «Άλικα βήματα» από την Εμπειρία Εκδοτική. Το 2019 θα κυκλοφορήσει το νέο της μυθιστόρημα από τις εκδόσεις Ωκεανός.

Την περίοδο 2011-2012 υπήρξε ραδιοφωνική παραγωγός στο magicradiolive. Από τον Νοέμβρη 2014 συνεργάζεται με το now24.gr και έχει πραγματοποιήσει πάνω από πεντακόσιες συνεντεύξεις. Το 2016 συμμετείχε στην τηλεοπτική εκπομπή «Καλώς τους» του ΑιγαίοTV πραγματοποιώντας συνεντεύξεις σε ανθρώπους των τεχνών. Διετέλεσε Διευθύντρια Σύνταξης του on line Πολιτιστικού Περιοδικού Books and Style από Ιούλιο 2017 έως Μάρτιο 2018 οπότε αποχώρησε οικειοθελώς.

Μεγάλες της αγάπες είναι το θέατρο και ο χορός με τα οποία έχει ασχοληθεί ερασιτεχνικά.   

 

Related posts