Subscribe Now

Trending News

Τα cookies επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την εμπειρία σας στo now24.gr.
Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies, σύμφωνα με τις οδηγίες μας.
07 Ιούλ 2020
Πολιτισμός

Συνέντευξη Γρηγόρη Βαλτινού-Ζέτας Μακρυπούλια στο now24.gr

Μπήκα στο καμαρίνι του Γρηγόρη Βαλτινού και τον είδα να ετοιμάζεται. Γύρω μου πολλές φωτογραφίες από παλαιότερες θεατρικές του παραστάσεις με πρόσωπα που έχουν αφήσει το δικό τους στίγμα στον χώρο της Τέχνης. Βουγιουκλάκη, Δανδουλάκη, Φυσσούν, Κραουνάκης, Μερκούρη κ.α. Κοντά μας ο Στάθης (Νικολαΐδης), σπουδαίος φίλος και το δεξί χέρι του Γρηγόρη. «Στης Ζέτας θα γίνει η συνέντευξη. Έχει καλύτερη θέρμανση» μου είπε χαριτολογώντας ο Γρηγόρης. Λίγο αργότερα οι τρεις μας, καθισμένοι μπροστά στον φωτισμένο καθρέφτη είχαμε πιάσει την πάρλα, μα η ώρα μας πίεζε. Η απαστράπτουσα Ζέτα βαφόταν, δεχόταν τα λεκτικά πειράγματα του Γρηγόρη και γελούσε. Ωστόσο κατάφερνε να είναι απόλυτα συγκεντρωμένη στις ερωτήσεις που εισέπραττε. Εκείνος χαμογελαστός, πάντα ετοιμόλογος και με ευχάριστη διάθεση απαντούσε στις ερωτήσεις με σαφήνεια, επιχειρηματολογία και κυρίως με την πείρα ενός ηθοποιού που έχει διανύσει χιλιόμετρα πάνω στο θεατρικό σανίδι. Άλλωστε 35 χρόνια είναι αυτά!
Οι δυο τους συμμετέχουν στην παράσταση «ήρθες και θα μείνεις» στο θέατρο Ιλίσια και παρασέρνουν το κοινό στον συναισθηματικό κόσμο του κεραυνοβόλου έρωτα και της αθώας αγάπης μέσα από αναπάντεχα στιγμιότυπα με ευρηματική σκηνοθεσία.
κ52111111112111Συνέντευξη στον Κυριάκο Κουζούμη
 
Κ.Κ: Γιατί επέλεξες να συμμετέχεις φέτος στη συγκεκριμένη θεατρική παράσταση;
Ζ.Μ: Πάνω απ’ όλα με μάγεψε το κείμενο του έργου γενικά αλλά και ο ρόλος της Λώρα ειδικά. Είναι ένας ρόλος πολυδιάστατος, με βαθύ ενδιαφέρον, ολοκληρωμένος και με πολλές επεκτάσεις κυρίως συναισθηματικές που άγγιξαν τόσο εμένα όσο -θαρρώ- πως αγγίζουν και τους θεατές. Μόλις διάβασα το κείμενο λοιπόν, επικοινώνησα με τον Γρήγορη και του κατέθεσα την αποδοχή μου. Αξίζει να αναφέρω πως μέχρι τώρα ποτέ κανείς δεν μου είχε προτείνει κάτι ανάλογο. Δεν ξέρω γιατί. Ωστόσο ο μόνος που είχε το θάρρος να με εμπιστευτεί για αυτόν τον ρόλο ήταν ο Γρηγόρης και του είμαι ειλικρινά ευγνώμων. Από ‘κει και πέρα στα στοιχεία που με ώθησαν να πω το ναι ήταν σαφώς και η συνεργασία μου με τον Βαλτινό, έναν γνήσιο, έναν αναμφισβήτητα καλό ηθοποιό με καριέρα σπουδαία!
 
Κ.Κ: Σε παλαιότερη συνέντευξη σου είχες δηλώσει πως έχεις το «βίτσιο» να σκηνοθετείς παράλληλα τα έργα στα οποία παίζεις…
Γ.Β: Δεν πρόκειται για βίτσιο. Απλά είναι πιο οικονομικό και συμφέρον… (Γέλια)
 
Κ.Κ: Είσαι από τους ηθοποιούς που πειθαρχούν στις σκηνοθετικές οδηγίες ή στηρίζονται στο προσωπικό τους ένστικτο ως προς την ερμηνεία του ρόλου τους;
Ζ.Μ: Πειθαρχώ μόνο! Όσον αφορά σ’ αυτήν την παράσταση τολμώ να πω πως οι οδηγίες που πήρα απ’ τον Γρήγορη-σκηνοθέτη ήταν από τη μία πολύ σαφείς μα από την άλλη απέραντα ελεύθερες. Με αλλά λόγια, με απελευθέρωσε κατά πολύ πάνω στη σκηνή και με άφησε να κινηθώ μόνη μου, να δώσω κι άλλες πινελιές στον ρόλο, να τον αντικρίσω μέσα κι από μία άλλη σκοπιά. Καλό είναι να στηρίζεται κανείς και στο ένστικτό του, ωστόσο θεωρώ πως μονάχα ο σκηνοθέτης έχει στο μυαλό του το σύνολο του θεάματος που θέλει θα απευθυνθεί στο κοινό και οφείλει σχεδόν κάθε ηθοποιός να τον ακολουθήσει με μόνο γνώμονα το άρτιο θεατρικό αποτέλεσμα.

.

 
Κ.Κ: Γιατί επιμένεις να ανεβάζεις έργα -μεταφρασμένα- ξένων δημιουργών κι όχι σύγχρονων Ελλήνων; Βρίσκεις τους Έλληνες δημιουργούς να υστερούν κάπου;
Γ.Β: Η αλήθεια είναι πως υπάρχει μία αίσθηση αμηχανίας στη θεατρική γραφή, στη δραματουργία όχι όμως μόνο σε ελληνικό επίπεδο αλλά και σε παγκόσμιο. Παρατηρώ πως πολύ σπάνια γίνονται καινούρια έργα τα οποία στην πορεία έχουν τη δυναμική να αναδειχτούν και να μείνουν στο πέρας του χρόνου ως κλασικά. Έχω επαφές με πολλούς σύγχρονους Έλληνες δημιουργούς και νέους αλλά και «φτασμένους». Μάλιστα με κάποιους απ’ αυτούς, οι οποίοι με εμπιστεύονται, μπαίνουμε στη διαδικασία να «ξεσκονίσουμε» το κείμενό τους, να προβούμε σε μία δεύτερη ή ακόμα και σε τρίτη γραφή. Θα έλεγα λοιπόν, πως δεν έχει τύχει ακόμα να παίξω σ’ ένα έργο σύγχρονου Έλληνα δημιουργού, ίσως γιατί πολύ απλά δεν έχει βρεθεί κάτι που να μου ταιριάζει απόλυτα, που να με διεγείρει καλλιτεχνικά απόλυτα, που να με μαγνητίσει και να πω το τελικό ναι… Ίσως στο μέλλον κάτι τέτοιο να προκύψει και ασφαλώς θα το χαρώ πολύ!
 
Κ.Κ: Κρίνεις πως οι περίοδοι κρίσης, σαν αυτές που διανύει τα τελευταία χρόνια ο τόπος μας, δίνουν το έναυσμα σε δημιουργούς ώστε να γράψουν κάτι πιο βαθύ, πιο ουσιαστικό ίσως ακόμα και πιο ολοκληρωμένο, το οποίο σε φάσμα ετών να καταλήξει στην κατηγορία του κλασικού; Αυτά τα έργα θα βρουν μεγαλύτερη ανταπόκριση στο κοινό;
Γ.Β: Γενικά μιλώντας θα έλεγα πως είναι πάρα πολύ δύσκολο αυτό που κάποιος δημιουργός έχει στον νου του να το κάνει θέατρο. Ίσως να είναι σχετικά εύκολο να το αποδώσει μέσα από ένα χρονογράφημα, μια νουβέλα, ένα μυθιστόρημα ή ακόμα και σε ποίημα, αν υποθέσουμε πως δύναται να συμπυκνώσει αρκετά τον λόγο. Από την άλλη, το να μεταφέρει κανείς στο θέατρο τα διάφορα ζητήματα που εμφανίζονται σε περιόδους κρίσης, όσο βαθιά, αληθινά και ουσιαστικά να ‘ναι, θα γίνουν αμέσως αντιληπτά από το κοινό, εφόσον παράλληλα θα τα έχει ζήσει. Γι’ αυτό λοιπόν, ίσως να είναι καλύτερα τα έργα που ναι μεν γράφτηκαν σε περιόδους κρίσης ή πιο σωστά που γράφτηκαν σε περιόδους μετά το πέρας κάποιας κρίσης, όταν δηλαδή πλέον ο δημιουργός δύναται να κάνει συγκεντρωτικό απολογισμό, δε τα έργα που αφορούν σε άλλες χώρες, σε άλλου είδους κρίσεις διαφορετικές από τις εγχώριες. Κι όλο αυτό, διότι στα αντίστοιχα αυτά έργα θα είναι σαν να υπάρχει ένα τούλι, το οποίο διατηρεί μια απόσταση ανάμεσα στο νόημα, την ουσία και την αφορμή του έργου και στον θεατή. Ένα τούλι πίσω από το οποίο ο θεατής θα δει να πραγματεύονται κάποιες καταστάσεις και εν τέλει ίσως να τις αποδεχτεί καλύτερα, πιο εύκολα μέσα στην αλληγορία τους, μέσα από τη μεταφορά τους στα ελληνικά δεδομένα. Από την άλλη, το να δημιουργήσει κανείς ένα έργο με αναφορά τα στοιχεία που προκάλεσε ή άφησε πίσω της η ελληνική κρίση και να το απευθύνει σε Έλληνες, αμέσως αυτό το έργο θα τεθεί υπό αμφισβήτηση και κρίση, διότι το ίδιο το κοινό, επειδή θα έχει ζήσει τα αντίστοιχα, θα είναι σε θέση να τα ερμηνεύσει διαφορετικά, να τα αντικρίσει μέσα από πολλές οπτικές γωνίες και στο τέλος ίσως να τα αμφισβητήσει ως προς την ουσία ή τη βαθύτητά τους.
 
Κ.Κ: Επιλέγεις να ερμηνεύεις ρόλους που μέσα από μια δίωρη θεατρική παράσταση φαίνονται ολοκληρωμένοι ή ρόλους που εστιάζουν σε ένα μόνο στοιχείο του χαρακτήρα τους;
Γ.Β: Χιουμοριστικά μιλώντας θα σου έλεγα πως ο κάθε άνθρωπος οφείλει σε όλα του τα επίπεδα να «ολοκληρώνει» (γέλια). Θέλω να πω πως είναι καλύτερο τόσο για τον θεατή όσο και για τον ηθοποιό να έχει στα χέρια του έναν ολοκληρωμένο ήρωα. Για τον μεν θεατή, διότι θα μπορέσει να τον αποκωδικοποιήσει, να τον ερμηνεύσει και να τον αισθανθεί καλύτερα, για τον δε ηθοποιό, διότι θα μπορέσει να πλησιάσει σ’ αυτόν βαθύτερα, να τον νιώσει μέσα του εντονότερα και να τον αποδώσει επί σκηνής με περισσότερη γνησιότητα.
 
Κ.Κ: Μετά από τόσα χρόνια πάνω στο θεατρικό σανίδι είσαι σε θέση να ξέρεις αν έχεις ερμηνεύσει καλά έναν ρόλο;
Γ.Β: Θα έλεγα πως ναι. Σ’ αυτό το σημείο θα προσθέσω πως είμαι σε θέση να ξέρω όχι μόνο αν εγώ μεμονωμένα ήμουν καλός αλλά και αν το άθροισμα, το σύνολο του έργου ήταν ενός ικανοποιητικού επιπέδου. Αυτό, διότι ασχολούμαι με τη σκηνοθεσία περίπου τριάντα χρόνια. Και τέλος, αυτό που επιτυγχάνει κανείς μέσα από την εμπειρία και τα χρόνια του στη δουλειά αυτή είναι ότι ξοδεύοντας λιγότερη ενέργεια και καταβάλλοντας λιγότερο χρόνο καταφέρνει να έχει τα ίδια αποτελέσματα με τον άπειρο, νεαρό που αναγκάζεται να αδειάζουν οι ενεργειακές μπαταρίες του και να στερεύουν οι ψυχολογικές αντοχές του. Είναι ένα από τα θετικά της εμπειρίας και των ετών που φέρνει ένας ηθοποιός στην καμπούρα του. Προσωπικά, η μηχανή μου έχει αποκτήσει περισσότερους ίππους και έτσι δεν φθείρεται πολύ. Τρέχω, δηλαδή δραστηριοποιούμαι, δρω και αποφασίζω πολύ πιο γρήγορα και με σαφήνεια απ’ ότι πριν από είκοσι χρόνια…
.

Κ.Κ: Είσαι αυστηρός με τον εαυτό σου σε καλλιτεχνικό επίπεδο;
Γ.Β: Πάρα πολύ! Είμαι τελειομανής και κάτι τέτοιο πολλές φορές με βασανίζει. Ως σκηνοθέτης είμαι ακόμα περισσότερο απαιτητικός και σκληρός με τον εαυτό μου, διότι ο ρόλος του σκηνοθέτη απαιτεί να τα δώσει όλα εκ των προτέρων, δηλαδή στις πρόβες. Από την άλλη, ως ηθοποιός είμαι λιγάκι πιο επιεικής με μένα, διότι πολλά πράγματα τα ανακαλύπτω και τα ερμηνεύω καλύτερα ίσως μετά την πρεμιέρα…
Ζ.Μ: Εγώ πάντως δεν θα έλεγα πως είναι αυστηρός με την έννοια του αυταρχικού και του καθολικού καλλιτέχνη, ιδίως ως προς τα σκηνοθετικά του καθήκοντα. Θα τον χαρακτήριζα βαθιά δημοκράτη και απελευθερωμένο τόσο πολύ που αφήνει του άλλους ηθοποιούς να δράσουν μόνοι τους και να δώσουν από μόνοι τους και ιδέες και γνώμες και τρόπους για να ερμηνευτεί ένας ρόλος…
 
Κ.Κ: Υποδύεσαι τη Λώρα, μια νεαρή γυναίκα, πρόσχαρη, χαμογελαστή, βαθιά αισιόδοξη παρά τις αποτυχίες της στη δουλειά της και δυναμική. Πιστεύεις πως στη σημερινή εποχή υπάρχουν τέτοια πρόσωπα ή πως η κατάσταση στη χώρα μας έχεις στερήσει από πολλούς ακόμα και το χαμόγελό τους;
Ζ.Μ: Φυσικά! Άλλωστε θέλοντας να δώσω στην ηρωίδα μου σάρκα και οστά, δεν σου κρύβω πως εμπνεύστηκα από αληθινά πρόσωπα που έχουν αντίστοιχα ή παρεμφερή στοιχεία στον χαρακτήρα τους. Πρόσωπα με βαθύ και αδιαπραγμάτευτο ρομαντισμό καθώς και τόλμη ακόμα κι όταν οι συνθήκες ευνοούν τέτοια στοιχεία να εκλείψουν. Πρόσωπα που κρύβουν μέσα τους μια γνήσια παιδικότητα και μια τρυφερή αθωότητα, που έχουν στραμμένο το βλέμμα τους στο μέλλον και κυρίως στην επιθυμία τους τα όνειρά τους κάποια στιγμή να γίνουν πραγματικότητα.
 
Κ.Κ: Πιστεύεις πως η αισιοδοξία είναι ένα μεγάλο και τρανό όπλο μέσα μας ώστε να μην καταπέσουμε με όσα μπορεί να συμβαίνουν γύρω μας, ώστε να αντέξουμε και αν συνεχίσουμε τόσο να πορευόμαστε στο μετά όσο και να διεκδικούμε την επίτευξη των ονείρων μας;
Ζ.Μ: Σαφώς και είναι ένα όπλο αλλιώς θα πηδούσαμε όλοι από τα μπαλκόνια. Σημασία όμως έχει και ποια είναι η πηγή αυτής της αισιοδοξίας. Κατά τη γνώμη μου οφείλει κανείς να βρίσκει αυτήν την πηγή μέσα του. Αν κάτι τέτοιο είναι εφικτό, τότε ο ίδιος ο άνθρωπος θα μπορεί να ανταπεξέρχεται πιο εύκολα σε κάθε τρωτό, σε κάθε εμπόδιο, σε κάθε δυσκολία που θα προκύπτει, διότι σίγουρα θα του προκύψει κάτι -ποικίλης φύσης- εφόσον στη ζωή ποτέ δεν ήταν όλα ρόδινα. Στην πορεία πηγή αισιοδοξίας μπορεί να είναι για κάποιον το στενό του ανθρώπινο τοπίο, η δουλειά του κ.α.
 
Κ.Κ: Ποιος είναι ο δικός σου τρόπος να αμύνεσαι σε ό,τι κακό σου συμβαίνει;
Ζ.Μ: Έχω μια αισιοδοξία ως άνθρωπος που κάποιες φορές αγγίζει μέχρι και τα όρια της παιδικότητας. Από την άλλη όμως έχω και τάσεις απομόνωσης. Όταν αυτές με πιάνουν, τότε κλείνομαι στον εαυτό μου και καταπολεμάω το οτιδήποτε μπορεί να με έχει πάρει από κάτω, με τρόπο εσωστρεφή και σιωπηλό.
 
Κ.Κ: Εσύ πόσο αυστηρή είσαι με τη δουλειά σου;
Ζ.Μ: Πάρα πολύ! Θα με χαρακτήριζα ως στρατιώτη! Παρά το γεγονός ότι ασπάζομαι την τύχη και θεωρώ ότι με έχει βοηθήσει πολύ στη ζωή μου, από την πλευρά μου είμαι ένας ιδιαίτερα εργατικός άνθρωπος και ενδιαφέρομαι πολύ για το αποτέλεσμα μα και την ανταπόκριση στον κόσμο που θα έχει το οτιδήποτε κάνω.
 
Κ.Κ: Ποιο είναι το πνευματικό σου ψωμί;
Γ.Β: Με βρίσκω να θρέφομαι πνευματικά πριν τη δουλειά. Όταν δηλαδή, συζητάω για ένα έργο, όταν συναναστρέφομαι με κόσμο, φίλους, συγγενείς και ανταλλάσσω μαζί τους απόψεις, ιδέες, θεωρίες, όταν ενδιαφέρομαι να δω γιατί κάποιοι άνθρωποι δρουν με έναν συγκεκριμένο τρόπο, όταν ανησυχώ για μένα τόσο ως πολίτης αυτής της χώρας, όσο και ως ηθοποιός. Φυσικά θρέφομαι πνευματικά και κατά τη διάρκεια της πρόβας, όταν δηλαδή παλεύω να σηκώσω ένα κείμενο και να το μεταφέρω στον θεατή. Έπειτα, πνευματική τροφή μου είναι και τα σχόλια που θα αποσπάσω για τις πράξεις μου, τις θέσεις μου, τη δουλειά μου, το χειροκρότημα του κόσμου, το σφίξιμο του χεριού και πολλά ακόμα…
 
.

Κ.Κ: Η πιο αντιπροσωπευτική ατάκα του έργου εφόσον οι δυο κεντρικοί ήρωες επαγγέλλονται ηθοποιοί είναι η «να είσαι ο εαυτός σου, οι άλλοι ρολόι είναι πιασμένοι»…
Γ.Β: Πράγματι! Αυτή η φράση είναι δάνειο που έχουμε πάρει από τον Όσκαρ Ουάιλντ. Ο ηθοποιός καλείται να δανείσει τον εαυτό του σ’ έναν ρόλο και να τον επικοινωνήσει με τις ψυχές των θεατών όσο καλύτερα μπορεί. Μέσα από αυτή τη διαδικασία όμως επιτυγχάνεται το εξής, να γνωρίσει κανείς τον ίδιο του τον εαυτό καλύτερα. Ωστόσο ελλοχεύει και ο κίνδυνος, ο ηθοποιός να χάσει τον εαυτό του. Έτσι λοιπόν, η ουσία είναι μία, να παραμένει κανείς γνήσιος, αληθινός και κυρίως ειλικρινής με το εγώ του. Αν μάλιστα πρόκειται για ηθοποιό, τότε ναι μεν να πλησιάσει όσο βαθύτερα μπορεί τον ρόλο του, όχι δε να στερηθεί -εκτός υποκριτικής ιδιότητας- την προσωπική του ταυτότητα. Με άλλα λόγια, ο καθένας οφείλει να είναι ο εαυτός του, γιατί ό,τι άλλο κι αν προσπαθήσει να γίνει, θα είναι υποδεέστερο της αλήθειας, θα είναι ευτελές, ανούσιο και δίχως ουσιαστικής ανταπόκρισης.
 
Κ.Κ: Η αυτογνωσία είναι απαιτούμενο χαρτί στην τράπουλα ενός ανθρώπου;
Ζ.Μ: Πιστεύω πως είναι αλλά δυστυχώς είναι ένα σπάνιο χαρτί που ελάχιστοι το φέρουν στο μανίκι της ψυχής και της συνείδησής τους. Η αυτογνωσία είναι μια απέραντα δύσκολη, ψυχοφθόρα και κάποιες φορές ίσως και τρομακτική διαδικασία. Φέρνει τον άνθρωπο ενώπιος ενωπίω με πράγματα που ίσως τον κλονίσουν, τον απογυμνώνει από το φαίνεσθαι, τον απομονώνει από την ιδέα ή την εντύπωση που έχει μέχρι και ο ίδιος για τον εαυτό του και στο τέλος τον κάνει να υποφέρει. Μέσα από όλη αυτή τη διαδικασία όμως, ο ίδιος ο άνθρωπος καταφέρνει να θωρακίσει, να οχυρώσει και να εμπλουτίσει τον ίδιο του τον εαυτό με τρανά εφόδια που σχεδόν κανείς δεν θα μπορέσει να του τα κλονίσει. Είναι μια διαδικασία λοιπόν οδυνηρή πλην όμως με αφάνταστα θετικά αποτελέσματα. Μακάριοι όσοι έχουν τολμήσει να συγκρουστούν με την αλήθεια και να βρουν τον δικό τους εαυτό μέσα από τα μονοπάτια της…
 
Κ.Κ: Ανάμεσα στην ευτυχία και την αλήθεια, τι προτιμάς;
Ζ.Μ: Ως αισιόδοξος άνθρωπος προτιμώ την ευτυχία. Ως πρακτικός όμως άνθρωπος θα προτιμούσα την αλήθεια, διότι όσο κι αν πονάει, στο τέλος θα σε οδηγήσει στην ευτυχία…
 
.

Κ.Κ: Με τι βλέμμα κοιτάτε τη νέα κυβέρνηση; Πιστεύετε ότι θα είναι περισσότερο δοτική με τον ελληνικό λαό; Πιστεύετε ότι θα συμβάλλει δραστικότερα στη σχέση της Ελλάδας με την Ε.Ε;
Ζ.Μ: Η νέα κυβέρνηση φέρεται ότι θα είναι πιο δοτική και πιο τολμηρή, πιο αποφασιστική, ίσως ακόμα και πιο κάθετη πάνω σε ζητήματα που αφορούν τόσο την οικονομία μας όσο και τη σχέση μας με τους εταίρους. Όλα αυτά όμως, ως προς την πρακτική τους υφή θα αποδειχτούν στο ιδιαιτέρως εγγύς μέλλον. Προσωπικά χαίρομαι διότι βλέπω ότι ο κόσμος έχει αποκτήσει ξανά τη χαμένη του αισιοδοξία, έχει βρει ξανά το χαμόγελο του, ελπίζει ξανά σε κάτι καινούριο, σε κάτι σωτήριο, σε κάτι που θα του δώσει πάλι το δικαίωμα να ονειρεύεται. Ο ελληνικός λαός ανέκαθεν ήταν ένας συσπειρωμένος λαός που μαχόταν στην καθημερινότητά του με ποικίλα όπλα, ένα εξ αυτών, ίσως το σπουδαιότερο, αυτό της καρδιάς του. Τώρα όμως, όλη αυτή η δράση, θαρρώ, πως έχει εντατικοποιηθεί… Έχει ένα ενδιαφέρον το γεγονός ότι το πολιτικό τοπίο έχει αλλάξει και ότι γράφεται καινούρια ιστορία, αλλά από ‘κει και πέρα το τι μέλλει γενέσθαι, θα το δούμε όλοι και σίγουρα όλοι ευχόμαστε να γίνει το καλύτερο!
Γ.Β: Όπως πάντα η Ελλάδα έτσι και τώρα είναι ουραγός, είναι είκοσι με τριάντα χρόνια πίσω. Το πείραμα της αριστερής κυβέρνησης θα ‘πρεπε να ‘χε γίνει αρκετά χρόνια πριν. Να ‘χαν αλλάξει κάποιες δομές, να ‘χε μοιραστεί αλλιώς ο πλούτος, να ‘χε περισσότερες δυνατότητες και μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη ο λαός. Τώρα που η αριστερά είναι στην κυβέρνηση, το προϋπάρχον σύστημα δεν της έχει αφήσει και πολλά περιθώρια δράσης. Αυτό το σύστημα έχει απλώσει τα πλοκάμια του παντού και μάλιστα με πάρα πολύ «ωραίο» σχέδιο. Η Ελλάδα αυτή την στιγμή δεν παράγει τίποτα. Τα πάντα τα εισάγει. Και για να εισάγει, οφείλει να έχει χρήματα. Συνεπώς τι να κάνει η αριστερά τώρα; Αυτό το κράτος δεν πρόκειται να ορθοποδήσει ποτέ. Έπρεπε λοιπόν να είχε προηγηθεί ένα βέτο νωρίτερα απ’ τα παλικάρια που μας κυβερνούσαν και να είχαν τεθεί όρια στα όσα έπεφταν πάνω στο τραπέζι. Κι αν μυρίζεσαι σαν πολιτικός ότι η Ευρώπη θα σε πάει πίσω, γιατί σε αναγκάζει να πετάξεις το γάλα σου και τα πορτοκάλια σου, τότε ας πάει στο διάβολο η Ευρώπη. Όχι όμως τώρα, που ως Ελλάδα έχεις πάρει τόσα δανεικά χρήματα… Τώρα οφείλεις να τα επιστρέψεις… Γενικά εγώ όταν άκουσα για πρώτη φορά τη λέξη παγκοσμιοποίηση, τρόμαξα γιατί πιστεύω πως κανένα πλούσιο κράτος δεν σε αγκαλιάζει για να σε κάνει σαν αυτό. Σε αγκαλιάζει για να στηριχτεί καλύτερα το ίδιο, για να εδραιωθεί καλύτερα πάνω σου…
 
Κ.Κ: Πώς σου φάνηκε το πρόσωπο του Προκόπη Παυλόπουλου στη θέση του πρώτου πολίτη, στη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας;
Γ.Β: Όταν το πρωτοάκουσα έμεινα άφωνος…
 
Κ.Κ: Θα ήθελες να υπήρχαν περισσότερες αρμοδιότητες στο πρόσωπό του;
Ζ.Μ: Φυσικά! Μάλιστα όταν πληροφορήθηκα και τον μισθό που παίρνει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, σίγουρα θα ήθελα να ήταν πιο ενεργός!
 
Κ.Κ: Μελλοντικά σχέδια;
Γ.Β: Στα μέσα Απριλίου θα βρίσκομαι στο θέατρο Badminton στην παράσταση «Ο βιολιστής στη στέγη». Ένα έργο στο οποίο είχα συμμετάσχει πρωταγωνιστικά πριν από κάποια χρόνια και τώρα με αφορμή τα πενήντα χρόνια από τότε που πρωτοανέβηκε στο θέατρο το συγκεκριμένο έργο, το επαναλαμβάνουμε. Ανυπομονώ και συγκινούμαι σαν πληροφορούμαι την ανταπόκριση που ήδη έχει στο κοινό.
Ζ.Μ: Δεν ξέρω ακόμα… Οψόμεθα!
 
 
Δυο λόγια το έργο «Ήρθες και θα μείνεις» των Ρενέ Τέιλορ και Τζόζεφ Μπολόνια
Νέα Υόρκη. Παραμονή Χριστουγέννων. Η Λώρα Μπλάου, άνεργη και άφραγκη ηθοποιός, παλεύει να επιβιώσει στον χώρο του θεάματος και παράλληλα να γράψει ένα δικό της θεατρικό έργο. Πρόκειται να περάσει από ακρόαση για ένα διαφημιστικό, ενώ παράλληλα είναι αποφασισμένη να ζήσει μια ερωτική ιστορία σαν παραμύθι, γιατί μέχρι τώρα η ζωή της είναι γεμάτη από άτυχες ερωτικές ιστορίες, ή καλύτερα… συμφορές. Προσδοκά το θαύμα που θα τη σώσει, ή καλύτερα δύο θαύματα: κάποιον να ερωτευθεί και μια επιτυχία στην καριέρα της! Στην ακρόαση δεν νιώθει καλά, δεν είναι η μέρα της, είναι κουρασμένη, έχει μόλις επιστρέψει από την κηδεία του μόνου ατζέντη που την πίστεψε ποτέ, και μιλάει σχεδόν σαν σε παραλήρημα…
Κι εκεί που νιώθει πάλι την απόρριψη να της χτυπάει την πόρτα, εμφανίζεται ο σκηνοθέτης και παραγωγός Βίτο Πινιόλι και τη διαβεβαιώνει πως το ταλέντο της είναι πρωτότυπο, λίγο τρελό, αλλά ..ξεχωριστό. Και αποφασίζει να της κλείσει κι άλλη ακρόαση. Και εκείνη αποφασίζει να τον κατακτήσει, να τον αποπλανήσει, κρατώντας τον όμηρο στο διαμέρισμά της, για ένα απόγευμα, για μια νύχτα, ή ίσως -ποιος ξέρει;- για μια ολόκληρη ζωή..
Στην παράσταση του Θεάτρου Ιλίσια ο θεατής θα παρακολουθήσει την επεισοδιακή συνάντηση δυο ανθρώπων και παράλληλα η συνάντηση αυτή, θα γίνει το έργο που θα παρουσιάσουν στη σκηνή και θα το δούμε να εξελίσσεται, μέσα από τη μαγική εκείνη διαδικασία κατά την οποία η ζωή δανείζει υλικό στην Τέχνη και η Τέχνη του θεάτρου το κάνει παράσταση, στην οποία ο θεατής μπορεί να βιώσει ένα αυθεντικό κομμάτι ζωής.
 
Μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης
Σκηνοθεσία–μουσική επιμέλεια: Γρηγόρης Βαλτινός
Σκηνικά: Διονύσης Χριστοφιλογιάννης
Κοστούμια: Γιώργος Σεγρεδάκης
Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα
Βοηθός σκηνοθέτη: Χαρά Μπαλτά
Φωτογραφίες: Ρούλα Ρέβη
Παραγωγή: Θέασις – Δράσεις Πολιτισμού
 
Παίζουν: Γρηγόρης Βαλτινός, Ζέτα Μακρυπούλια
Συμμετέχει ο Στάθης Νικολαΐδης
 
Αποσπάσματα της κριτικής για το έργο
 
«Μ’ ενθουσίασε! Είναι γλυκό, διασκεδαστικό και πονηρό!»
New York Post
 
«Ένα από τα πιο διασκεδαστικά έργα των τελευταίων χρόνων!»
Variety
 
«Ένα κωμικό θαύμα ασταμάτητου γέλιου… Ένα αστείο και, τελικά, συγκινητικό έργο.»
WCBS TV
 
«Ακόμα και το πιο παγερό ακροατήριο θα ούρλιαζε από αγαλλίαση.»
The New Yorker
 
«Οι θεατές πέφτουν κάτω από τα γέλια!»
New York Daily News
 
«Μια βραδιά τρελού ρομάντζου.»
Newhouse Newspapers
 
«Σπαρταριστό, διασκεδαστικό, αληθινή απόλαυση.»
Gannett Newspapers
 
«Ακαταμάχητο! Θαυμάσια εξωφρενικό!»
Women’s Wear Daily

Related posts