Subscribe Now

Trending News

Τα cookies επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την εμπειρία σας στo now24.gr.
Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies, σύμφωνα με τις οδηγίες μας.
28 Ιαν 2022
Πολιτισμός

Ουρανία Ν. Τουτουντζή: Νομίζω ότι λίγο πολύ όλοι μπορούμε κατά κάποιον τρόπο να «δούμε» το μέλλον

Συνέντευξη στη Μαίρη Γκαζιάνη 

Η Ουρανία Ν. Τουτουντζή είναι κοινωνιολόγος, ερευνήτρια και διδάκτορας του Παντείου Πανεπιστημίου. Ασχολήθηκε από πολύ νωρίς με τη φιλοσοφία. Από το 2002 μέχρι το 2006 δίδαξε Φιλοσοφία στο Σεμινάριο Επιλογής «Φιλοσοφία –Πολιτισμός – Επικοινωνία», στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο.

Έχει γράψει φιλοσοφικά δοκίμια, παιδικά και παιδαγωγικά βιβλία και έχει μεταφράσει πλήθος θεωρητικών και λογοτεχνικών βιβλίων που κυκλοφορούν όλα από μεγάλους εκδοτικούς οίκους. 

ΜΑΙΡΗ ΓΚΑΖΙΑΝΗ: Τι είναι αυτό που σας κατευθύνει προς τη συγγραφή, πώς μια ιδέα έρχεται και σφηνώνεται στο μυαλό σας και τι μπορεί να αποτελεί έμπνευση;

ΟΥΡΑΝΙΑ ΤΟΥΤΟΥΝΤΖΗ: Τα πάντα μπορούν να αποτελέσουν έμπνευση, από ένα ιστορικό συμβάν που ξαφνικά φωτίζεται στον νου σου με έναν διαφορετικό, απρόβλεπτο φωτισμό που δεν είχες ποτέ ως τότε φανταστεί, μέχρι ένα πρόσωπο που θα δεις φευγαλέα στον δρόμο, ένα μοναχικό δέντρο, μια έρημη πλατεία, μια ανάμνηση που για κάποιον άγνωστο λόγο ζωντανεύει ξαφνικά, και πάει λέγοντας… Η συγγραφή έρχεται σαν μια ορμή που ενώ ξεκινά πάντοτε εκ των έσω είναι στην πραγματικότητα ορμή προς τα έξω και διαλεκτική σχέση με την κοινωνία. 

Μ.Γ.: Δημιουργώντας τη δική σας μυθοπλασία, μυθιστορήματα ή παιδικά βιβλία, τι θέλετε να προσφέρετε στους ενήλικους αναγνώστες και τι στα παιδιά;

Ο.Τ.: Στους ενήλικες, εκτός από το ταξίδι, θα ήθελα ακόμη να προσφέρω μνήμη, κυρίως ιστορική μνήμη ώστε να αποκτήσουν όλοι επίγνωση του ότι τα πράγματα δεν ήταν πάντοτε έτσι – και κατά συνέπεια θα μπορούσαν και τώρα να είναι διαφορετικά.

Στα παιδιά, με τα παιδικά μου βιβλία,.. μια άλλη ματιά στην ιστορία και στη ζωή, αυτά δηλαδή που δεν τους διδάσκουν στο σχολείο, αλλά και πολλές ευχάριστες στιγμές. 

Μ.Γ.: Έχετε ασχοληθεί από πολύ νωρίς με τη φιλοσοφία. Αν είχατε τη δυνατότητα να συναντήσετε κάποιον κλασσικό συγγραφέα ποιον θα επιλέγατε;

Ο.Τ.: Επειδή αναφέρετε τη φιλοσοφία, αν είχα τη δυνατότητα για έναν φιλόσοφο μόνο θα επέλεγα τον αρχαίο Ηράκλειτο επειδή θεωρώ ότι μέσα στα λιγοστά αποσπάσματα που σώζονται από το έργο του περιέχονται ολόκληροι τόμοι φιλοσοφικής σκέψης. Αν μπορούσα να αναφέρω και έναν φιλόσοφο των νεότερων χρόνων, θα πρόσθετα τον Νίτσε.  Από τους ποιητές, τους γίγαντες Σοφοκλή, Ρεμπώ και Καβάφη. 

Μ.Γ.: «Λιμπερτάλια» είναι ο τίτλος του νέου βιβλίου σας που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πνοή. Ποια είναι η Λιμπερτάλια που χαρίζει το όνομά της στον τίτλο;

Ο.Τ.: Η Λιμπερτάλια είναι μια πειρατική ουτοπία, μία από εκείνες τις ελεύθερες (και ελευθεριακές) κοινότητες που ίδρυσαν οι πειρατές, πολύ πριν τις ουτοπίες του Διαφωτισμού και τις μεγάλες ευρωπαϊκές επαναστάσεις… Το όνομα Λιμπερτάλια βγαίνει από τη λέξη liberte δηλαδή ελευθερία… Και σύμφωνα με τον Ντ. Νταφόου στη «Γενική Ιστορία των Πειρατών» η Λιμπερτάλια ήταν υπαρκτή, ένα μεγάλο κοινωνικό πείραμα που πραγματοποιήθηκε, και πέτυχε, στα τέλη του δέκατου έβδομου αιώνα. 

Μ.Γ.: Σε ποιους τόπους και χρόνους μας ταξιδεύετε με το βιβλίο σας;

Ο.Τ.: Βρισκόμαστε στον 17ο αιώνα, και ξεκινάμε από μια μικρή πόλη λίγο έξω από τη Μασσαλία. Έπειτα από ένα μεγάλο ταξίδι στη θάλασσα –που μοιάζει να μας βγάζει από τον τόπο και τον χρόνο– η ηρωίδα του βιβλίου θα βρεθεί σε μια απόμερη ακτή της Μαδαγασκάρης, όπου κάποιοι πειρατές, με γνωστότερους ανάμεσά τους τούς καπετάνιους Μισόν και Τιου, έχουν ιδρύσει τη Λιμπερτάλια.

Μ.Γ.: Ποιο ήταν το κίνητρο ώστε να γράψετε για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο;

Ο.Τ.: Το ότι εκείνη η περίοδος, δηλαδή από τα μέσα του δεκάτου εβδόμου αιώνα ως την αρχή του δεκάτου ογδόου ήταν και ο καιρός των πειρατών, ο καιρός της μεγάλης άνθισης της πειρατείας που ανέκαθεν με γοήτευε τόσο για το ατέρμονο ταξίδι στη θάλασσα όσο και για τα κοινωνικά πειράματα που συντελέστηκαν τότε και που η επίσημη ιστορία εξακολουθεί να αγνοεί.

Μ.Γ.: Υπάρχουν κάποια κοινά στοιχεία στην αντιμετώπιση της πανώλης από τους κατοίκους της Λιμπερτάλια του 1681 με τους σημερινούς ανθρώπους απέναντι στον covid-19;

Ο.Τ.: Η αλήθεια είναι πως όταν έγραφα το βιβλίο δεν είχε ακόμη προκύψει ο COVID 19. Είναι επίσης αλήθεια ότι η στάση των σημερινών ανθρώπων απέναντι στην πανδημία έχει πολλά κοινά σημεία τόσο με την αντιμετώπιση της επιδημίας πανώλης που περιγράφεται στο βιβλίο όσο και με την αντιμετώπιση γενικά των πολλών και διαφόρων επιδημιών/πανδημιών που έπληξαν την ανθρωπότητα στη διάρκεια των αιώνων. Ένα κοινό σημείο είναι φυσικά ο φόβος, ο οποίος όταν ξεπερνά κάποια όρια και γίνεται παράλογος, είναι ο χειρότερος σύμβουλος. Ένα άλλο κοινό σημείο, που αποτελεί και ένα από τα κεντρικά θέματα ειδικότερα στην αρχή του βιβλίου, είναι η σύγκρουση ανάμεσα στη θρησκεία και την επιστήμη – και δυστυχώς η πρόοδος που έχει κάνει η ανθρωπότητα σε αυτόν τον τομέα, όπως διαπιστώσαμε και προσφάτως, δεν ήταν η αναμενόμενη. Τέλος, αν θέλουμε να μιλήσουμε για την ανθρώπινη ψυχολογία, αυτή σε γενικές γραμμές παρέμεινε ίδια, τουλάχιστον από τον δέκατο έβδομο αιώνα ως τις ημέρες μας. Ο αρχαίος άνθρωπος, όπως και ο αναγεννησιακός άνθρωπος, είχαν διαφορετική ψυχολογία από αυτήν του σημερινού ανθρώπου, αλλά ο άνθρωπος των καιρών του Διαφωτισμού και των λίγο προγενέστερων δεν διαφέρει πολύ ως προς την ψυχολογία του από τον σημερινό, άλλη μια απόδειξη του ότι ο Διαφωτισμός δεν πέτυχε τον κυριότερο στόχο του που ήταν, σύμφωνα προς τον Καντ, «η έξοδος του ανθρώπου από την ανωριμότητά του».

Μ.Γ.: Γιατί οι άνθρωποι επιλέγουν να είναι πολύ θυμωμένοι προκειμένου ν’ αποφύγουν να αντικρίσουν κατάματα τη θλίψη, όπως γράφετε σε κάποιο σημείο;

Ο.Τ.: Μερικές φορές οι άνθρωποι φοβούνται τον πόνο, φοβούνται να βιώσουν τη θλίψη ως αυτόνομο συναίσθημα που καλεί και παρασύρει στο δικό του ταξίδι. Τότε ο θυμός είναι το πιο πρόσφορο συναίσθημα για να «λοξοδρομήσουμε» και να αποφύγουμε, προσωρινά, την οδύνη. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι ο θυμός είναι πάντοτε υποκατάστατο της θλίψης, ο θυμός υπάρχει και ως αυτόνομο συναίσθημα, και τότε μπορεί να αποτελέσει κινητήρια δύναμη για πολύ σημαντικά πράγματα.

Μ.Γ.: Ο Γκυ και ο Ζακί είναι δυο νεαροί φίλοι της ηρωίδας σας Σιμπίλ. Ποιες είναι οι διαφορές στους χαρακτήρες τους;

Ο.Τ.: Ο Ζακί είναι ένας άνθρωπος δεμένος με τη γη, και χωρίς και ο ίδιος να το αντιλαμβάνεται είναι εκπρόσωπος του αγροτικού ριζοσπαστισμού που ήταν αρκετά διαδεδομένος εκείνο τον καιρό στην ύπαιθρο. Τις ιδέες του όμως τις υπερασπίζεται με θάρρος και με σταθερότητα. Είναι ένας άνθρωπος που δείχνει έμπρακτα την αγάπη και την αλληλεγγύη του και δεν του άρεσαν τα πολλά λόγια, σε αντίθεση με τον Γκυ ο οποίος έχει ένα στοιχείο υπερβολής στα λόγια του αλλά δεν διαθέτει ούτε σταθερότητα ούτε το θάρρος της γνώμης του. Ο Ζακί είναι αυτός που δεν θα προδώσει ποτέ αξίες και ανθρώπους κάτι που δεν ισχύει για τον Γκυ ο οποίος υποτάσσεται στις κοινωνικές επιταγές και τη εξουσία γενικότερα, παρότι γνωρίζει πόσο άδικη είναι. 

Μ.Γ.: Ποιο ήταν το ζητούμενο του Μισόν δημιουργώντας τη Λιμπερτάλια;

Ο.Τ.: Ο Μισόν ήθελε να φτιάξει έναν καλύτερο κόσμο. Μια κοινωνία ελεύθερη, ακριβέστερα μάλιστα μία ελευθεριακή κοινότητα, χωρίς τον θεσμό της ιδιοκτησίας, χωρίς την καταπίεση ανθρώπου από άνθρωπο, βασισμένη στην απόλυτη ισότητα και χωρίς εξουσία και εξουσιαστικές σχέσεις. 

Μ.Γ.: Πιστεύετε ότι υπάρχουν άνθρωποι που διαθέτουν το χάρισμα της Σιμπίλ να βλέπουν εικόνες από το μέλλον;

Ο.Τ.: Νομίζω ότι λίγο πολύ όλοι μπορούμε κατά κάποιον τρόπο να «δούμε» το μέλλον. Αλλά δεν το εννοώ με τη μεταφυσική έννοια, το εννοώ περισσότερο όπως το εννοούσαν και οι αρχαίοι υπό την έννοια, δηλαδή, της δυνατότητας να «δει» κανείς το μέλλον ερμηνεύοντας το παρελθόν και το παρόν. Το χάρισμα της Σιμπίλ –το όνομά της σημαίνει «Σίβυλλα»– έχει   συμβολική σημασία στο βιβλίο, και αποσκοπεί στο να δείξει την ενότητα παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος. 

Μ.Γ.: «Η ελπίδα γεννά αυταπάτες και οι αυταπάτες οδηγούν στην πλάνη» αναφέρει ο Μισόν στη Σιμπίλ. Συμφωνείτε με αυτή την άποψη;

Ο.Τ.: Ναι, συμφωνώ. Αυτός είναι και ο λόγος που οι μεγαλύτερες, οι πιο ριζικές αλλαγές στον κόσμο, οι επαναστάσεις και οι εξεγέρσεις, έγιναν από ανθρώπους που είχαν χάσει πια την ελπίδα. Γι’ αυτό άλλωστε η Ελπίδα βρίσκεται και αυτή μέσα στο κουτί της Πανδώρας… 

Μ.Γ.: «Θα μπορούσε ποτέ εκείνη ν’ ανήκει σε κάποιον;» αναρωτιέται η Σιμπίλ. Τι άνθρωπος είναι;

Ο.Τ.: Η Σιμπίλ είναι ένα ελεύθερο πνεύμα που δεν υποτάσσεται σε προκαταλήψεις και δεν μπορεί να δεχτεί την αδικία. Μέσα της έχει την αγάπη για τη θάλασσα και η θάλασσα σημαίνει γι’ αυτή ταξίδι και ελευθερία. Στον έρωτα μπορεί να δώσει τα πάντα αλλά δεν τον βλέπει σαν σχέση ιδιοκτησίας, δεν θέλει να της ανήκει ο άλλος κι ούτε η ίδια μπορεί ν’ ανήκει ποτέ σε κανέναν. 

Μ.Γ.: Τελικά, υπάρχουν μαύρες ορχιδέες όπως τις εννοείτε στο βιβλίο σας;

Ο.Τ.: Είναι σπάνιες, πάρα πολύ σπάνιες. Αλλά, ναι, υπάρχουν… 

Μ.Γ.: Ποια είναι τα στοιχεία τής σχέσης των ηρώων σας που σας συγκίνησαν περισσότερο κατά τη συγγραφή του βιβλίου;

Ο.Τ.: Αυτό που θα έλεγα ότι με συγκίνησε στους ήρωές μου και στις μεταξύ τους σχέσεις, έτσι όπως τους είδα να γεννιούνται και σιγά-σιγά να αυτονομούνται από εμένα και να παίρνουν τον δικό τους δρόμο ο καθένας και η κάθε μια τους, είναι ότι μέσα στην πορεία της αφήγησης που σε μεγάλο βαθμό ακολουθεί τα ιστορικά γεγονότα της εποχής, παραμένουν παντού και πάντοτε ο εαυτός τους – είτε κινδυνεύει η ζωή τους, είτε ερωτεύονται, είτε πενθούν, είτε πρέπει να πουν αντίο… 

Μ.Γ.: Με ποια συναισθήματα βιώσατε τη συγγραφική πορεία και ποια καταστάλαξαν μέσα σας γράφοντας τη λέξη τέλος;

Ο.Τ.: Τα συναισθήματα ήταν αντιφατικά, θλίψη ανάμικτη με νοσταλγία (τη νοσταλγία που νιώθει κανείς για τόπους που δεν είδε και για καιρούς που δεν έζησε πραγματικά) αλλά και χαρά, τη χαρά του ταξιδιού και της ανακάλυψης. Δεν θα έλεγα όμως ότι καταστάλαξε κάτι όταν έγραψα τη λέξη «τέλος» νιώθω μάλλον ότι η Λιμπερτάλια συνεχίζει το ταξίδι της μέσα μου, ή ότι το ταξίδι για τη Λιμπερτάλια συνεχίζεται…

Μ.Γ.: Σας ευχαριστώ πολύ για τη συνέντευξη και σας εύχομαι καλοτάξιδο το βιβλίο σας.

Ο.Τ.: Σας ευχαριστώ πολύ κι εγώ.

*Το βιβλίο «Λιμπερτάλια» της Ουρανίας Ν. Τουτουντζή κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πνοή.

 Μαίρη Γκαζιάνη

Γεννήθηκε στα Ιωάννινα.  Μεγάλωσε στην Αθήνα όπου ζει μέχρι σήμερα και εργάσθηκε στον τραπεζικό χώρο. Στο παρελθόν ασχολήθηκε ερασιτεχνικά με την φωτογραφία, τη ζωγραφική και τα τελευταία δέκα χρόνια με τη συγγραφή. Έχει πραγματοποιήσει ατομικές εκθέσεις και έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές.

Την περίοδο 2011-2012 υπήρξε ραδιοφωνική παραγωγός στο magicradiolive. Από τον Νοέμβρη 2014 συνεργάζεται με το now24.gr και έχει πραγματοποιήσει πάνω από εξακόσιες συνεντεύξεις, καθώς και σχολιασμούς βιβλίων και θεατρικών παραστάσεων. Το 2016 συμμετείχε στην τηλεοπτική εκπομπή «Καλώς τους» του ΑιγαίοTV πραγματοποιώντας συνεντεύξεις σε ανθρώπους των τεχνών. Διετέλεσε Διευθύντρια Σύνταξης του on line Πολιτιστικού Περιοδικού Books and Style από Ιούλιο 2017 έως Μάρτιο 2018 οπότε αποχώρησε οικειοθελώς.

Μεγάλες της αγάπες είναι το θέατρο και ο χορός με τα οποία έχει ασχοληθεί ερασιτεχνικά κι έχει συμμετάσχει σε θεατρικές και χορευτικές παραστάσεις.

Τον Μάιο του 2012 κυκλοφόρησε την πρώτη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Σου γράφω…», τον Σεπτέμβρη 2013 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο «Ένα φεγγάρι λιγότερο» από τις εκδόσεις Ελληνική Πρωτοβουλία και τον Ιούνιο του 2014 κυκλοφόρησε το βιβλίο της «Τα πλήκτρα της σιωπής»  από τις εκδόσεις ΄Οστρια. Επίσης, το παραμύθι της «Το ψαράκι του βυθού» συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Παραμύθια και Μαμάδες» εκδόσεις Βερέττα 2015.  Τον Ιούνιο 2017 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της «Άλικα βήματα» από την Εμπειρία Εκδοτική. Τον Νοέμβριο του  2019 κυκλοφόρησε το νέο της μυθιστόρημα «Ζάχαρη άχνη» από τις εκδόσεις Ωκεανός. Τον Ιούνιο 2021 κυκλοφόρησε  το νέο της μυθιστόρημα με τίτλο Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ από τις εκδόσεις Ωκεανός.    

 

 

Related posts