Subscribe Now

Trending News

Τα cookies επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την εμπειρία σας στo now24.gr.
Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies, σύμφωνα με τις οδηγίες μας.
26 Σεπ 2020
Πολιτισμός

Ο συγγραφέας Μιχάλης Κατσιμπάρδης μιλάει για το νέο βιβλίο του «Στα μούτρα σου!»

Συνέντευξη στη Μαίρη Γκαζιάνη 

Ο Μιχάλης Κατσιμπάρδης γεννήθηκε γεννήθηκε στο Άργος και ζει στην Αθήνα. Είναι φιλόλογος και διδάσκει εδώ και πολλά χρόνια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ενώ για μια δεκαετία εργαζόταν στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο.Έχει συγγράψει βιβλία με θέμα τη διδακτική της νεοελληνικής γλώσσας και μια σειρά άρθρων με αντίστοιχο περιεχόμενο. Έχει, επίσης, γράψει σενάρια για ντοκιμαντέρ καθώς και για την Εκπαιδευτική Τηλεόραση.

Aπό την Άνεμος εκδοτική κυκλοφορεί το βιβλίο-ντοκουμέντο «Δυο χειμώνες κι ούτε ένα καλοκαίρι», 2018. 

ΜΑΙΡΗ ΓΚΑΖΙΑΝΗ: Μιχάλη πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο σου με τον πρωτότυπο τίτλο «Στα μούτρα σου!». Πώς προέκυψε ο τίτλος;

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΙΜΠΑΡΔΗΣ: Τυχαία, όπως συνήθως συμβαίνει. Το άκουσα από τα χείλη ενός πιτσιρίκου και ξύπνησαν οι παιδικές μου μνήμες, τότε που η φράση αυτή ήταν η απάντηση μας σε μια ανοιχτή παλάμη που κόλλαγε στα μούτρα μας!

Μ.Γ.: Το βιβλίο αναφέρεται στην παιδική ηλικία του Γιωργή. Ποιος είναι ο Γιωργής και που μεγαλώνει;

Μ.Κ.: Ο Γιωργής είναι ένα οποιοδήποτε παιδί της δεκαετίας του ’70. Ανέμελο και ζωντανό, πειραχτήρι αλλά και ευαίσθητο. Ζει σε κάποια ακαθόριστη ελληνική πόλη στην καρδιά της δικτατορίας.

Μ.Γ.: Ποιο ήταν το κίνητρο ώστε να γράψεις για τη συγκεκριμένη εποχή;

Μ.Κ.: Η φράση του τίτλου μού έδωσε και το έναυσμα της συγγραφής. Πάντα η αναπόληση της παιδικής μας ζωής μας συγκινεί και μας εξιτάρει. Αυτό συμβαίνει ακόμα κι όταν τα παιδικά μας χρόνια δεν ήταν αυτά που θα θέλαμε. Οι μνήμες ανακλήθηκαν τόσο έντονα ώστε έγιναν σχεδόν νωπές. Μετά όλα τα άλλα ήταν εύκολα.

Μ.Γ.: Κατά πόσο ο Γιωργής ταυτίζεται με τη δική σου παιδική ηλικία;

Μ.Κ.: Σε κάποιο βαθμό η ιστορία του έχει και αυτοβιογραφικά στοιχεία. Ωστόσο, οι περισσότερες περιπέτειές του είναι προϊόν μυθοπλασίας. Πολύ θα ήθελα πάντως να ήμουν καθόλα ο μικρός Γιωργής.

Μ.Γ.: Η αλήθεια είναι πως με την αφήγησή σου προκαλείς δάκρυα νοσταλγικής συγκίνησης. Ποια ήταν τα δικά σου συναισθήματά σας κατά τη διάρκεια της συγγραφής του βιβλίου;

Μ.Κ.: Στη ζωή ενυπάρχουν και εναλλάσσονται το χιούμορ και η συγκίνηση, σε δοσολογία που διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο. Αυτό προσπάθησα να δώσω στο βιβλίο μου, επιχειρώντας τουλάχιστον να μην εκβιαστούν τα συναισθήματα, πράγμα που ελπίζω να έγινε εφικτό. Η νοσταλγία είναι η καταφυγή μας σε ασφαλείς και αγαπητούς τόπους. Είναι το παιχνίδισμα με τον χρόνο ώστε να μεταφερθούμε νοερά και θυμικά σε ανεπίστροφες εμπειρίες. Τα παιδικά μας χρόνια εμπεριείχαν την αθωότητα που μας στέρησε ο φθοροποιός χρόνος. Γι’ αυτό πάντα θα τα νοσταλγούμε γλυκά.

Μ.Γ.: Ο Γιωργής μεγαλώνει σε κάποια επαρχιακή πόλη. Η ζωή των παιδιών στην πρωτεύουσα διέφερε από των παιδιών της επαρχίας;

Μ.Κ.: Σε γενικές γραμμές ναι. Εκείνη την εποχή υπήρχε μεγάλο χάος ανάμεσα στη ζωή της μεγαλούπολης και της επαρχίας σε όλους τους τομείς. Τα παιδιά μάθαιναν τον κόσμο μέσα από το παιχνίδι, που γινόταν ομαδικά και σχεδόν πάντα εκτός σπιτιού. Τα παιδιά της επαρχίας είχαν περισσότερες ευκαιρίες για ατέλειωτο παιχνίδι στις αλάνες και τα χωράφια και λιγότερους κινδύνους να καραδοκούν.

Μ.Γ.: Με ποια επίθετα θα χαρακτήριζες τον Γιωργή;

Μ.Κ.: Πρώτα απ’ όλα ευαίσθητο και ονειροπόλο. Τολμηρό και υπεύθυνο. Αθώο αλλά και ώριμο για την ηλικία του. Επίσης πειραχτήρι και χωρατατζή. Ένα παιδί της γενιάς του.

Η Μαίρη Γκαζιάνη με τον συγγραφέα Μιχάλη Κατσιμπάρδη

Μ.Γ.: Πως παρουσιάζεται ο πρώτος παιδικός έρωτας στο βιβλίο σου;

Μ.Κ.: Το πρώτο ερωτικό σκίρτημα του δεκάχρονου Γιωργή σηματοδοτεί την πρόωρη μετάβαση από την παιδικότητα στην ενήλικη ζωή. Είναι ένας έρωτας άγουρος και ώριμος μαζί. Ανήλικος και ενήλικος συνάμα, με την έννοια ότι ο Γιωργής συνειδητοποιεί βιώνοντας τις αλλαγές που προκαλούνται στην ψυχούλα του. Η Ναυσικά, ο ερωτικός αντίποδας του Γιωργή, αντιμετωπίζει το ερωτικό συναίσθημα με περισσότερη ωριμότητα και αυτοέλεγχο.

Μ.Γ.: Τελικά, αυτός ο έρωτας δεν ξεχνιέται ποτέ;

Μ.Κ.: Τα περισσότερα πράγματα που νοηματοδοτούν τη ζωή μας και μας συμβαίνουν για πρώτη φορά, μας χαράζουν βαθιά και μας ακολουθούν. Πόσω μάλλον όταν πρόκειται για τον πρώτο μας έρωτα, ακόμα και για κείνον που λανθάνει.

Μ.Γ.: Όσα αναφέρεις στο βιβλίο είναι προσωπικές μνήμες ή χρειάστηκε να ανατρέξεις και σε   άλλες πηγές;

Μ.Κ.: Πολύ συχνά οι συγγραφείς καταφεύγουν στο προσωπικό βίωμα, είτε αυτό είναι άμεσα προσωπικό είτε αποτελεί μεταφορά ακούσματος ή αφήγησης από τρίτο πρόσωπο. Ωστόσο, κυρίαρχο ρόλο παίζει πάντα η μυθοπλασία που είναι γνήσιο παιδί της φαντασίας. Αυτό συμβαίνει και στο βιβλίο αυτό.

Μ.Γ.: Πιστεύεις ότι οι άνθρωποι τότε ήταν περισσότερο αυθεντικοί;

Μ.Κ.: Όχι, δεν θα το έλεγα. Δεν ήταν αθώες οι εποχές ούτε πιο γνήσιες οι ανθρώπινες σχέσεις. Απλώς οι πολλοί ζούσαν κάτω από τις ίδιες κοινωνικές συνθήκες, αντιμετώπιζαν κοινή μοίρα και είχαν παρόμοιες ανάγκες. Αυτό τους έφερνε πιο κοντά απ’ ό,τι σήμερα, που η ανασφάλεια και ο φόβος οδηγεί τους ανθρώπους στην καχυποψία και την ιδιώτευση.

Μ.Γ.: Σήμερα τα περισσότερα παιδιά παίζουν στημένα μπροστά σε μια οθόνη. Ποια ήταν τότε τα συνηθέστερα παιχνίδια;

Μ.Κ.: Τα σημερινά παιδιά είναι θύματα μιας εικονικής πραγματικότητας που τα αποσπά από την πραγματική ζωή. Βιώνουν τα πάντα μέσα από μια οθόνη, όπως σωστά λέτε, απορροφώντας ατελείωτη πληροφόρηση, εν πολλοίς άχρηστη, ενώ αδυνατούν να αισθανθούν γνήσια συναισθήματα. Απεναντίας, τα παιδιά του «χτες» μάθαιναν τη ζωή μέσα από την καθημερινή επαφή και κυρίως το παιχνίδι. Έπαιζαν διαρκώς, μάλωναν, έλυναν μόνα τους τις διαφορές τους, αδικούνταν και διεκδικούσαν μόνα τους το δίκιο τους, βρίσκανε διαφυγές από την αυστηρότητα του σχολείου και των γονιών. Σε κάθε περίπτωση μεγάλωναν σαν παιδιά.

Μ.Γ.: Γιατί στο οπισθόφυλλο ονομάζεις «φαιδρή» την τότε σχολική διαπαιδαγώγηση;

Μ.Κ.: Τα βασικά χαρακτηριστικά της εκπαίδευσης της εποχής εκείνης ήταν η υπέρμετρη αυστηρότητα, η εξαντλητική επιμονή στους τύπους και στην τάξη, η απουσία του γέλιου και της χαράς ως δημιουργικών και παιδαγωγικών μέσων και η ανάδειξη του δασκάλου ως αναντίρρητη αυθεντία. Αυτά σήμερα προκαλούν θυμηδία και αποστροφή. Ωστόσο, υπήρχε και κάτι θετικό. Η απουσία πολύπλευρης πληροφόρησης οδηγούσε σε προσήλωση στην κατάκτηση της βασικής γνώσης.

 Μ.Γ.: Τη σημερινή πως την ονομάζεις;

Μ.Κ.: Στα θετικά της είναι ότι εγκαταλείφθηκε το μοντέλο της αυθεντίας και η δασκαλοκεντρική μέθοδος διδασκαλίας, όπως και το γεγονός ότι οι μαθητές ανιχνεύουν πλέον τη γνώση σε πολλαπλές πηγές. Ωστόσο, υπάρχει πάντα η σύγχυση ανάμεσα στην πληροφορία και τη γνώση, ενώ η υπέρμετρη αυστηρότητα αντικαταστάθηκε σε πολλές περιπτώσεις από την ασέβεια και την ασυδοσία κάποιων μαθητών.

 Μ.Γ.: Αν και ο κεντρικός ήρωάς σου είναι ο Γιωργής, μέσα από τις περιπέτειές του διηγείσαι γεγονότα που αφορούν και τους ενήλικες της εποχής. Από τι χαρακτηρίζονταν κυρίως οι ενήλικες;

Μ.Κ.: Επιχείρησα να δώσω μέσα από τον κοινωνικό και πολιτικό καμβά της ιστορίας μου τα γεγονότα που σηματοδότησαν τη σκοτεινή εκείνη περίοδο της σύγχρονης Ιστορίας. Η δικτατορία βύθισε τη χώρα σε ένα καθεστώς υποταγής, υπομονής και σιωπής. Επιμένω στο τελευταίο γιατί είναι αληθές ότι στην πλειονότητά του ο ελληνικός λαός, εκτός από κάποιες ηρωικές εξαιρέσεις, υπέμεινε καρτερικά το πέρασμα της μπόρας. Ο φόβος των περισσότερων ενηλίκων επιστράτευε τη σιωπή ως ασφαλές μέσο επιβίωσης.

 Μ.Γ.: «Ένας μικρόκοσμος γεμάτος ανέμελα παιδιά και γονείς βυθισμένους σε έγνοιες αποτυπώνεται στον καμβά της εφτάχρονης δικτατορίας» αναφέρεται στο οπισθόφυλλο. Σήμερα ποια επίθετα θα χρησιμοποιούσες για τα παιδιά και τους γονείς;

Μ.Κ.: Οι χαρακτηρισμοί δεν αποτελούν επ’ ουδενί γενίκευση. Αρκετά παιδιά λοιπόν είναι μικρομέγαλα, με συναισθηματική ανωριμότητα και έλλειψη φαντασίας αλλά και από την άλλη έξυπνα και ρεαλιστικά. Αρκετοί γονείς είναι αγχωμένοι, υπερπροστατευτικοί και συχνά ενοχικοί.

 Μ.Γ.: Το βιβλίο σου χωρίζεται σε κεφάλαια. Ποιο από αυτά σου προκάλεσε την εντονότερη νοσταλγία και ποιο τη μεγαλύτερη συγκίνηση;

Μ.Κ.: Θα ξεχώριζα για τη νοσταλγική του διάθεση το κεφάλαιο με τη λαθραία παρακολούθηση του θερινού σινεμά, τότε που σκαρφαλώναμε με ρίσκο στις ανεγειρόμενες οικοδομές. Από την άλλη συγκίνηση μού προκάλεσε το κεφάλαιο με τον θυμόσοφο γέρο-νησιώτη που πάλευε με τη μοναξιά και την απώλεια μακριά από τους ανθρώπους.

Μ.Γ.: Αν συγκρίνεις εκείνη την εποχή με τη σημερινή τι είναι αυτό που πιστεύεις ότι απουσιάζει σήμερα και (εκτός της επταετούς δικτατορίας) τι δεν θα ήθελες να επανέλθει ποτέ;

Μ.Κ.: Νομίζω ότι αυτό που απουσιάζει από την καθημερινότητά μας είναι η γνήσια ανθρώπινη επαφή. Οι καλημέρες, οι επισκέψεις, οι συναντήσεις των κυράδων στη γειτονιά, η χαρά των παιδιών μέσα από το ομαδικό παιχνίδι. Ασφαλώς, δεν θα μπορούσα να αναπολήσω την καθολική σχεδόν ανέχεια, την αυστηρότητα των ηθών και τα κουτσομπολιά της γειτονιάς.

 Μ.Γ.: «Το άγχος, το στρες, η διαρκής ανησυχία και η υπερπροστασία δεν ήταν χαρακτηριστικά εκείνης της εποχής» από τους γονείς για τα παιδιά τους. Τι πιστεύεις ότι φταίει κι άλλαξαν τόσο πολύ τα δεδομένα;

Μ.Κ.: Ζούμε σε μια εξαιρετικά ανασφαλή εποχή. Τα παιδιά ωστόσο μεγαλώνουν σε ένα κατ’ επίφαση προστατευμένο από τους γονείς περιβάλλον, όπου τους παρέχονται σχεδόν τα πάντα και ελέγχονται σχολαστικά οι κίνδυνοι που τα απειλούν. Δεν είναι όμως όλοι οι κίνδυνοι ορατοί (η ανεξέλεγκτη επαφή των παιδιών με το διαδίκτυο το μαρτυρά αυτό), ενώ η υπερπροστατευτικότητα γεννά την αντίδραση των παιδιών, ειδικά στην εφηβεία. Βεβαίως, ο ουσιαστικός χρόνος που αφιερώνουν οι γονείς στα παιδιά τους. λόγω της αλλαγής των κοινωνικών συνθηκών, έχει συρρικνωθεί ανησυχητικά.

 

Μ.Γ.: Μιχάλη έχεις γράψει ένα βιβλίο ντοκουμέντο μιας εποχής που πέρασε ανεπιστρεπτί. Οι άνθρωποι της εποχής εκείνης είναι οι σημερινοί μεσήλικες κι έχουν βιώσει τις περισσότερες καταστάσεις που περιγράφεις στο βιβλίο σου. Μπορείς να μας αναφέρεις κάποια από τα πράγματα που σήμερα έχουν καταργηθεί π.χ. ΜΕΛΟ γκοφρέτες, ο λάκκος με τον ασβέστη, το ΤΑΚΑ ΤΑΚΑ κλπ ώστε να γνωρίζουν οι μελλοντικοί αναγνώστες σου τι θα συναντήσουν στο βιβλίο σου;

Μ.Κ.: Νομίζω ότι τα περισσότερα απ’ αυτά θα ξένιζαν τα σημερινά παιδιά. Πώς να καταλάβει το σημερινό παιδί τι ήταν η παγοκολόνα, το εξαήμερο σχολείο, οι σχολικές ποδιές, η χαρά που μας έδινε το δώρο με τη συσκευασία του ΚΛΙΝ; Δεν είναι εύκολο να συναισθανθούν την απίστευτη χαρά που πρόσφερε κάτι που σήμερα θα θεωρείτο ευτελές και άνευ ενδιαφέροντος. Από τα σημερινά παιδιά επίσης έχει αφαιρεθεί κάτι που για μας ήταν το μεγαλύτερο όπλο μας: η φαντασία και η ευτυχία που μας πρόσφερε απλόχερα και ανέξοδα.

Μ.Γ.: Σ΄ ευχαριστώ πολύ για την παραχώρηση της συνέντευξης κι εύχομαι καλοτάξιδο το βιβλίο σου.

Μ.Κ.: Ευχαριστώ πολύ για την ευκαιρία που μου έδωσε η συνέντευξη να ξαναφορέσω κοντά παντελονάκια…

*Το μυθιστόρημα «Στα μούτρα σου!» του Μιχάλη Κατσιμπάρδη κυκλοφορεί από την Άνεμος εκδοτική.

 Μαίρη Γκαζιάνη

Γεννήθηκε στα Ιωάννινα.  Μεγάλωσε στην Αθήνα όπου ζει μέχρι σήμερα και εργάσθηκε ως τραπεζοϋπάλληλος. Στο παρελθόν ασχολήθηκε ερασιτεχνικά με την φωτογραφία ενώ τώρα ζωγραφίζει και παράλληλα γράφει. Έχει πραγματοποιήσει ατομικές εκθέσεις και έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές.

Τον Μάιο του 2012 κυκλοφόρησε την πρώτη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Σου γράφω…», τον Σεπτέμβρη 2013 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο ΕΝΑ ΦΕΓΓΑΡΙ ΛΙΓΟΤΕΡΟ και τον Ιούνιο του 2014 κυκλοφόρησε το βιβλίο της ΤΑ ΠΛΗΚΤΡΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ  από τις εκδόσεις ΄Οστρια. Επίσης, το παραμύθι της «Το ψαράκι του βυθού» συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Παραμύθια και Μαμάδες» εκδόσεις Βερέττα 2015.  Τον Ιούνιο 2017 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της ΑΛΙΚΑ ΒΗΜΑΤΑ από την Εμπειρία Εκδοτική. Το 2019 θα κυκλοφορήσει το νέο της μυθιστόρημα από τις εκδόσεις Ωκεανός.

Την περίοδο 2011-2012 υπήρξε ραδιοφωνική παραγωγός στο magicradiolive. Από τον Νοέμβρη 2014 συνεργάζεται με το now24.gr και έχει πραγματοποιήσει πάνω από πεντακόσιες συνεντεύξεις. Το 2016 συμμετείχε στην τηλεοπτική εκπομπή ΚΑΛΩΣ ΤΟΥΣ του ΑιγαίοTV πραγματοποιώντας συνεντεύξεις σε ανθρώπους των τεχνών. Διετέλεσε Διευθύντρια Σύνταξης του on line Πολιτιστικού Περιοδικού Books and Style από Ιούλιο 2017 έως Μάρτιο 2018 οπότε αποχώρησε οικειοθελώς.

Μεγάλες της αγάπες είναι το θέατρο και ο χορός με τα οποία έχει ασχοληθεί ερασιτεχνικά.   

                                                               

 

Related posts