Subscribe Now

Trending News

Τα cookies επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την εμπειρία σας στo now24.gr.
Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies, σύμφωνα με τις οδηγίες μας.
21 Σεπ 2020
Πολιτισμός

Ο συγγραφέας Γιάννης Φιλιππίδης μιλάει για το νέο βιβλίο του «Το σπίτι με τις κλειδαριές»

Συνέντευξη στη Μαίρη Γκαζιάνη 

Ο Γιάννης Φιλιππίδης είναι συγγραφέας και υπεύθυνος εκδόσεων της Άνεμος Εκδοτική. Σπούδασε υποκριτική στη Δραματική Σχολή του Βασίλη Ρίτσου. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών. Άρθρα του έχουν δημοσιευθεί σε περιοδικά και επώνυμες ιστοσελίδες. Από το 2013 αρθρογραφεί κι είναι αρχισυντάκτης στο www.anemosmagazine.gr 

ΜΑΙΡΗ ΓΚΑΖΙΑΝΗ: Γιάννη, «Το σπίτι με τις κλειδαριές» είναι ο τίτλος του νέου μυθιστορήματός. Πώς προέκυψε ο ιδιαίτερος αυτός τίτλος;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ: Συνήθως οι τίτλοι των βιβλίων μου, βγαίνουν μέσα απ’ αυτά που γράφω και την ώρα που τα γράφω. Όταν συνειδητοποίησα ότι περιγράφω ένα σπίτι γεμάτο κλειδωμένες πόρτες, ντουλάπες, συρτάρια, τον ένιωσα μέσα μου σαν κάτι πολύ δυνατό.

Μ.Γ.: Εκτός από τις κλειδωμένες πόρτες του σπιτιού, υπάρχει κάποιος γενικότερος συμβολισμός στον τίτλο;

Γ.Φ.: Φυσικά. Υπάρχει η νεοπλουτίστικη αντίληψη των γονιών του Παύλου και αυτός καθ’ αυτός εγκλεισμός του γιου τους. Αναφέρομαι στη νοοτροπία της εποχής, του να στιγματίζονται σε μια κλειστή μεγαλοαστική κοινωνία όπως αυτή του Κολωνακίου της δεκαετίας του ’70. Ο Παύλος δεν είναι μόνο άρρωστος αλλά και διαφορετικός. Κι όλη η εφηβεία του περνάει πίσω από κλειδωμένες πόρτες, πράγμα τόσο σκληρό, ώστε να μην του αξίζει.

Μ.Γ.: Με τι έρχεται σε επαφή ο αναγνώστης στις σελίδες του βιβλίου;

Γ.Φ.: Έχω την αίσθηση –που με κάθε κριτική που παίρνω, μου μετατρέπεται σε πεποίθηση– ότι δεν πρόκειται αυτή τη φορά για ένα κοινωνικό μυθιστόρημα, ούτε απλά για ένα βιβλίο δυνατών συναισθημάτων. Θίγει μέσα από τους ήρωές του τη δύσκολη εποχή στην οποία διαδραματίζεται, ενέχει δράση, απρόσμενες ανατροπές. Κι είναι από τα βιβλία μου, που αξίζουν φρονώ, να μιλάς λιγότερο και ν’ αφήνεις τον αναγνώστη να έρχεται αντιμέτωπος με όλα τα παραπάνω. 

Μ.Γ.: Η αλήθεια είναι ότι με προβλημάτισε πολύ η ιστορία σου. Αναρωτιέμαι αν κάποιος με τη σοβαρή ψυχική νόσο του Παύλου θα μπορούσε να ζήσει μια φυσιολογική ζωή δημιουργώντας οικογένεια. Ανεξάρτητα από το βιβλίο, ποια είναι γενικότερα η γνώμη σου;

Γ.Φ.: Ο διπολισμός, μπορεί να αντιμετωπιστεί με τη σωστή φαρμακευτική αγωγή. Ωστόσο υπάρχουν ψυχικές παρενέργειες, αλλά μήπως λίγοι από μας ζούμε με ψυχικά ελαφρύτερα ζητήματα; Το κακό μ’ έναν διπολικό –και η παγίδα του– είναι πως όταν νιώσει καλύτερα, σταματάει την αγωγή και την επόμενη μέρα είναι ξανά σε κατάσταση μη ελεγχόμενη. Και πρέπει κάποιος ή κάτι δυνατό να τον πείσει να μην το κάνει. Ο δικός μου Παύλος, μ’ όλη την αγωγή που λαμβάνει, εξακολουθεί να έχει τα ζητηματάκια του, που όμως αντιμετωπίζονται, μιας και η βαθιά αγάπη του για ένα ταλαιπωρημένο κορίτσι όπως η Κατερίνα, ξεπερνούν το κλειστό του «θέλω» και το «εγώ» ενός νοσούντα. 

Μ.Γ.: Μπορεί ο έρωτας να ξεπεράσει τις δυσκολίες μιας τόσο σοβαρής εκ γενετής νόσου;

Γ.Φ.: Είναι δύσκολο, αλλά για μένα μπορεί. Στην αναζήτησή μου κατά τη συγγραφή του βιβλίου μου αυτού, συνάντησα φίλες μου που είχαν κάνει σχέσεις με διπολικούς. Εκείνες δεν άντεξαν, γιατί επρόκειτο για φυσιολογικά άτομα. Αλλά η Κατερίνα παλεύει να αντέξει. Γιατί έχει περάσει κι η ίδια –με άλλον τρόπο– μια βασανισμένη παιδική ηλικία κι όταν συναντάει τον Παύλο, οι ψυχές τους συντονίζονται και τα πράγματα γίνονται λίγο πιο εφικτά.

Μ.Γ.: Τι ήταν αυτό που γέννησε τα συναισθήματα της Κατερίνας για τον Παύλο;

Γ.Φ.: Αυτό που είπα λίγο παραπάνω: η δική της παιδική ηλικία, οι τραμπουκισμοί και το μπούλινγκ από τα δυο μεγάλα της αδέρφια, η αποστροφή που εισέπραξε από γνωστούς και γείτονες, το παρατσούκλι της «φόνισσας». Έτσι όταν κατεβαίνει στην Αθήνα, το σπίτι των Βαρλάσηδων τής φαίνεται παράδεισος κι ο Παύλος ένας άγγελος με ψαλιδισμένα τα φτερά. 

Μ.Γ.: Έχεις τοποθετήσει την ιστορία σου στην περίοδο της επταετούς δικτατορίας στην Ελλάδα. Γιατί επέλεξες το συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο;

Γ.Φ.: Με γοητεύει το να διεισδύω σε κείνη τη δεκαετία. Κι αυτό σε μια κοσμική Αθήνα, που περιβαλλόταν από τις συνοικίες Κυψέλη-Παγκράτι-Κολωνάκι και ανθρώπους με αστικές παρωπίδες και αστικές αντιλήψεις, ένας άλλος κόσμος ξεσηκωνόταν, διεκδικώντας περισσότερη ελευθερία, δημοκρατία και μοντέρνα κινήματα. 

Μ.Γ.: Τι άνθρωπος είναι ο Παναγιώτης, ο πατέρας του Παύλου;

Γ.Φ.: Είναι ένας άνθρωπος αδίστακτος με τις δικές του αντιλήψεις και νόμους. Παραδόπιστος και εκ γενετής απατεώνας, έχει εθιστεί στο να κερδίζει χρήμα, αξιοποιώντας τον δόλο που κρύβει μέσα του. Είναι ένας κακός ήρωας, που θα φέρει γρήγορα μπελάδες, περιπλέκοντας την μυθοπλασία του βιβλίου μου. 

Μ.Γ.: Για τη μητέρα του Μπεάτα γράφεις ότι «η διπροσωπία τη χαρακτήριζε», από τη μια φέρεται σαν υπηρέτρια στην Κατερίνα κι από την άλλη την καλοπιάνει και την σπρώχνει στην αγκαλιά του Παύλου και την αποκαλεί νύφη της. Μήπως ήθελε ν’ αποτινάξει από πάνω της την ευθύνη του παιδιού της;

Γ.Φ.: Η Μπεάτα είναι κείνη, που κατ’ αρχήν υιοθετεί παράνομα μέσω κάποιου εμπόρου ανήλικων ψυχών το κορίτσι, γιατί αντιλαμβάνεται πως μεγαλώνει, γερνάει και βαφτίζει ένα κορίτσι ως αδερφή του εν κρυπτώ. Έλα όμως που το σχέδιο εξατμίζεται σαν ατμός, όταν τα δυο δυστυχισμένα πλάσματα συναντιούνται και ερωτεύονται σχεδόν με την πρώτη ματιά; Μπαίνει έτσι στη βάσανο, να ακυρώσει την υιοθεσία και επιτρέπει στα δυο παιδιά ν’ αναπτύξουν μια διαφορετική σχέση μεταξύ τους. Πάντως η ίδια, είναι το ένα και το αυτό με τις κυρίες που συναναστρέφεται. Συμπαθητική αλλά και σκρόφα. Πρόκειται για μια λαϊκής καταγωγής γυναίκα, που έχει ψήγματα ανθρωπιάς. Ένας πραγματικά αμφίσημος χαρακτήρας στο βιβλίο μου, που εκτός των άλλων εκφράζει και όλο το καυστικό της χιούμορ και την τρέλα που συμπεριλαμβάνονται στις σελίδες του. 

Μ.Γ.: Ο Παύλος από τα δεκατρία του χρόνια «φυλακίζεται» ανάμεσα στις κλειδωμένες πόρτες του σπιτιού τους. «Έχουμε νιώσει κι έχουμε βιώσει πολλά χρόνια ντροπής με υπαίτιο τον γιο μας» αναφέρει η μητέρα του. Τι ήταν αυτό που καθοδηγούσε τη συμπεριφορά των γονιών του απέναντί του;

Γ.Φ.: Η γνώμη του κόσμου, του κύκλου τους πιο συγκεκριμένα. Δεν μπορεί η οικογένεια Βαρλάση να τριγυρίζει σε κοσμικούς συνευρέσεις συνοδευόμενη από ένα νεαρό αγόρι με απρόβλεπτες αντιδράσεις. 

Μ.Γ.: Η παρακολούθηση του Παύλου από  ψυχίατρο, που φαντάζομαι δεν ήταν οδηγία του η μέθοδος εγκλεισμού και αποκλεισμού του από τον κόσμο, απλά εφησύχαζε τη συνείδησή των γονιών του ότι κάνουν το σωστό με το να πληρώνουν τις επισκέψεις;

Γ.Φ.: Και βέβαια ο γιατρός αποδεικνύεται άβουλος στις αποφάσεις για εγκλεισμό του παιδιού στο σπίτι. Μη λησμονούμε ωστόσο, ότι αναφερόμαστε στη δεκαετία του ’70 στις αρχές της οποίας, η πάθηση του γιου τους αναγνωρίζεται από την παγκόσμια ιατρική κοινότητα με την ονομασία «μανιοκαταθλιπτική σχιζοφρένεια». Είναι πειραματικά ακόμα τα φάρμακα, έτσι οι επισκέψεις κρίνονται ως αναγκαίες. Οι γονείς επιθυμούν τη βελτίωση της ψυχικής υγείας του γιου τους, αλλά τους προσπερνάνε –κι αυτό δυσκολεύει τα πράγματα– τις αστικές τους συνήθειες. 

Μ.Γ.: Ο Παύλος ερωτεύτηκε την Κατερίνα. Πέρα από τον έρωτα απέκτησε κι εξάρτηση από εκείνη;

Γ.Φ.: Απόλυτη. Αυτή είναι το φάρμακό του, το κίνητρο για να παλέψει να γίνει καλύτερος, στοιχείο που χαρακτηρίζει κάθε μεγάλο έρωτα. 

Μ.Γ.: Πόση δύναμη ψυχής χρειαζόταν από την Κατερίνα για να δέσει τη ζωή της μαζί του;

Γ.Φ.: Στην αρχή δείχνει να ‘χει τις αμφιβολίες της. Αλλά έχει βασανιστεί κι η ίδια τόσο ως παιδί κι έφηβη, που μπορεί πιο εύκολα από οποιαδήποτε άλλη να τον καταλάβει και να αφεθεί, γοητευμένη από την καλή πλευρά του χαρακτήρα του Παύλου. 

Μ.Γ.: Με ποια συναισθήματα βίωσες τη συγγραφική συμπόρευση με τους ήρωές σου;

Γ.Φ.: Τολμώ να πω, πως η συγγραφή ενός τέτοιου βιβλίου με κούρασε, τόσο σε επίπεδο αναζήτησης, σκιαγράφησης των χαρακτήρων, όσο και στην εξέλιξη του μύθου. Αλλά μ’ αρέσουν τα δύσκολα, έτσι μαγνητίστηκα γρήγορα, από την αρχή σχεδόν του βιβλίου κι αφιερώθηκα στη συγγραφή του. 

Μ.Γ.: Ποιο σημείο του βιβλίου σε συγκίνησε περισσότερο κατά τη συγγραφή του;

Γ.Φ.: Αναμφίβολα το τελευταίο κεφάλαιο. Αλλά δε μπορώ να πω λέξη γι’ αυτό.

https://www.facebook.com/Yannis.Filippidis.anemosekdotiki/videos/593910174843244/

 Μ.Γ.: Το βιβλίο κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες. Ακολουθεί ένα διάλειμμα ή ξεκίνησες ήδη τη συγγραφή ενός νέου;

Γ.Φ.: Δεν ξεκίνησα ακόμα το επόμενο, μιας και οι «Κλειδαριές» με κούρασαν πολύ. Αλλά η επόμενη μυθοπλασία, που θα είναι βασισμένη σε αληθινά γεγονότα, σκιαγραφείται ήδη μέσα μου. Θ’ αφήσω τον Αύγουστο και το φεστιβάλ βιβλίου στο Ζάππειο που ακολουθεί και με το τέλος του, θα στρωθώ και πάλι, όπως κάνω χρόνια τώρα. 

*Το μυθιστόρημα «Το σπίτι με τις κλειδαριές» του Γιάννη Φιλιππίδη κυκλοφορεί από την Άνεμος Εκδοτική. 

Μαίρη Γκαζιάνη      

Γεννήθηκε στα Ιωάννινα.  Μεγάλωσε στην Αθήνα όπου ζει μέχρι σήμερα και εργάσθηκε ως τραπεζοϋπάλληλος. Στο παρελθόν ασχολήθηκε ερασιτεχνικά με την φωτογραφία, τη ζωγραφική και τα τελευταία δέκα χρόνια με τη συγγραφή. Έχει πραγματοποιήσει ατομικές εκθέσεις και έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές.

Τον Μάιο του 2012 κυκλοφόρησε την πρώτη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Σου γράφω…», τον Σεπτέμβρη 2013 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο «Ένα φεγγάρι λιγότερο» από τις εκδόσεις Ελληνική Πρωτοβουλία και τον Ιούνιο του 2014 κυκλοφόρησε το βιβλίο της «Τα πλήκτρα της σιωπής»  από τις εκδόσεις ΄Οστρια. Επίσης, το παραμύθι της «Το ψαράκι του βυθού» συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Παραμύθια και Μαμάδες» εκδόσεις Βερέττα 2015.  Τον Ιούνιο 2017 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της «Άλικα βήματα» από την Εμπειρία Εκδοτική. Τον Νοέμβριο του  2019 κυκλοφόρησε το νέο της μυθιστόρημα «Ζάχαρη άχνη» από τις εκδόσεις Ωκεανός.

Την περίοδο 2011-2012 υπήρξε ραδιοφωνική παραγωγός στο magicradiolive. Από τον Νοέμβρη 2014 συνεργάζεται με το now24.gr και έχει πραγματοποιήσει πάνω από εξακόσιες συνεντεύξεις, καθώς και σχολιασμούς βιβλίων και θεατρικών παραστάσεων. Το 2016 συμμετείχε στην τηλεοπτική εκπομπή «Καλώς τους» του ΑιγαίοTV πραγματοποιώντας συνεντεύξεις σε ανθρώπους των τεχνών. Διετέλεσε Διευθύντρια Σύνταξης του on line Πολιτιστικού Περιοδικού Books and Style από Ιούλιο 2017 έως Μάρτιο 2018 οπότε αποχώρησε οικειοθελώς.

Μεγάλες της αγάπες είναι το θέατρο και ο χορός με τα οποία έχει ασχοληθεί ερασιτεχνικά κι έχει συμμετάσχει σε θεατρικές και χορευτικές παραστάσεις.          

 

Related posts