Subscribe Now

Trending News

Τα cookies επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την εμπειρία σας στo now24.gr.
Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies, σύμφωνα με τις οδηγίες μας.
29 Ιούν 2022
Πολιτισμός

Ο συγγραφέας Μιχάλης Μπουναρτζίδης και «Η περιπλάνηση ενός βιολιού»

 

Από τη συγγραφέα Μαίρη Γκαζιάνη

 

 

 

 

Ο Μιχάλης Μπουναρτζίδης γεννήθηκε το 1947 στην Ξάνθη, όπου και τελείωσε το σχολείο. Σπούδασε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Κατέχει τίτλους μεταπτυχιακών σπουδών και έχει γράψει εργασίες πάνω στις θετικές επιστήμες και στα οικονομικά. Το 2010 κυκλοφόρησε το πρώτο του μυθιστόρημα, «Προσευχή για τις καινούργιες πατρίδες». «Η περιπλάνηση ενός βιολιού» είναι το δεύτερο βιβλίο του. 

ΕΡ. Κύριε Μπουναρτζίδη γεννηθήκατε και μεγαλώσατε στη Ξάνθη. Πως ήταν η Ξάνθη την εποχή των παιδικών σας χρόνων και πως την βλέπετε σήμερα;   

ΑΠ. Έχω φύγει από τα 18, οπότε θα υπήρχε και η περίπτωση να μη «την βλέπω σήμερα» καθόλου, να μην ξέρω καν πως είναι. Επειδή όμως έτυχε να αγαπώ τον τόπο μου, δεν χάνω ευκαιρία να επισκέπτομαι την Ξάνθη, όσο πιο συχνά μπορώ, παρ’ όλο που ζω πολύ μακριά, περίπου 900 χλμ. Έτσι, μπορώ να απαντήσω στην ερώτηση. Η πόλη δεν διαφέρει και πολύ από τις άλλες επαρχιακές, η μοίρα τους και η πορεία τους στο χρόνο, είναι λίγο, πολύ, κοινές. Στα μετεμφυλιοπολεμικά χρόνια που μεγάλωσα, γνώρισε τη μιζέρια της όπως όλες, αυτή όμως δεν γινόταν αντιληπτή στα παιδικά μάτια. Την μιζέρια την τότε την αντιλαμβάνομαι σήμερα, όταν ανασύρω μνήμες. Παρ’ όλα αυτά όμως, τα χρόνια της ανεμελιάς φαντάζουν παραδεισένια, αυτό συμβαίνει στους περισσότερους, αν δεν είχαν τραυματικές εμπειρίες ∙ εγώ δεν είχα τέτοιες, ή φρόντισαν οι γονείς μου να με κρατήσουν μακριά, αυτό είναι το πιο πιθανό να συνέβη. Σήμερα, είναι μια πόλη ζωντανή, ίσως πιο ζωντανή από άλλες. Ένας λόγος είναι γιατί ευτύχησε, -από συγκυρίες- να διατηρήσει μια Παλιά Πόλη σχεδόν ανέγγιχτη από τον χρόνο, που, με τον καιρό έχει γίνει πόλος έλξης για επισκέπτες και ντόπιους, και αφορμή και αφετηρία πολλών εκδηλώσεων σ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Ένας άλλος λόγος είναι αυτό που εγώ θα χαρακτήριζα DNA των Ξανθιωτών. Είναι ανοιχτοί σε κάθε τι καινούργιο, ανοιχτοί στη διασκέδαση, ανοιχτοί σε ό,τι έχει να κάνει με τον πολιτισμό, κι αυτό το αποδίδω στην παράδοση ευμάρειας και πλούτου, παράδοση που χρονολογείται από τον 19ο αιώνα. Αν ζούσα μόνιμα εκεί, θα μπορούσα να αναφερθώ και στις ασχήμιες που σίγουρα υπάρχουν, όντας όμως πάντοτε επισκέπτης στον τόπο μου, αυτές τις κρύβω κάτω από το χαλί.

ΕΡ. Μεγαλώνοντας ασχοληθήκατε με τις θετικές επιστήμες κι έχετε γράψει σχετικές εργασίες πάνω σ΄ αυτές. Η συγγραφή μυθιστορημάτων πότε ξεκίνησε για εσάς;

ΑΠ. Η συγγραφή ξεκίνησε αργά και μάλλον τυχαία. Επειδή σαν αναγνώστης και βιβλιόφιλος, είχα μια προτίμηση στα ιστορικά κείμενα, κατάλαβα κάποια στιγμή, πως αγνοούσα την ιστορία, -κυρίως την πρόσφατη-, της πατρίδας μου, και πατρίδας παππούδων και γιαγιάδων, της Θράκης. Την ίδια άγνοια βέβαια, έχουν και οι περισσότεροι για τις πατρίδες τους, αυτό είναι αμαρτία της εκπαίδευσης. Ψάχνοντας, για την περίοδο του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου, όταν δηλαδή διαμορφώθηκαν τα πράγματα όπως είναι σήμερα περίπου, διαπίστωσα πως πολλά πράγματα ήταν γραμμένα για παλιές πατρίδες προσφύγων, π.χ. για τη Σμύρνη, ή για τον Πόντο, αλλά ελάχιστα για τη Θράκη. Έτσι αποφάσισα να ψάξω, να ασχοληθώ, και να γράψω κάτι σαν μυθιστόρημα, για να διαβάζεται από πολύ κόσμο.

ΕΡ. Το 2010 κυκλοφόρησε το πρώτο σας βιβλίο με τίτλο «Προσευχή για τις καινούργιες πατρίδες». Σε τι αναφέρεται;

ΑΠ. Θα συνεχίσω εδώ, ό,τι έλεγα στην προηγούμενη ερώτηση, σαν συνέχεια, γιατί έτσι είναι. Η Προσευχή, είναι μυθιστόρημα, αλλά βασίζεται στις ιστορίες ανθρώπων που έζησαν, στ’ αλήθεια. Αυτοί είναι οι παππούδες μου και οι γιαγιάδες μου. Οι παππούδες μου έτυχε να γεννηθούν την ίδια χρονιά, το 1882. Οι τόποι τους ήταν, πέντε, έξη ώρες απόσταση, μια ευθεία με την άμαξα εκείνα τα χρόνια, το Ορτάκιο του Άρδα, που σήμερα είναι το Ιβαήλοβγκραντ της Βουλγαρίας, πέντε χιλιόμετρα μόνο από τα σύνορα, και η Αδριανούπολη, κι αυτή πέντε χιλιόμετρα από τα σύνορα με την Τουρκία. Σήμερα, για την ίδια ευθεία, δεν χρειάζεται πάνω από μισή ώρα, μόνο που πρέπει να περάσει κανείς δύο συνοριακούς ελέγχους. Τότε, επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στην περιοχή, και στους ανθρώπους, δεν υπήρχαν σύνορα, σήμερα υπάρχουν. Η ιστορία ξεκινάει το 1882 και φτάνει μέχρι το 1922, τα χρόνια που όπως λέω συχνά, ήρθαν τα πάνω-κάτω, γύρισε ο κόσμος ανάποδα, όχι μόνο στη Θράκη, αλλά σ’ ολόκληρη την Ευρώπη. Πέρα από τους πολέμους και τις ανακατατάξεις, με βοήθησαν πολύ στο να στηθεί η ιστορία σαν παραμύθι, οι ιδιαιτερότητες στη ζωή τους. Ο ένας υπηρέτησε, και πολέμησε με τρεις στρατούς, από το 1912 μέχρι το 1922. Ο άλλος παππούς κατάφερε να ξεγλιστρήσει απ’ όλους, όμως δεν γλύτωσε μια δεύτερη προσφυγιά από την Ξάνθη στη Δράμα το 1913, και την δεκαοκτάμηνη ομηρεία στη Βουλγαρία στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, μια ομηρεία που στοίχησε τη ζωή σε πάνω από εξήντα χιλιάδες Έλληνες της Ανατολικής Μακεδονίας το 1917-18. Όπως και να έγιναν τα πράγματα, η μαγιά ήταν καλή για να γραφτεί ένα μυθιστόρημα, με δράση και πλοκή, πέρα από τους συναισθηματισμούς που είναι αναπόφευκτοι σε τέτοιες περιπτώσεις.

ΕΡ. Το δεύτερο βιβλίο σας εκδίδεται το 2015 με τίτλο «Η περιπλάνηση ενός βιολιού» από τις εκδόσεις Κέδρος. Η ιστορία του εξελίσσεται κατά τη διάρκεια και ενδιάμεσα δυο εμφυλίων πολέμων, του ρωσικού και του ισπανικού. Πως εμπνευστήκατε το θέμα του;

ΑΠ. Ήρθε ξαφνικά, όταν πια είχε τελειώσει η Προσευχή. Εκεί υπάρχουν πολλά πρόσωπα φανταστικά, που δημιουργήθηκαν για να βοηθήσουν τις ιστορίες να περπατήσουν. Ένα απ’ αυτά ήταν ο Αλεκάκης, υποτιθέμενος ξάδερφος του ενός παππού, που μετά από ένα πέρασμα από την Αδριανούπολη, πηγαίνει στη Μικρασία, στη Φώκαια. Από εκεί, επιστρέφει πρόσφυγας στην πρώτη προσφυγιά, στη Θεσσαλονίκη το 1914 με την οικογένειά του. Ένα άλλο πρόσωπο, ήταν ο Νταβίντ, ένας Εβραίος Σαλονικιός υφασματέμπορας, που εμφανίζεται κάποια στιγμή για να κάνει παζάρια ο άλλος παππούς. Ο Θωμάς και η Ελβίρα είναι παιδιά τους. Εκείνη την εποχή διάβαζα για τον ισπανικό εμφύλιο, και λίγο πριν είχε τύχει να διαβάσω κάποια αποσπασματικά στοιχεία για τον ρώσικο. Ο χώρος ήταν έτοιμος, ο χρόνος επίσης, δεν χρειάστηκε και πολύ για να το αποφασίσω, γιατί με συνεπήρε η ιδέα, και τότε αγνοούσα ακόμη τις προκλήσεις που θα συναντούσα.

ΕΡ. Στο βιβλίο σας υπάρχουν λεπτομερείς περιγραφές τόπων και καταστάσεων των εμφυλίων. Μοιάζει σαν να έχετε ζήσει εσείς ο ίδιος όλες τις στιγμές, πράγμα αδύνατον. Από πού αντλήσατε όλες τις πληροφορίες;

ΑΠ. Εδώ, πιστεύω πως είναι καλύτερα να αντιγράψω το σημείωμα που υπάρχει στο τέλος του βιβλίου. {Σημείωμα του συγγραφέα: Για την περιγραφή της ατμόσφαιρας της Θεσσαλονίκης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, του Διχασμού, της μεγάλης πυρκαγιάς, δεν φάνηκε κανένα πρόβλημα, τα στοιχεία, οι φωτογραφίες, οι πηγές γενικά, είναι πολλές, μένει να διασταυρώσει και να αξιολογήσει κανείς αυτά που χρειάζεται για το ξεδίπλωμα της ιστορίας του. Το ίδιο συνέβη και με τον Ισπανικό Εμφύλιο, μόνο στον Χιου Τόμας, στον Άντονυ Μπήβορ, στον Τζορτζ Όργουελ, στον Νίκο Καζαντζάκη ν’ ανατρέξεις, φθάνει για να «στολίσεις» όχι μια, αλλά όσες ιστορίες μπορεί να κατεβάσει η φαντασία σου. Το ίδιο συνέβη και με τους τόπους, η Θεσσαλονίκη είναι σχεδόν πατρίδα μου, την έχω ζήσει από μικρός, ∙ τα στενά δρομάκια της Βαρκελώνης και της Ταραγόνας τα έχω περπατήσει, η αίσθηση και η μυρωδιά δεν μου είναι άγνωστη. Για την εκστρατεία στην Ουκρανία, υπάρχουν επίσης πολλά και αξιόπιστα στοιχεία, μαζεμένα μάλιστα τα πιο πολλά απ’ την Πηνελόπη Δέλτα. Η ατμόσφαιρα όμως των χρόνων της μεγάλης πείνας μετά τον Ρώσικο εμφύλιο, δεν είναι εύκολο να αποδοθεί μόνο από στεγνά ιστορικά κείμενα, κι’ εκεί οφείλω να δηλώσω πως η προσφυγή σε σελίδες της Άυν Ράντ, της Πωλίνας Σίμονς, του Ανατόλι Ριμπακόφ, ακόμη και της Αντονέλλα Σαλομόνι, ήταν καθοριστική, το ίδιο δε συνέβη όταν χρειάστηκε να ζωγραφιστούν εικόνες της Αγίας Πετρούπολης, -Πέτρογκραντ στη διάρκεια της αφήγησης, και μετέπειτα Λένινγκραντ-, ομολογώ πως το Google Earth είναι πολύ λίγο για να αποδώσει την «αίσθηση», που μόνο οι λέξεις μπορούν να δώσουν}. Πιστεύω πως αυτό το μικρό κείμενο, απαντά στην ερώτησή σας.

 

ΕΡ. Παράλληλα, αναφέρετε μια ερωτική ιστορία που επιβεβαιώνει ότι οι καρμικές σχέσεις οπωσδήποτε θα ολοκληρωθούν. Πιστεύετε στις καρμικές σχέσεις;

ΑΠ. Απ’ ότι καταλαβαίνω, το βιβλίο το έχετε διαβάσει. Από τις συζητήσεις του Θωμά και της Ελβίρας, νομίζω πως γίνεται κατανοητό, ότι δεν πιστεύουν σε μοίρες, πεπρωμένα και ανάλογες έννοιες, ίσως και λόγω ιδεολογίας. Απλώς θεωρούν πως είναι ζήτημα τύχης,  και μάλλον το ξεπερνάνε έτσι. Μια που τα πρόσωπα σε μια ιστορία είναι, λιγότερο ή περισσότερο, προέκταση του γραφιά, του παραμυθά, αυτό σημαίνει πως ούτε εγώ πιστεύω σε «καρμικές σχέσεις», όπως τις χαρακτηρίζετε. Ίσως εδώ ταιριάζει και μια ρήση του Καρλ Γιούγκ: «Μέχρι να κάνεις το ασυνείδητο συνειδητό, αυτό θα κατευθύνει τη ζωή σου, κι εσύ θα το αποκαλείς πεπρωμένο». Από την άλλη πλευρά όμως, αν ο αναγνώστης νιώθει πως είναι έτσι, και πως η ερωτική ιστορία επιβεβαιώνει ότι οι καρμικές σχέσεις οπωσδήποτε θα ολοκληρωθούν, είναι ελεύθερος να το νιώθει. Άλλωστε, είναι κι άλλα πρόσωπα μέσα στην ιστορία που το πιστεύουν, ας θυμηθούμε τον κάπελα, τον Αντόνι, να θυμίσω το απόσπασμα: «-Όμως ήταν μεγάλο θάμα το σημερινό!.. Μεγάλο!.. Αυτό μη το ξεχνάμε!… Θα πω κάτι, το έλεγε η μάνα της Πιλάρ, ήταν τσιγγάνα… Έλεγε… «Οι εραστές δεν συναντιούνται! Είναι ο ένας μέσα στον άλλο, απ την αρχή!», έτσι έλεγε, το τραγουδούσε κιόλας! Κόμπιασε για λίγο κι έπειτα συμπλήρωσε σιγανά.-Ζήστε την ευλογία σας!..».

 

ΕΡ. Ο έρωτας του Θωμά και της Ελβίρας δεν ξεθυμαίνει, παρά τις αντιξοότητες και τις αποστάσεις του χωροχρόνου. Υπάρχουν τέτοιοι έρωτες;

ΑΠ. Δεν ξεθυμαίνει… Ε; Δεν ξέρω… Ίσως γιατί ήταν ανεκπλήρωτος για χρόνια. Με κάνατε να φανταστώ, τον Θωμά και την Ελβίρα, να παραμένουν στη Θεσσαλονίκη, να ξεπερνούν με κάποιο τρόπο τα κοινωνικά και θρησκευτικά εμπόδια και να περνούν τη ζωή τους μαζί, αραδιάζοντας κουτσούβελα. Δεν μπορώ να πάρω όρκο αν θα παρέμεναν το ίδιο ερωτευμένοι, αλλά θα έπαιρνα όρκο πως δεν θα είχαμε μυθιστόρημα.

ΕΡ. Ο ήρωάς σας Θωμάς ξεκινάει ένα ταξίδι πολέμου άθελά του –λόγω στράτευσης- και συνεχίζει εθελοντικά σ΄ έναν εμφύλιο. Τα οράματα ενός καλύτερου κόσμου γεννιούνται αλλά στη πορεία πεθαίνουν. Τι θέλατε να τονίσετε;

ΑΠ. Τα οράματα ενός καινούργιου κόσμου, είχαν γεννηθεί από πριν, όταν ο Θωμάς δούλευε στην εφημερίδα, ίσως ακόμη πιο πριν, λόγω του επαναστατικού, ανήσυχου και ερευνητικού χαρακτήρα του. Θυμηθείτε τη σκηνή στο κατηχητικό. Στη συνέχεια σβήνουν ένα, ένα. Δυστυχώς, αυτό είναι Ιστορία, με κεφαλαίο Ι. Η απάντηση βρίσκεται μέσα στην ερώτησή σας. Το γιατί συμβαίνει έτσι, χρειάστηκαν τόμοι και τόμοι για να αναλυθεί, αν και με δυο λέξεις μπορεί να εξηγηθεί: «Είναι η ψυχή του ανθρώπου!» (Να μην προσθέσω και το stupid που είναι πάλι του συρμού, αν και ανόητο, γνωρίζοντας πως δεν θα παρεξηγηθώ…)

ΕΡ. Μια ιδανική φιλία ξεπηδάει μέσα από τις φλόγες του ρωσικού εμφυλίου. Ο Θωμάς με τον Μαξίμ ακολουθούν μια διαδρομή στηρίζοντας ο ένας τον άλλον, κάποιες φορές με αυταπάρνηση. Είναι επιλογή ή ανάγκη η ανάπτυξη της φιλίας μεταξύ τους;

ΑΠ. Αν εννοείτε από την πλευρά του συγγραφέα, είναι ανάγκη, έτσι έπρεπε να είναι για τις ανάγκες του μύθου. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν, ή δεν υπήρξαν τέτοιες φιλίες. Αν θα μπορούσαν να ζωντανέψουν οι δυο τους, και ειδικά στις συνθήκες που βρέθηκαν και έζησαν, τέτοια θα ήταν η φιλία τους.

ΕΡ. Την ίδια ώρα που η φιλία θεμελιώνεται, οι συγγενικές σχέσεις καταρρέουν. Αξεπέραστες παραδόσεις και προσωπικά συμφέροντα στέκουν απέναντι στη παροιμία «το αίμα νερό δεν γίνεται». Τελικά, μήπως γίνεται;

ΑΠ. Φυσικά και γίνεται. Οι σχέσεις της πραγματικής φιλίας «είναι κατ’ επιλογήν», «κατ’ αξίαν». Οι συγγενικές σχέσεις δεν είναι απαραίτητα «κατ’ αξίαν», συνήθως είναι «παρ’ αξίαν», κι όταν παραμένουν ισχυρές, οφείλονται τις πιο πολλές φορές σε κοινωνικά «πρέπει» ή σε αξεπέραστες αρχές και δομές ορισμένων συντηρητικών κοινωνιών, και πιο λίγο σε πραγματική αγάπη ή αναγνώριση αξίας.

ΕΡ. Ένα βιολί είναι ο μόνιμος σύντροφος του Θωμά από τα παιδικά του χρόνια. Βρίσκεται κρυμμένο στη χλαίνη του ακόμα και τις δύσκολες ώρες του πολέμου. Τι συμβολίζει το μουσικό όργανο στην ιστορία σας;

ΑΠ. Δεν συμβολίζει κάτι ιδιαίτερο. Απλώς, όταν ξεκίνησε το γράψιμο, υπήρχε στο μυαλό μου μόνο ένα γενικό πλάνο, χωρίς τις επί μέρους λεπτομέρειες, π.χ. «πώς έγινε αυτό ή εκείνο», ή «πώς θα φθάσουμε εκεί». Έγραφα και έσβηνα ψάχνοντας και προχωρούσα στα θολά. Όταν όμως σκάρωσα εκείνον τον χορό στο Ζεϊτενλίκ, για να δώσω μια νότα αισιοδοξίας στις δυσκολίες της προσφυγιάς, θέλησα να πλουτίσω μουσικά τον μονότονο ήχο της γκάιντας, κι έτσι προέκυψε ο γερο Μικρασιάτης βιολιτζής με το βιολί του. Τότε έσκασε η ιδέα του βιολιού, που έγινε η αφορμή να βρει ο Θωμάς την Ελβίρα, κι αργότερα ο Μαξίμ τον Θωμά, τότε άρχισε να τρέχει το παραμύθι πιο εύκολα, τότε το βιολί έγινε ο κρίκος που ένωσε την αλυσίδα, και πήρε δικαιωματικά τη θέση του στον τίτλο του βιβλίου.

ΕΡ. «Άγριο ζώο ο άνθρωπος στα δύσκολα» αναφέρετε σ΄ ένα σημείο του βιβλίου. Τι μπορεί να μετατρέψει τον άνθρωπο σε άγριο ζώο;

ΑΠ. Αυτό το «άγριο ζώο», το χρησιμοποιούμε συχνά, αλλά πιστεύω πως τελικά είναι λάθος, πως αδικούμε τα ζώα μ’ αυτό τον τρόπο. Το λάθος δεν το απέφυγα ούτε εγώ, έτσι συνηθίσαμε να το λέμε. Τα ζώα είναι άγρια όταν κινδυνεύουν, όταν παλεύουν για τροφή, για επιβίωση, ή για να προστατέψουν τα μικρά τους. Ο άνθρωπος γίνεται άγριος σε δύσκολα σαν κι αυτά που περιέγραψα πιο πάνω, αλλά μπορεί να γίνει άγριος και γι’ άλλους λόγους, για αιτίες ταπεινές, όπως η απληστία, η ματαιοδοξία, το κυνήγι του χρήματος, ή της εξουσίας. Αντιγράφω το σημείο, φαίνεται καθαρά για ποιο λόγο συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση: «η ταπείνωση για αμέτρητους καιρούς, όταν έρθει η στιγμή σε κάνει να πάρεις τα όπλα, να νικήσεις, να εξουσιάσεις… και να ταπεινώσεις με τη σειρά σου».   … Να εξουσιάσεις, να ταπεινώσεις με τη σειρά σου… Ένστικτο;

ΕΡ. «Ο άνθρωπος είναι λίγο πολύ ίδιος παντού. Ικανός να σπείρει θάνατο με το ένα χέρι και αγάπη για ζωή με τ΄ άλλο» γράφετε σε κάποιο άλλο σημείο. Το μίσος και η αγάπη συμπορεύονται;

ΑΠ. Συμπορεύονται, όταν έχουν διαφορετικό αποδέκτη.

ΕΡ. «Σκότωνα για να μην σκοτωθώ». Όλη η φρίκη του πολέμου σε μια φράση σας. Όμως, οι ήρωές σας έχουν προβεί και σε σκοτωμούς εκτός μάχης. Κάποιοι «θυσιάζονται», ακούσια, για να επιβιώσουν κάποιοι άλλοι. Δικαιολογείται το «ο θάνατός σου η ζωή μου»;

ΑΠ. Εδώ, έχει φτάσει πολλές φορές να δικαιολογείται και σε ήσυχους καιρούς, χωρίς αυτό να σημαίνει πως προσωπικά δικαιολογώ κάτι τέτοιο. Σε καιρούς πολέμου όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά, και «εκτός μάχης» δεν σημαίνει υποχρεωτικά εκτός πολέμου. Ο πόλεμος με μια εξουσία μη αποδεκτή ή και απεχθή, είναι πόλεμος, προσωπικός, αλλά πόλεμος.

ΕΡ. «… ξέθαβαν κουφάρια για να τα φάνε… μάνες εγκατέλειπαν τα παιδιά… για να γλυτώσουν τον φρικτό πειρασμό να τα φάνε…».  Ως που μπορεί να φτάσει τον άνθρωπο το ένστικτο επιβίωσης;

ΑΠ. Δεν το ξέρω, και εύχομαι ειλικρινά να μην το μάθω ποτέ. Μόνο όσοι έχουν βιώσει τέτοιες συνθήκες, και έχουν επιζήσει, μπορούν να μας το πουν. Οι γραφιάδες γράφουμε μόνο μαρτυρίες και οι σκηνοθέτες κάνουν σινεμά.

ΕΡ. Ποια μηνύματα θέλετε να στείλετε μέσα από το βιβλίο σας;

ΑΠ. Μηνύματα; Ειλικρινά δεν σκέφτηκα ποτέ να στείλω μηνύματα. Το μόνο που έκανα, ήταν να αποτυπώσω στο χαρτί τον εαυτό του γραφιά, την ψυχή και τα λάθη του, τους εφιάλτες του, ίσως τα ανεκπλήρωτα όνειρα, αλλά και τις προσδοκίες του. Πολλές φορές ήταν επώδυνο, άλλοτε πάλι κατέληγε λυτρωτικό. Είναι η ανάσα του συγγραφέα σε κάθε αράδα, και είναι κάτι που απλώς συμβαίνει, αβίαστα, γράφοντας. Το να εισπράξει ο αναγνώστης μηνύματα μέσα απ’ αυτήν την λειτουργία, είναι θέμα δικό του.

ΕΡ. Πόσο καιρό σας πήρε η συγγραφή του;

ΑΠ. Περίπου τεσσεράμισι χρόνια.

ΕΡ. Και τα δυο βιβλία σας αναφέρονται σε περιόδους πολέμων. Θα συνεχίσετε με ίδια θέματα;

ΑΠ. Δεν είναι ακριβώς έτσι, δεν εξιστορούνται μόνο περίοδοι πολέμων. Οι ιστορίες και στα δύο βιβλία διαδραματίζονται σε χρονικές στιγμές που οι ιστορικοί τις λένε περιόδους της Μεγάλης Ιστορίας, με κεφαλαία. Το κάνουν αυτό για να ξεχωρίζουν αυτές τις περιόδους, όπου συμβαίνουν πολλά, πολλές και καθοριστικές ανατροπές, από τις περιόδους τις ήσυχες, αυτές της μικρής ιστορίας, τότε που δεν συμβαίνουν και πολλά, και όλα κυλάνε λίγο, πολύ, ομαλά. Αυτές οι περίοδοι είναι που σημαδεύουν τη ζωή όλων μας, και αν το καταλάβουμε, μ’ αυτές αξίζει να ασχοληθεί κανείς διαβάζοντας. Για να γίνω πιο σαφής εδώ, δεν αναφέρομαι μόνο την ιστορική καταγραφή και ερμηνεία των περιόδων της Μεγάλης Ιστορίας, αλλά σε όλες τις άλλες πτυχές που συνυπάρχουν, κοινωνικές σχέσεις και δομές, ψυχολογία των ανθρώπων και των μαζών, σε οτιδήποτε υπάρχει και συμβαίνει παράλληλα. Άλλωστε, αν σταθούμε λίγο πιο προσεκτικά σ’ αυτό, και ψάξουμε σε όλα τα βιβλία, αστυνομικά, κοινωνικά, αισθηματικά, θα δούμε πως οι ιστορίες τους παίρνουν ζωή σε τέτοιες περιόδους, ανατροπών και ανακατατάξεων. Γενικά, πιστεύω πως οι συγγραφείς οφείλουν να κεντρίζουν τους αναγνώστες  με γνώση, αυτή είναι η προσφορά τους και η αποστολή τους, και  οφείλουν να το κάνουν με τον πιο απλό –όχι απλοϊκό- και εύπεπτο τρόπο μπορούν να σκαρώσουν. Πέρα απ’ αυτό, δεν ξέρω ακόμη αν θα συνεχίσω να γράφω για να εκδώσω κάτι. Πρέπει πρώτα απ’ όλα να ψάξω να βρω αν έχω κάτι να πω που να ενδιαφέρει αυτούς που θα το διαβάσουν. Δεν θα ήθελα ποτέ, να τελειώσει ο αναγνώστης ένα κείμενό μου, και να πει μέσα του: «Ε, και;» Προσωπικά, μου έχει συμβεί αρκετές φορές σαν αναγνώστης.

ΕΡ. Τι θα θέλατε να πείτε ως επίλογο της κουβέντας μας;

ΑΠ. Δεν βρίσκω να πω κάτι παραπάνω, πέρα από το να σας ευχαριστήσω θερμά,  για την ευκαιρία που μου δώσατε να μιλήσουμε για τα βιβλία μου.

*** Το βιβλίο «Η περιπλάνηση ενός βιολιού» του Μιχάλη Μπουναρτζίδη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

 

Μαίρη Γκαζιάνη

Γεννήθηκε στα Ιωάννινα.  Μεγάλωσε στην Αθήνα όπου ζει μέχρι σήμερα και εργάσθηκε ως τραπεζοϋπάλληλος. Στο παρελθόν ασχολήθηκε ερασιτεχνικά με την φωτογραφία ενώ τώρα ζωγραφίζει και παράλληλα γράφει. Τον Μάιο του 2012 κυκλοφόρησε την πρώτη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Σου γράφω…», τον Σεπτέμβρη 2013 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο ΕΝΑ ΦΕΓΓΑΡΙ ΛΙΓΟΤΕΡΟ και τον Ιούνιο του 2014 κυκλοφόρησε το βιβλίο της ΤΑ ΠΛΗΚΤΡΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ  από τις εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ. Επίσης, το παραμύθι της «Το ψαράκι του βυθού» συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Παραμύθια και Μαμάδες» εκδόσεις Βερέττα 2015. 

Γράφει στίχους για τραγούδια, με τελευταίο «Το λάθος» το οποίο συμπεριλαμβάνεται στο CD «Με τον άνεμο της Όστρια» σε μουσική Ελένης Μπελιμπασάκη και ερμηνεία Βασίλης Διαμάντης. Υπήρξε ραδιοφωνική παραγωγός ενώ μεγάλες της αγάπες είναι το θέατρο και ο χορός με τα οποία ασχολείται ερασιτεχνικά.

 

Related posts