Subscribe Now

Trending News

Τα cookies επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την εμπειρία σας στo now24.gr.
Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies, σύμφωνα με τις οδηγίες μας.
22 Αυγ 2019
Πολιτισμός

Ο Νίκος Καζατζόπουλος μιλάει για το best seller βιβλίο του «ΝΙΛΟΥΦΕΡ»

Συνέντευξη στη Μαίρη Γκαζιάνη 

Ο Νίκος Καζατζόπουλος γεννήθηκε το 1952 στην Ιτέα Φωκίδας. Είναι Μικρασιάτης τρίτης γενιάς με αναφορές στη Σμύρνη και τους Ελιγμούς της Βιθυνίας. Σπούδασε Μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είναι συνταξιούχος εκπαιδευτικός. Ολοκλήρωσε την καριέρα του ως διευθυντής του Λυκείου Ιτέας διδάσκοντας για 33 χρόνια σε γυμνάσια και λύκεια της Αθήνας και της Φωκίδας. Είναι συγγραφέας των βιβλίων: «Ανάλυση Α΄» και «Ανάλυση Β΄» για τους μαθητές της Γ΄ Λυκείου. Το 2008 ανασύστησε το «Σύλλογο Μικρασιατών Ιτέας» και ήταν επί επτά συνεχή έτη πρόεδρός του μ’ ενεργή δράση.

Ζει μόνιμα στην Ιτέα. Είναι παντρεμένος με τη Νάντια Μαντά-Καζατζοπούλου κι έχει δύο παιδιά, τον Βασίλη και την Ηρώ. Τον Μάιο του 2016κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ιωλκός το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο το «Νιλουφέρ». Το 2018 κυκλοφόρησε το δεύτερο μυθιστόρημά του «Βεβαιότητες και ψευδαισθήσεις» από τις εκδόσεις Ιωλκός. 

ΜΑΙΡΗ ΓΚΑΖΙΑΝΗ: Κύριε Καζατζόπουλε το βιβλίο σας «το Νιλουφέρ» έχει ήδη γίνει best seller.  Τι πραγματεύεται το βιβλίο σας;

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ: Στο βιβλίο μου θέλησα να καταγράψω την πραγματική ιστορία του ξεριζωμού τριών αδελφών από τα χωριά της Προύσας και ενός Σμυρνιού. Δεν έμεινα όμως μόνο εκεί, αλλά συνέχισα να καταγράφω την ζωή των απογόνων τους μέχρι την τρίτη γενιά στους τόπους εγκατάστασης τους στην Ελλάδα. Πιστεύω ότι η ζωή όλων αυτών, ότι συνέβη στο μικρόκοσμο τους, είναι κομμάτι της σύγχρονης ιστορίας του τόπου μας τον εικοστό αιώνα. 

Μ.Γ.: Τι σημαίνει Νιλουφέρ και τι σχέση έχει με την ιστορία που αφηγείστε;

Ν.Κ.:  Η λέξη Νιλουφέρ είναι τούρκικη και σημαίνει Νούφαρο. Ήταν το όνομα του καϊκιού με το οποίο έφτασε μια εκ των αδελφών μετά από μεγάλη περιπέτεια μαζί με άλλους συντοπίτες από τους Ελιγμούς της Βιθυνίας  στην  Ιτέα Φωκίδας  . 

Μ.Γ.: Γεννηθήκατε και μεγαλώσατε στην Ιτέα Φωκίδας και είστε Μικρασιάτης τρίτης γενιάς. Όλα όσα αναφέρονται στο βιβλίο αφορούν την ιστορία της οικογένειάς σας;

Ν.Κ.: Ναι όλης της πρώτης γενιάς που αναφέρονται στο βιβλίο είναι παππούδες μου από τον πατέρα και την μητέρα μου και τα αδέλφια τους.

 Μ.Γ.: Ποιο ήταν το κέντρισμα ώστε να προχωρήσετε στη συγγραφή του;

Ν.Κ.: Πιστεύω ότι η εξιστόρηση της ζωής αυτών των ανθρώπων είναι αληθινή, συγκινητική και ενδιαφέρουσα για όλους. Δεν είναι προϊόν έμπνευσης στηριζόμενη σε κάποια γεγονότα, είναι μια αληθινή καταγραφή. Ένα δεύτερο που με κέντρισε ήταν τα προσωπικά βιώματα που είχα σαν παιδί από τους συνοικισμούς μικρασιατών που μεγάλωσα και αργότερα σαν φοιτητής στην Δραπετσώνα. Ένα τρίτο ήταν η περιπλάνηση μου πολλές φορές στα χωριά της Βιθυνίας και οι εντυπώσεις μου από αυτά.

 Μ.Γ.: Ποιες ήταν οι πηγές τις οποίες χρησιμοποιήσατε για την καταγραφή ιστορίας σχεδόν ενός αιώνα;

Ν.Κ.: Σαν πηγές χρησιμοποίησα ακούσματα από τους πρώτης και δεύτερης γενιάς μικρασιάτες των συνοικισμών, προσωπικά βιώματα και στοιχεία από την μελέτη βιβλίων που αναφέρονταν στα γεγονότα της Μικρασιατικής καταστροφής.

 Μ.Γ.: Ποια ήταν τα πρώτα ιστορικά δεδομένα που είχαν δημιουργηθεί στα μικρασιατικά παράλια και οδήγησαν στους διωγμούς;

Ν.Κ.: Έγιναν δύο διωγμοί των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Ο πρώτος το 1914-1916 με τη έναρξη του Πρώτου παγκοσμίου πολέμου κατ’ απαίτηση των Γερμανών να μετακινηθούν οι Ελληνικοί πληθυσμοί στο εσωτερικό της Μ. Ασίας. Το ήθελαν γιατί ήταν φίλα προσκείμενοι των Ευρωπαϊκών δυνάμεων που ήταν εχθροί τους.

Ο δεύτερος το 1922 μετά τα γνωστά γεγονότα της ήττας του Ελληνικού στρατού και της επιθυμίας του Κεμάλ Ατατούρκ να φτιάξει ένα ομοεθνές σύγχρονο κράτος.

 

Η Μαίρη Γκαζιάνη με τον συγγραφέα Νίκο Καζατζόπουλο

Μ.Γ.: «Δεν θα μας ξαναδιώξουν από τα σπίτια μας» μονολογούσε ο δάσκαλος το 1918. Ήταν μια ευχή ή μια επιθυμία που τον έκανε να εθελοτυφλεί;

Ν.Κ.: Νομίζω ότι ήταν σε πολύ μεγάλο ποσοστό βεβαιότητα. Αυτή οφειλόταν στο γεγονός ότι οι σύμμαχοι των Τούρκων Γερμανοί ήταν οι ηττημένοι του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου και οι Ελληνικές δυνάμεις με τους Άγγλους έλεγχαν την ανατολική Θράκη και την Κωνσταντινούπολη. 

Μ.Γ.: Οι άνθρωποι, οι οικογένειες διωγμένοι από τα σπίτια τους συναντιόντουσαν καθ΄ οδόν, ξαπόσταιναν, «ήταν ευκαιρία να μοιράσουν και τον πόνο, την απόγνωση, την κακοτυχία τους. «Στενοχώρια που μοιράζεται πέφτει πιο ελαφριά». Τι είδους παρηγοριά μπορούσε να τους προσφέρει η κοινή μοίρα;

Ν.Κ.: Η συμπόρευση των δύο οικογενειών από τους Ελιγμούς και τη Μυσόπολη προς το άγνωστο κατά τον πρώτο διωγμό του 1914-1916, εκ των πραγμάτων δικαίωσε τις υπαρξιακές αγωνίες τους και τον αγώνα για επιβίωση . Η οικογένεια του Νικολάκη συμπαραστάθηκε στις αδελφές  του Παντελή και στον άρρωστο πατέρα τους, οι δε αδελφές του Παντελή συνέδραμαν την γυναίκα του Καλλιρόη και την μικρή τους κόρη στα άθλια σπίτια που συζούσαν .   

Μ.Γ.: «Έπρεπε να επιβιώσουν», κάθε άλλη έννοια είχε παραγκωνισθεί. Τι είδους συμβιβασμούς έπρεπε να κάνουν για την επιβίωσή τους και μόνο;

Ν.Κ.: Πρώτα έπρεπε να βγάλουν από το μυαλό την προηγούμενη ζωή τους. Η αναπόληση της προηγούμενης καθημερινότητας θα τους στοίχειωνε  και θα τους έριχνε ψυχολογικά, δεν θα ήταν καλός σύμμαχος στην εύρεση των ψυχικών δυνάμεων που απαιτούσαν οι νέες συνθήκες. Κατά δεύτερον ήταν αποφασισμένοι να κάνουν την οποιαδήποτε δουλειά που θα τους εξασφάλιζε ένα ελάχιστο επίπεδο διαβίωσης. 

Μ.Γ.: «Όχι όπως ξέραμε αλλά όπως βρήκαμε» έλεγαν κάθε φορά που αναγκάζονταν να προσαρμοστούν σε νέες συνθήκες. Από που αντλούσαν τη δύναμη και το κουράγιο;

Ν.Κ.: Η νέα αλγεινή πραγματικότητα και οι τρόποι που ήταν αναγκασμένοι να μεταχειριστούν για να επιβιώσουν συνοψίζονταν στη ρήση της μάνας του Παντελή «Όχι όπως ξέραμε αλλά όπως τα βρήκαμε». 

Μ.Γ.: Ξεριζωμός, επιστροφή και πάλι ξεριζωμός. Ήταν ο φόβος και η ανασφάλεια μόνιμοι συγκάτοικοι στη σκέψη τους;

Ν.Κ.: Μετά την επιστροφή στα σπίτια τους από τον πρώτο ξεριζωμό του 1916 πάντα είχαν στο μυαλό τους ένα νέο ξεριζωμό. Εκείνο που δεν είχαν ούτε στιγμή υποψιαστεί ήταν ότι  ο δεύτερος ξεριζωμός θα ήταν διωγμός από την γη που γεννήθηκαν. Αυτό έγινε μετά την Μικρασιατική καταστροφή του 1922 . 

Μ.Γ.: Ο Νικολάκης του βιβλίου προφανώς είναι ο συνονόματος παππούς σας. Τι θυμάστε πιο έντονα από τις διηγήσεις του;

Ν.Κ.: Από  τον παππού Νικολάκη – που έφυγε αρχές της δεκαετίας του 60 – μου έχουν μείνει κάποιες εικόνες και όχι διηγήσεις. Η πιο χαρακτηριστική είναι να κάθεται συχνά κάτω από την μουριά που ήταν έξω από το σπίτι μας στο συνοικισμό, ζωσμένος με το πλεκτό ζωνάρι στη μέση του, την τραγιάσκα στο κεφάλι, να ρουφάει το τσιγάρο του και να τραγουδά –ψέλνει κάτι πονεμένα τραγούδια σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα. Συχνά δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του . 

Μ.Γ.: Αν και έφυγε στην Αμερική αναζητώντας μια καλύτερη τύχη, αφήνοντας πίσω την οικογένειά του, επέστρεψε στο αμφίβολο μέλλον του τόπου του. Παρασύρθηκε από τη νόστο ή θεώρησε ότι ο Αμερικανός καπιταλιστής δεν είναι καλύτερος από τον Τούρκο μπέη;

Ν.Κ.: Επέστρεψε από την Αμερική στο σπίτι του για δύο λόγους. Δεν μπορούσε να προσαρμοστεί αυτός ο ανατολίτης  χωριάτης στις ξένες για αυτόν καπιταλιστικές  παραγωγικές σχέσεις και φυσικά δεν άντεξε να είναι τόσο μακριά από το σπίτι του χωρίς ιδιαίτερο οικονομικό όφελος . 

Μ.Γ.: «Αυτονομία και αυτοδιάθεση» περίμεναν οι έλληνες της Μ. Ασίας μετά την είσοδο του στρατού στη Σμύρνη το 1920. Ήταν εξαρχής ένα ουτοπικό όνειρο;

Ν.Κ.: Νομίζω ότι η αυτοδιάθεση και η αυτονομία ήταν εξαρχής μια ουτοπία. Ακόμη και ο θύλακας αυτονομίας γύρω από την Σμύρνη που επέβαλε η συνθήκη των Σεβρών ήταν αδύνατο να υποστηριχθεί από την Ελλάδα σε βάθος χρόνου. Σωστά λέτε ότι ήταν ένα ουτοπικό όνειρο . 

Μ.Γ.: «Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, οι ψευδαισθήσεις από άγνοια ή καμιά φορά από επιλογή γλυκαίνουν τον πόνο, παρουσιάζουν την επιθυμητή πραγματικότητα ως βεβαιότητα» γράφετε. Η ελπίδα και οι ψευδαισθήσεις ήταν ένας τρόπος αντιμετώπισης της πραγματικότητας;

Ν.Κ.: Τα γεγονότα με την συνθήκη των Σεβρών είχαν αντικαταστήσει την ελπίδα και τις ψευδαισθήσεις από την βεβαιότητα για αυτονομία και ανεξαρτησία  των Ελληνικών Μικρασιατικών πληθυσμών. Η εξέλιξη των γεγονότων όμως απόδειξε ότι η βεβαιότητα αυτή ήταν τελικά μια ψευδαίσθηση . 

Μ.Γ.: Στη φάση του τελικού ξεριζωμού της οικογένειας του Νικολάκη ποιος ήταν ο ρόλος του Νιλουφέρ;

Ν.Κ.: Το Νιλουφέρ ήταν το καΐκι του καπετάν Χαραλαμπού από τους Ελιγμούς της Βιθυνίας που μετέφερε την οικογένεια του Χαραλαμπού και του Νικολάκη μετά από πολλούς σταθμούς και περιπέτειες στην Ιτέα. 

Μ.Γ.: Πολλές ήταν οι ανατροπές στη ζωή της οικογένειας του Νικολάκη. Φτάνοντας στην Ελλάδα τι είδους περιπέτειες βίωσαν;

Ν.Κ.: Οι σταθμοί της οικογένειας Νικολάκη μέχρι την τελική εγκατάσταση τους στην Ιτέα ήταν αρκετοί. Πρώτα εγκαταστάθηκαν στα Ν. Μουδανιά, μετά στην Κατερίνη, την Σύρο, τον Πειραιά και τέλος οριστικά στην Ιτέα. Ήταν επιθυμία της Καλλιρόης – γυναίκας του Νικολάκη – να βρουν ένα μέρος που να μοιάζει με το χωριό τους που ήταν οι Ελιγμοί στη Μ. Ασία. Όπως όλες οι οικογένειες προσφύγων έδωσαν μεγάλο αγώνα να μεγαλώσουν τα παιδιά τους και να νικήσουν την πείνα τους, κόντρα πολλές στο αρνητικό κλίμα γι΄ αυτούς από μερίδα των ντόπιων. 

Μ.Γ.: «Τα παιδιά σας δεν έχουν καμιά δουλειά με τα δικά μας» είναι μια από τις πάμπολλες φράσεις που άκουγαν οι πρόσφυγες από τους ντόπιους. Τι είναι αυτό που φοβόντουσαν κι αποξένωναν τους ξεριζωμένους;

Ν.Κ.: Πιστεύω  αυτό που φόβιζε τους ντόπιους δεν ήταν η διαφορετική κουλτούρα και ο τρόπος ζωής των προσφύγων αλλά οι πιθανές διεκδικήσεις τους σε γη, καλλιέργειες και άλλες δουλειές. 

Μ.Γ.: Στο μεταξύ άνθρωποι της ίδιας οικογένειας είχαν χαθεί μεταξύ τους χωρίς να γνωρίζει ο ένας για την τύχη του άλλου. Αυτό το αγκάθι της άγνοιας με ταυτόχρονη την ελπίδα πως επιδρούσε στη νέα ζωή τους;

Ν.Κ.: Η άγνοια μαζί με την ελπίδα εύρεσης των δικών τους  στοίχειωνε την καθημερινότητα τους. Για πολλές δεκαετίες παρακολουθούσαν με αγωνία τις αναζητήσεις μέσω του Ερυθρού Σταυρού στο ραδιόφωνο. Τελικά τα αδέλφια της Καλλιρόης δεν βρέθηκαν ποτέ μεταξύ τους. 

 Μ.Γ.: Υπήρχαν αυτοί που δεν ξεπέρασαν τον διωγμό του κι άλλοι που προσαρμόστηκαν. Τι εμπόδιζε τους πρώτους και τι διευκόλυνε τους δεύτερους;

Ν.Κ.: Δύο νομίζω ήταν οι σοβαρότεροι λόγοι. Ο ένας είχε να κάνει με την ψυχοσύνθεση και την προσωπικότητα του καθενός. Ο δεύτερος είχε σχέση με τις ιδιαίτερες συνθήκες που συνάντησαν στους τόπους εγκατάστασης τους .

 Μ.Γ.: Η ιστορία που αφηγείστε συνεχίζεται στα χρόνια του εμφυλίου και φτάνει σχεδόν ως το σήμερα. Ποια ήταν η ελπίδα που κρατούσαν πάντα μέσα τους οι Μικρασιάτες;

Ν.Κ.: Αυτοί της πρώτης γενιάς είχαν μέχρι τέλος της ζωής τους την ελπίδα ότι κάποτε θα γύριζαν στην πατρίδα τους. Οι της δεύτερης γενιάς προσδοκούσαν  μόνο σε μια καλύτερη ζωή στο νέο τόπο που γεννήθηκαν. Οι της τρίτης γενιάς υπό καλύτερες πλέον συνθήκες είχαν την επιθυμία να επισκεφτούν τους τόπους γέννησης των παππούδων τους.

 Μ.Γ.: Κάποια στιγμή αποφασίσατε να επισκεφτείτε τον τόπο που γεννήθηκαν οι παππούδες σας. Ποια ανάγκη σας ώθησε σ΄ αυτό και ποια ήταν τα συναισθήματα που σας κατέκλυσαν;

Ν.Κ.: Είχε γίνει έμμονη ιδέα από τα παιδικά μου χρόνια να επισκεφτώ τον τόπο που γεννήθηκαν  οι παππούδες μου. Η συγκίνηση μου ήταν μεγάλη όταν βρέθηκα εκεί, ήταν μια  από τις μεγαλύτερες επιθυμίες της ζωής μου. Το είδα σαν ένα χρέος στη μνήμη των προγόνων μου . 

Μ.Γ.: Ως παιδί τρίτης γενιάς προσφύγων νιώσατε ποτέ ρατσισμό απέναντί σας;

Ν.Κ.: Ως παιδί στο δημοτικό σχολείο, είχα νοιώσει την απόρριψη από μερικούς συμμαθητές και δασκάλους. Μεγαλώνοντας τα φαινόμενα ρατσισμού σταδιακά εξέλειπαν από την Ελληνική κοινωνία . 

Μ.Γ.: Τι σας συγκίνησε περισσότερο από τις διηγήσεις του παππού Νικολάκη;

Όπως προανέφερα από τον παππού Νικολάκη  οι πιο δυνατές συγκινήσεις και μνήμες προκύπτουν από την εικόνα του, τα τραγούδια του, τα δάκρυα του σε στιγμές αναπόλησης της χαμένης πατρίδας του.

Μ.Γ.: Ποια ήταν τα συναισθήματά σας κατά τη διάρκεια της συγγραφής του βιβλίου;

Ν.Κ.: Ευθύνη, χρέος,   ικανοποίηση, δικαίωση, ψυχική ευφορία.

*Το μυθιστόρημα «ΝΙΛΟΥΦΕΡ» του Νίκου Καζατζόπουλου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ιωλκός.

 

Μαίρη Γκαζιάνη

Γεννήθηκε στα Ιωάννινα.  Μεγάλωσε στην Αθήνα όπου ζει μέχρι σήμερα και εργάσθηκε ως τραπεζοϋπάλληλος. Στο παρελθόν ασχολήθηκε ερασιτεχνικά με την φωτογραφία ενώ τώρα ζωγραφίζει και παράλληλα γράφει. Έχει πραγματοποιήσει ατομικές εκθέσεις και έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές.

Τον Μάιο του 2012 κυκλοφόρησε την πρώτη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Σου γράφω…», τον Σεπτέμβρη 2013 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο ΕΝΑ ΦΕΓΓΑΡΙ ΛΙΓΟΤΕΡΟ και τον Ιούνιο του 2014 κυκλοφόρησε το βιβλίο της ΤΑ ΠΛΗΚΤΡΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ  από τις εκδόσεις ΄Οστρια. Επίσης, το παραμύθι της «Το ψαράκι του βυθού» συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Παραμύθια και Μαμάδες» εκδόσεις Βερέττα 2015.  Τον Ιούνιο 2017 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της ΑΛΙΚΑ ΒΗΜΑΤΑ από την Εμπειρία Εκδοτική. Το 2019 θα κυκλοφορήσει το νέο της μυθιστόρημα από τις εκδόσεις Ωκεανός.

Την περίοδο 2011-2012 υπήρξε ραδιοφωνική παραγωγός στο magicradiolive. Από τον Νοέμβρη 2014 συνεργάζεται με το now24.gr και έχει πραγματοποιήσει πάνω από πεντακόσιες συνεντεύξεις. Το 2016 συμμετείχε στην τηλεοπτική εκπομπή ΚΑΛΩΣ ΤΟΥΣ του ΑιγαίοTV πραγματοποιώντας συνεντεύξεις σε ανθρώπους των τεχνών. Διετέλεσε Διευθύντρια Σύνταξης του on line Πολιτιστικού Περιοδικού Books and Style από Ιούλιο 2017 έως Μάρτιο 2018 οπότε αποχώρησε οικειοθελώς.

Μεγάλες της αγάπες είναι το θέατρο και ο χορός με τα οποία έχει ασχοληθεί ερασιτεχνικά.   

 

 

Related posts