Subscribe Now

Trending News

Τα cookies επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την εμπειρία σας στo now24.gr.
Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies, σύμφωνα με τις οδηγίες μας.
05 Απρ 2020
Πολιτισμός

Ο Μιχάλης Μπουναρτζίδης μιλάει για το νέο του μυθιστόρημα «Τι να σημαίνουν οι σημύδες;»

Συνέντευξη στη Μαίρη Γκαζιάνη 

Ο Μιχάλης Μπουναρτζίδης γεννήθηκε το 1947 στην Ξάνθη, όπου και τέλειωσε το σχολείο. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, στη Γεωπονοδασολογική Σχολή. Έχει τίτλο Μεταπτυχιακών Σπουδών από το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, και έχει γράψει πολλές εργασίες, πάντα στις Θετικές Επιστήμες και στα Οικονομικά, μια και εργάστηκε στην ΑΤΕ απ’ όπου και πήρε σύνταξη το 2007. Η λογοτεχνία και το διάβασμα όμως, ήταν πάντα η προτεραιότητα και η ανάγκη του, το γράψιμο ήρθε σχετικά αργά, αφού χωνεύθηκαν κάποιες χιλιάδες βιβλία. 

ΜΑΙΡΗ ΓΚΑΖΙΑΝΗ: Κύριε Μπουναρτζίδη πρόσφατα κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο σας με τίτλο «Τι να σημαίνουν οι σημύδες;». Πρόκειται για συμβολικό τίτλο;

ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΠΟΥΝΑΡΤΖΙΔΗΣ: Ο τίτλος έρχεται αυτούσιος από ένα σημείο του βιβλίου, το αντιγράφω:…. Το όνειρο ήταν ακόμη ολοζώντανο και ξετυλίχτηκε  κάπως ανάποδα. Αυτή τη φορά είδε πρώτα τα λάγκερ κι από κει έβγαιναν, αργά και προσεκτικά, τα τέρατα με τις γκρίζες στολές και τους ρούνους στο πέτο, ένας εδώ, ένας άλλος παραδίπλα, προχωρούσαν χωριστά, ο καθένας μόνος του κρατώντας από μια μικρή σημύδα  στο χέρι, τη φύτευαν και μετά έβγαιναν απ’ την πύλη του τρένου. Περπατούσαν έπειτα χωμένοι στη σκιά που έκαναν τα γυάλινα και σιδερένια κτίρια, …..Είχε πια συνηθίσει, δεν ταράχτηκε, μόνο ένιωθε αγωνία, απόγνωση κι απογοήτευση που έβλεπε τι θα γίνει παραπέρα, η Νατάλια είχε δίκιο που έλεγε πως το όνειρό του προφήτευε και τα μελλούμενα μέσα απ’ τα χτεσινά φαντάσματα. Τη ρώτησε μόνο για τις σημύδες, τι να σήμαιναν, ίσως να γίνει πάρκο να σβήσουν οι μνήμες, να περιδιαβαίνουν οι άνθρωποι, να χαίρονται τη φύση που κάρπισε πάνω στα ανθρώπινα απομεινάρια σαν συνήγορος της λήθης, ποιος ξέρει….. Σημειώνω πως το δένδρο σημύδα, στα Γερμανικά είναι μπίρκεν, το Άουσβιτς Μπίρκεναου, όλοι λίγο, πολύ το ξέρουμε.

Μ.Γ.: Με τι έρχεται σε επαφή ο αναγνώστης;

Μ.Μ.: Θα σας πω κάτι με δυο λέξεις, αυτό που νιώθω σαν κεντρική ιδέα του βιβλίου. Είναι η αποενοχοποίηση του θύτη (Οι Γερμανοί δεν ήξεραν ή αν ήξεραν εκτελούσαν διαταγές) και η ενοχή του θύματος (που κατάφερε να επιβιώσει με όποιο τίμημα). Πιο συγκεκριμένα πράγματα θα γραφτούν παρακάτω, οι ερωτήσεις σας πιο κάτω, βοηθάνε.

Μ.Γ.: Πως προέκυψε η έμπνευση της ιστορίας που αφηγείστε;

Μ.Μ.: Ήταν το 2015, καλοκαίρι, όταν τέλειωσα το διάβασμα ενός βιβλίου. Τίτλος του, ΟΛΕΘΡΟΣ. Συγγραφέας ο ιστορικός Κηθ Λόου (KEITH LOWE). Καλύπτεται χονδρικά η περίοδος από το 1944 μέχρι το 1949 στην Ευρώπη. Αλλού ο πόλεμος τέλειωσε από το 1943, αλλού το 1944, η λήξη του ορίζεται επίσημα στον Μάιο του 1945, τους εορτασμούς στην πλατεία Τραφάλγκαρ, στα Ηλύσια Πεδία, σε πολλές πόλεις της Ευρώπης τους βλέπουμε σε επίκαιρα της εποχής, μόνο που η μετάβαση από τον πόλεμο στην ειρήνη δεν έγινε τραβώντας μια διαχωριστική γραμμή. Το χάος που προξένησε ο πόλεμος συνεχίστηκε για αρκετά χρόνια. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που λέγεται πως είπε ο βετεράνος στρατιώτης στον νέο, «απόλαυσε τον πόλεμο, η ειρήνη θα είναι ακόμα χειρότερη». Τελειώνοντας αυτό το συγκλονιστικό βιβλίο, μου γεννήθηκε η ιδέα να στήσω τον μύθο με καμβά αυτή την περίοδο. Έτσι φτιάχτηκε η ιστορία μιας ομάδας, μιας συντροφιάς ανθρώπων, -που θα μπορούσε να είναι και συμμορία-, που είναι αφύσικη κι αταίριαστη, ο αναγνώστης το αντιλαμβάνεται από τις πρώτες σελίδες, γνωρίζοντάς τους έναν, έναν. Άνθρωποι που έχουν ένα προορισμό, ο καθένας τον δικό του, και παλεύουν να διαχειριστούν τον δικό τους μικρό χρόνο που έχει μπλέξει στον μεγάλο ιστορικό χρόνο και να επιβιώσουν μέσα στο χάος που δημιούργησε η Μεγάλη Ιστορία.

Στόχος μου αρχικός ήταν να εξελιχθούν οι μικρές ιστορίες αυτών των ανθρώπων κυρίως στο διάστημα μετά τη λήξη του πολέμου, αλλά για κάποιον λόγο, ίσως για να υπάρχει μια συνέχεια, διάλεξα να ξεκινήσουν λίγους μήνες πριν. Επειδή το γράψιμο προχώρησε μάλλον αυτόνομα και χωρίς έλεγχο, κι επειδή στην πορεία προέκυψαν πολλά πράγματα που μπορεί ν’ αφήσει ένας γραφιάς σαν παρακαταθήκη, σαν καταγραφή προσωπικών σκέψεων, έφτασε το μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης να φθάνει χρονικά στον Μάη του ’45 και από εκεί και πέρα να απομένει λιγότερος χώρος μέχρι τη λύση, τον Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς στη Θεσσαλονίκη. Το αποτέλεσμα πάντως δεν με ενόχλησε, αντίθετα με ικανοποίησε, άλλο ο προγραμματισμός και άλλο οι ζωές των ανθρώπων, έστω κι αν αυτές υπάρχουν μόνο στο χαρτί.

Μ.Γ.: Σε ποια χρονική περίοδο και σε ποιο τόπο μεταφέρετε τους αναγνώστες;

Μ.Μ.: Ο χρόνος αρχίζει στις 27 Ιανουαρίου 1945, τρεις μέρες ποδαρόδρομο από το Άουσβιτς, (και τρεις μέρες πριν μπουν οι Σοβιετικοί στο Άουσβιτς), και μέσα από τόπους της Σλοβακίας, της Αυστρίας, της Βαυαρίας, της Ελβετίας, της Ιταλίας, της Ελλάδας, σταματάει την παραμονή των Χριστουγέννων στη Θεσσαλονίκη, τον τόπο που γεννήθηκε ο κεντρικός «ήρωας».

Μ.Γ.: Υπάρχουν πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα στα οποία βασίσατε όσα αφηγείστε ή αφορά εξ ολοκλήρου μυθοπλασία;

Μ.Μ.: Τα πρόσωπα είναι όλα του χαρτιού, όπως και οι μικρές δικές τους ιστορίες, το πλαίσιο όμως, αυτό που λέμε Μεγάλη Ιστορία, είναι πέρα για πέρα αληθινό, ως την παραμικρή λεπτομέρεια. Υπάρχει όμως κι ένα υπαρκτό πρόσωπο, ο Κυριάκος, που εμφανίζεται κάποια στιγμή, η δικιά του ιστορία είναι γραμμένη στο προσωπικό του αρχείο, είναι ο πατέρας ενός συμμαθητή και φίλου, που μου εμπιστεύθηκε με αγάπη αυτό το αρχείο. Η ιστορία του έδεσε όμορφα με την ιστορία του Αλεξάντρ, του κεντρικού ήρωα, και με βοήθησε πολύ να τον φτάσω στη Θεσσαλονίκη, στον τόπο που γεννήθηκε. 

Μ.Γ.: Ποιοι είναι οι μοναχοί και οι «μοναχοί» που αναφέρονται στο οπισθόφυλλο;

Μ.Μ.: Θ’ αρχίσω απ’ τη συντροφιά, που μπορεί να την έλεγε κανείς και συμμορία. Είναι δυο Ρώσοι και μια Ρωσίδα, οι Μπολσεβίκοι της παρέας, τρεις Ναζί, ο ένας Γάλλος, ο άλλος Καλμούκος και μια Γερμανίδα, λιποτάκτες και φυγάδες όλοι τους, ένας Πολωνός φυγάς, τελευταίοι χρονικά είναι ο κεντρικός ήρωας, Ελληνογάλλος φυγάς από το Άουσβιτς όταν άδειασε, και μια Γερμανορωσίδα, χήρα ενός SS. Ετερόκλητη συντροφιά, φτιαγμένη από την ανάγκη για επιβίωση. Τα μέλη της σαν ηθοποιοί σ’ ένα θίασο του δρόμου, ερμηνεύουν ένα έργο χωρίς σενάριο, κάποιοι χάνονται νωρίς από τη σκηνή, άλλοι πιο ύστερα. Μια από τις στάσεις σ’ αυτό το οδοιπορικό μέσα στο χάος, είναι σ’ ένα μοναστήρι στην Αυστρία, που οι μοναχοί σ’ αυτό δεν είναι όλοι μοναχοί, είναι και κάποιοι που κρύβονται κάτω απ’ το ράσο. 

Μ.Γ.: Πόσο απαραίτητη είναι η έρευνα όταν ένας συγγραφέας γράφει για μια ιστορική περίοδο; 

Μ.Μ.: Είναι απολύτως απαραίτητη η έρευνα, μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια. Να σας δώσω ένα παράδειγμα. Σε μια σκηνή, η συντροφιά βρίσκει ένα ραδιόφωνο και προσπαθούν μερικοί να ακούσουν καμιά είδηση. Το ραδιόφωνο του Χίτλερ δεν λέει βέβαια την αλήθεια, ψάχνουν ν’ ακούσουν BBC. Μου πήρε κάποιες μέρες να ψάχνω αν στο συγκεκριμμένο σημείο ήταν δυνατόν ν’ ακουστεί, ρώτησα και ειδικούς για να μάθω αν γινόταν απ’ τα μακρά ή από τα βραχέα και με ποιες μετεωρολογικές συνθήκες. Αν δεν γινόταν δεν θα το έγραφα. 

Μ.Γ.: Έχει θέση ο έρωτας στις σελίδες του βιβλίου σας;

Μ.Μ.: Σχεδόν από τις πρώτες εκατό σελίδες. Έρωτας χωρίς αύριο γιατί το αύριο δεν υπάρχει όταν δεν ξέρει κανείς τι ξημερώνει. Τι κάνουν οι άνθρωποι στον πόλεμο; (Αναρωτιέται μέσα του ο Αλεξάντρ). Φοβούνται, θέλουν να γυρίσουν σπίτι, ερωτεύονται για ένα βράδυ, πεθαίνουν. Εμείς οι δυο δεν πεθάναμε ακόμη, σπίτι μας δεν μπορούμε να γυρίσουμε, μας απομένει ο φόβος κι ο έρωτας.

Μ.Γ.: Συνηθίζετε να προσδίδετε δικά σας χαρακτηριστικά σε ήρωες των βιβλίων σας;

Μ.Μ.: Αυτό δεν μπορώ να το ξέρω. Ίσως όσοι από τους αναγνώστες με γνωρίζουν προσωπικά, μπορούν να ξέρουν καλύτερα. Πάντως, όσο γίνεται, προσπαθώ να το αποφεύγω.

Μ.Γ.: Στο «Τι να σημαίνουν οι σημύδες» ποιον ήρωά σας αισθανθήκατε πιο οικείο ή ταυτιστήκατε μαζί του;

Μ.Μ.: Συνήθως πιο οικείοι είναι οι κεντρικοί «ήρωες» γιατί αυτός που γράφει παλεύει πιο πολύ μ’ αυτονών τις ψυχές. Προσωπικά δεν ταυτίστηκα με κανέναν, ή ταυτίστηκα με όλους, ανάλογα με τη στιγμή.

Μ.Γ.: Μπορείτε να μας εξηγήσετε την «ισορροπία κατανόησης» και την «ισορροπία τρόμου» που αναφέρονται στο οπισθόφυλλο;

Μ.Μ.: Είναι μια εξήγηση που προσπαθεί να δώσει η Νάντια/Νατάλια στον εαυτό της, όταν αναλογίζεται τις συνθήκες της συμβίωσης με τους μοναχούς στο μοναστήρι.

Μ.Γ.: Ποιες αξίες αναδεικνύονται μέσα από τις σελίδες του βιβλίου σας;

Μ.Μ.: Αξίες; Στα χρόνια εκείνα, στις συνθήκες εκείνης της εποχής, αξίες δεν υπήρχαν, μόνο αγώνας για επιβίωση, με κάθε τρόπο, με κάθε μέσον. Ο Αντρέγιεφ λέει κάποια στιγμή, «Οι ιδεολογίες είναι για πριν ή για μετά, για το τώρα υπάρχει μόνο η επιβίωση».

Μ.Γ.: Με ποια συναισθήματα βιώσατε τη συγγραφική συμπόρευση με τους ήρωές σας;

Μ.Μ.: Δύσκολο να τω περιγράψω. Τους έβλεπα όλους από ψηλά, σαν δημιουργός και κριτής, αλλά όταν έμπαινα μέσα τους, να σκαλίσω την ψυχή τους, έβαζα τον εαυτό μου στη θέση τους. Όταν κάποιος δεν χρησίμευε πια στη ροή της ιστορίας, τον έβγαζα απ’ τη σκηνή με κάποιον τρόπο, είναι εκείνο το ιδιαίτερο συναίσθημα που νιώθει ο γραφιάς, να νιώθει θεός με τους χάρτινους ανθρώπους του.

Μ.Γ.: Τι είναι αυτό που θέλετε να εισπράξει ο αναγνώστης με την ανάγνωση του συγκεκριμένου βιβλίου;

Μ.Μ.: Ο καθένας εισπράττει διαφορετικά πράγματα από ένα βιβλίο, ειδικά αν αυτό έχει πολλά επίπεδα, κι αυτό το λέω από πείρα. Πολλές φορές έχω εκπλαγεί, ακούγοντας τους αναγνώστες των βιβλίων μου ν’ ανακαλύπτουν στοιχεία που δεν είχαν περάσει απ’ το μυαλό μου. Θυμάμαι, στην «Περιπλάνηση» μια αναγνώστρια είχε επικεντρωθεί στον έρωτα του Θωμά και της Ελβίρας, μόνο που δεν της άρεσε που εκείνη ήταν κοκκινομάλλα. Εγώ θα μιλούσα γι’ αυτό που έγραψα στην αρχή,  η αποενοχοποίηση του θύτη και η ενοχή του θύματος.

Μ.Γ.: Σε προηγούμενη συνέντευξη μας μου είχατε αναφέρει ότι η συγγραφή του βιβλίου σας «Η περιπλάνηση ενός βιολιού» είχε κρατήσει περίπου τεσσεράμισι χρόνια. Το νέο βιβλίο πόσο χρόνο σας πήρε για τη συγγραφή του;

Μ.Μ.: Κι αυτό περίπου τόσο πήρε, σχεδόν τέσσερα χρόνια. Η Προσευχή για τις καινούργιες πατρίδες, πλησίασε τα πέντε. Η έρευνα απαιτεί πολύ χρόνο.

Μ.Γ.: Θα συνεχίσετε να γράφετε με κεντρική βάση ιστορικές περιόδους ή σκέφτεστε να αλλάξετε συγγραφική ρότα;

Μ.Μ.: Δεν το ξέρω ακόμη. Το θέμα είναι να έχω κάτι να πω σε επόμενο βιβλίο μου, αυτό είναι το σημαντικό. Το να γράφεις ιστοριούλες μόνο για να γράφεις, κάνει ζημιά στο περιβάλλον.

Μ.Γ.: Ευχαριστώ πολύ και σας εύχομαι καλοτάξιδο το βιβλίο σας.

Μ.Μ.: Εγώ σας ευχαριστώ από καρδιάς για την ευκαιρία που μου δώσατε.

*Το μυθιστόρημα «Τι να σημαίνουν οι σημύδες;» του Μιχάλη Μπουναρτζίδη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ωκεανός. 

Μαίρη Γκαζιάνη

Γεννήθηκε στα Ιωάννινα.  Μεγάλωσε στην Αθήνα όπου ζει μέχρι σήμερα και εργάσθηκε ως τραπεζοϋπάλληλος. Στο παρελθόν ασχολήθηκε ερασιτεχνικά με την φωτογραφία ενώ τώρα ζωγραφίζει και παράλληλα γράφει. Έχει πραγματοποιήσει ατομικές εκθέσεις και έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές.

Τον Μάιο του 2012 κυκλοφόρησε την πρώτη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Σου γράφω…», τον Σεπτέμβρη 2013 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο «Ένα φεγγάρι λιγότερο» από τις εκδόσεις Ελληνική Πρωτοβουλία και τον Ιούνιο του 2014 κυκλοφόρησε το βιβλίο της «Τα πλήκτρα της σιωπής»  από τις εκδόσεις ΄Οστρια. Επίσης, το παραμύθι της «Το ψαράκι του βυθού» συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Παραμύθια και Μαμάδες» εκδόσεις Βερέττα 2015.  Τον Ιούνιο 2017 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της «Άλικα βήματα» από την Εμπειρία Εκδοτική. Τον Νοέμβριο του  2019 κυκλοφόρησε το νέο της μυθιστόρημα «Ζάχαρη άχνη» από τις εκδόσεις Ωκεανός.

Την περίοδο 2011-2012 υπήρξε ραδιοφωνική παραγωγός στο magicradiolive. Από τον Νοέμβρη 2014 συνεργάζεται με το now24.gr και έχει πραγματοποιήσει πάνω από εξακόσιες συνεντεύξεις, καθώς και σχολιασμούς βιβλίων και θεατρικών παραστάσεων. Το 2016 συμμετείχε στην τηλεοπτική εκπομπή «Καλώς τους» του ΑιγαίοTV πραγματοποιώντας συνεντεύξεις σε ανθρώπους των τεχνών. Διετέλεσε Διευθύντρια Σύνταξης του on line Πολιτιστικού Περιοδικού Books and Style από Ιούλιο 2017 έως Μάρτιο 2018 οπότε αποχώρησε οικειοθελώς.

Μεγάλες της αγάπες είναι το θέατρο και ο χορός με τα οποία έχει ασχοληθεί ερασιτεχνικά.

 

 

Related posts