Subscribe Now

Trending News

Τα cookies επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την εμπειρία σας στo now24.gr.
Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies, σύμφωνα με τις οδηγίες μας.
26 Σεπ 2021
SLIDER

Ο Γιώργος Πράτανος μιλάει για το βιβλίο του «Ο ανεπιθύμητος νεκρός»

 

Συνέντευξη στην Μαίρη Γκαζιάνη

 Ο Γιώργος Πράτανος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1978.  Το 2002 ξεκινά από σύμπτωση τη δημοσιογραφική του καριέρα και ανακαλύπτει πως είναι το επάγγελμα που θα τον φέρει απέναντι σε ήρωες παντός τύπου και εκείνος θα διηγείται την ιστορία τους. Το 2005 μετακομίζει στην Αθήνα. Έχει εργαστεί στο About Thessaloniki, το Μακεδονία TV, το Alter, το Down Town, το Nitro, το Vice, το People… Σε ένα από τα ρεπορτάζ του γνώρισε την οικογένεια του Πάτροκλου Σταύρου, θετού γιου της Ελένης Καζαντζάκη, που αποτέλεσε και το ερέθισμα για να ερευνήσει πτυχές της ζωής και του έργου του πιο σπουδαίου Έλληνα στοχαστή της νεότερης Ελλάδας. 

Μ.Γ.: Είστε δημοσιογράφος και συγγραφέας. Τι είναι για σας η δημοσιογραφία και τι η συγγραφή;

Γ.Π.: Είναι πολύ τιμητική η ιδιότητα του συγγραφέα, αλλά επειδή είμαι συγγραφέας ενός μυθιστορήματος απέχω πολύ από το να δηλώνω συγγραφέας. Η δημοσιογραφική έρευνα που απαιτούσε το βιβλίο μου έδωσε το τέλειο άλλοθι και απάλυνε τις όποιες αμφιβολίες μου για το αν μπορώ να ανταποκριθώ.

Προσωπικά, θεωρώ πως η δημοσιογραφία είναι υπηρεσία προς τους πολίτες. Δεν έχει σημασία ποιον κλάδο της δημοσιογραφίας ασκεί κανείς, φτάνει το παραγόμενο αποτέλεσμα να δίνει στον αναγνώστη/τηλεθεατή/ακροατή πολύτιμες και χρηστικές πληροφορίες, τροφή για σκέψη, έμπνευση. Ένας δημοσιογράφος είναι υπόλογος μόνο στους πολίτες ή έτσι θα έπρεπε να είναι. Εκείνοι είναι που τον επιβραβεύουν για την αξιοπιστία και την εγκυρότητά του. Στη χώρα μας αυτός δεν είναι ο γενικός κανόνας, μας αρέσει να διαβάζουμε τις βολικές αλήθειες. Αν ο «αγγελιοφόρος» έχει καλά νέα, τον επιλέγουμε. Αν  όχι, τον απορρίπτουμε. Θεωρώ πως η κρίση μας έδωσε ένα πολύ καλό μάθημα γύρω από τα κριτήρια με τα οποία επιλέγουμε να ενημερωνόμαστε.

Για τη συγγραφή θα μιλήσω ως ερασιτέχνης. Προσωπικά, τους μήνες που μου πήρε να γράψω το μυθιστόρημα διαπίστωσα πως είναι εθιστική. Ως δημοσιογράφος είμαι συνηθισμένος να γράφω ιστορίες. Μικρές ιστορίες, στο 1/100 περίπου του όγκου του Ανεπιθύμητου Νεκρού. Αυτή η συνέχεια, το καθημερινό ραντεβού με τους ήρωες του βιβλίου είναι συναρπαστικό. Κυκλοφορούν διαρκώς στο μυαλό σου και το μόνο που θες είναι να βρίσκεσαι μπροστά από τον υπολογιστή σου και να γράφεις. Είναι μια γοητευτική διαφυγή από την καθημερινότητα, αλλά παράλληλα, είναι και μια επώδυνη εσωτερική βουτιά, όπου φανερώνονται φοβίες, απωθημένα, αραχνιασμένα μυστικά. Όλα αυτά έρχονται στην επιφάνεια και, παρόλο που οι ήρωες είναι άλλοι, ανακαλύπτεις πως υπάρχουν κομμάτια στα οποία υπάρχει ταύτιση.

Μ.Γ.: Τι είναι αυτό που σας εμπνέει κυρίως ώστε ν’ αρχίσετε τη συγγραφή ενός βιβλίου;

Γ.Π.: Γενικά, με οτιδήποτε καταπιάνομαι, εμπνέομαι από τους ήρωες και μια ιστορία συγκεκριμένη που θεωρώ πως πρέπει να διαβαστεί. Και αυτό γιατί θεωρώ πως θα εμπνεύσει και θα παρακινήσει προς μια θετική κατεύθυνση τους αναγνώστες. Θέλω,  όταν διαβάζω ένα βιβλίο, ένα άρθρο, μια ιστορία, στο τέλος να αισθάνομαι πως έγινα καλύτερος, πιο σοφός, πιο ανθρώπινος… 

Μ.Γ.: Πρόσφατα εκδόθηκε το βιβλίο σας «Ο ανεπιθύμητος νεκρός». Ποιος είναι ο ανεπιθύμητος νεκρός και από ποιους είναι ανεπιθύμητος;

Γ.Π.: Ο Ανεπιθύμητος Νεκρός είναι ο κορυφαίος σύγχρονος Έλληνας διανοητής, ο Νίκος Καζαντζάκης. Ανεπιθύμητος είναι από το Κράτος και την Εκκλησία, τον οποίον βλέπουν ως απειλή για το δικό τους σύστημα αξιών, που απαιτεί σιωπή και υποταγή. Ο Νίκος Καζαντζάκης ζει κυνηγημένος, βρίσκει την ελευθερία που ποθεί μόνο μακριά από τη χώρα που λατρεύει. Το Κράτος του στερεί το Νόμπελ, η Εκκλησία του στερεί έναν αξιοπρεπή τελευταίο αποχαιρετισμό. 

Μ.Γ.: Αν και το βιβλίο αναφέρεται στις δέκα ημέρες μετά το θάνατο του Νίκου Καζαντζάκη και μέχρι την ταφή του, τι άλλο μαθαίνουμε μέσα από τις σελίδες του;

Γ.Π.: Όλη την πορεία της ζωής του. Τα γεγονότα και τις αποφάσεις – σταθμούς που διαμόρφωσαν τη σκέψη του, τη δολοφονία – χαρακτήρα που επιχείρησαν από κοινού εναντίον του η Εκκλησία και το Κράτος. Τη γνωριμία και τον έρωτα με τη δεύτερη σύζυγό του, Ελένη, τις διενέξεις με την πρώτη του σύζυγο, Γαλάτεια, που συνεχίστηκαν και μετά το διαζύγιό του. Φιλίες, προδοσίες, απογοήτευση, αναγνώριση, η ζωή του Νίκου Καζαντζάκη δεν έχει καμία σχέση με το στερεότυπο που επικρατεί και θέλει τους συγγραφείς να κάθονται ήσυχα σε μια σκοτεινή γωνία, να παρατηρούν και να γράφουν.

Η κορύφωση έρχεται με την πορεία του προς το δικό του Γολγοθά που ονομάζεται Μαρτινέγκο.

 Μ.Γ.: Ποιο ήταν το ερέθισμα ώστε να γράψετε ένα βιβλίο για τον Νίκο Καζαντζάκη;

Γ.Π.: Η ενθουσιώδης προτροπή του Σωτήρη Χατζάκη να του γράψω την ιστορία για να την κάνει θεατρική παράσταση. Πίναμε καφέ και του διηγήθηκα τα όσα είχαν συμβεί. Μου ζήτησε να τη γράψω, του απάντησα πως δεν είμαι θεατρικός συγγραφέας και δεν είμαι σίγουρος αν μπορώ να το κάνω. «Εγώ είμαι σίγουρος πως μπορείς» αντέτεινε εκείνος. Τελικά, έπειτα από εσωτερική πάλη ξεκίνησα δειλά να γράφω και να μαζεύω ντοκουμέντα.

Μ.Γ.: Ποιος ήταν ο κύριος στόχος σας μέσα από την αφήγηση;

Γ.Π.: Να φέρω αυτή τη θλιβερή ιστορία στο φως, ώστε να τη γνωρίζουν όλοι. Είναι ένα μάθημα, σκληρό κι ενοχλητικό, να βλέπεις τη συμπεριφορά της Εκκλησίας σε έναν νεκρό. Οι ντροπιαστικές αυτές συμπεριφορές πρέπει να παραμείνουν στη συλλογική συνείδηση για να μην μπορούν να επαναληφθούν.

Ταυτόχρονα, ήθελα να καταδείξω το ρόλο της γυναίκας ακόμη και σε εποχές δύσκολες. Η Ελένη Καζαντζάκη δεν ήταν η «δυναμική γυναίκα πίσω από τον ισχυρό άντρα». Δεν ήταν «πίσω», αλλά «δίπλα». Και ο Καζαντζάκης φρόντιζε για αυτό, αφού ήταν ο άνθρωπος που έκανε όλες τις συνεννοήσεις, τις διαπραγματεύσεις και φρόντιζε για τα διαδικαστικά. Παρόλο που η Ελένη θα μπορούσε να κάνει μια μεγάλη αυτόνομη καριέρα στα ελληνικά γράμματα, προτίμησε να σταθεί διπλά στον Καζαντζάκη. Αγαπήθηκαν, έζησαν στερημένοι από πολλά, αλλά στο τέλος δικαιώθηκαν.

Σε ό, τι αφορά το στυλ της γραφής, επειδή πολλοί με ρωτούν, θα ήθελα να επισημάνω δύο πολύ ουσιώδεις παραμέτρους: Επειδή τα γεγονότα είναι σοκαριστικά, θέλησα η αφήγηση να είναι συναισθηματικά λιτή. Χωρίς κορώνες. Δεν με ενδιέφερε να εκβιάσω το συναίσθημα, προτίμησα να σιγοβράζει κάτω από μια στρωτή, πολλές φορές από απόσταση αφήγηση. Και αυτό γιατί ήθελα ο αναγνώστης να νιώσει εντελώς υποκειμενικά τις κορυφώσεις. Δεύτερον, επειδή μιλάμε για πραγματικά γεγονότα, δεν θα θελα μέσα από το μυθοπλασία να χαθεί αυτή η αλήθεια. Η μυθοπλασία είναι απλά το όχημα για την προσέγγιση των όσων συνέβησαν. 

Μ.Γ.: Στο βιβλίο σας συναντάμε και τον Φρέντυ Γερμανό στα πρώτα του δημοσιογραφικά βήματα. Πόσο δύσκολο ή εύκολο ήταν το δημοσιογραφικό/συγγραφικό ταξίδι σας μαζί του; 

Γ.Π.: Είχα ένα πρόβλημα όταν ξεκίνησα να γράφω το βιβλίο. Ενώ γνώριζα σχεδόν τα πάντα για τα γεγονότα, δεν είχα έναν ήρωα που, μέσα από τη ματιά του, ο αναγνώστης θα βίωνε την πολιτικοκοινωνική κατάσταση που βρισκόταν η Αθήνα εκείνη την εποχή. Δεν ήθελα αυτός ο ήρωας να είναι φανταστικός. Έπειτα από δύο νύχτες αναζήτησης κι απελπισίας, θυμήθηκα πως ο Φρέντυ Γερμανός είχε κάνει ρεπορτάζ για την κηδεία του Νίκου Καζαντζάκη ως ρεπόρτερ της εφημερίδας Ελευθερία. Το γεγονός πως ήταν δημοσιογράφος με διευκόλυνε στην αφήγηση, αφού γνωρίζω τον τρόπο σκέψης των δημοσιογράφων.

Όταν άρχισα την έρευνα για τον νεαρό Φρέντυ Γερμανό -ήταν 23 τότε, βρέθηκα μπροστά σε θησαυρό. Ήταν ένας νέος ταλαντούχος, με φλεγματικό χιούμορ, πηγαίο και καυστικό. Ήταν η «ανάσα» στη διήγηση της ιστορίας. Είχε τη ματιά του ρομαντικού νέου που θέλει να κάνει καριέρα και να παραδώσει έναν καλύτερο κόσμο. 

Μ.Γ.: Από που αντλήσατε τα πραγματικά στοιχεία που αναφέρετε στο βιβλίο σας και τι θέση έχει η μυθοπλασία;

Γ.Π.:  Η πιο σημαντική μαρτυρία ήταν εκείνη του ιερέα Σταύρου Καρπαθιωτάκη, ο οποίος και έθαψε τον Καζαντζάκη. Ήταν το πρώτο πρόσωπο που αναζήτησα. Χωρίς αυτόν, ίσως να μην μπορούσα να γράψω το μυθιστόρημα. Μίλησα και με άλλους αυτόπτες μάρτυρες, βέβαια, όπου ο καθένας με βοήθησε πολύ στην έρευνα. Σε αυτές τις περιπτώσεις υπάρχουν πράγματα που φαινομενικά μοιάζουν κουτά, αλλά επί της ουσίας είναι μια καλή αφετηρία για ψάξεις και περιφερειακά, πέρα από τη βασική ιστορία. Εκεί αποκαλύπτονται διαμάντια, που δένουν με το κεντρικό θέμα, όπως επίσης και από τις εφημερίδες της εποχής.

Τα κεντρικά γεγονότα όπως διαδραματίζονται στο μυθιστόρημα, καθώς και οι ιστορικές αναφορές είναι αληθινά. Μυθοπλασία είναι οι διάλογοι του Φρέντυ με τον αρχισυντάκτη του, Ανδρουλιδάκη, και τον συνεργάτη του, Πέτρο Χάρη, που είναι δύο πολύ σημαντικές μορφές της ελληνικής δημοσιογραφίας. Φανταστικός ήρωας είναι και ο Κρητίκαρος, που βοηθάει τον Φρέντυ στο ρεπορτάζ του. Θέλησα να δώσω στον Κρητίκαρο όλα τα γενικά χαρακτηριστικά που έχουν οι Κρητικοί: Λεβεντιά, γενναιοδωρία, φιλοτιμία… 

Μ.Γ.: Ποια ήταν τα συναισθήματά σας καθώς ξετυλίγατε συγγραφικά τις σκέψεις των ηρώων σας;

Γ.Π.: Πριν καν ξεκινήσω τη συγγραφή γνώριζα το πλαίσιο του χαρακτήρα των ηρώων, είχα συζητήσει για την Ελένη Καζαντζάκη και με τη Νίκη Σταύρου, τη θετή εγγονή και βαφτισιμιά της, όπως επίσης είχα παρακολουθήσει και διαβάσει συνεντεύξεις του Φρέντυ Γερμανού. Είχα μελετήσει ακόμη και τον τρόπο που εξωτερικεύουν τις σκέψεις της, το ρυθμό ομιλίας τους… Οπότε, ως ήρωες του βιβλίου, είχαν μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα.

Η Ελένη ως προσωπικότητα με είχε συναρπάσει. Ήταν μια γυναίκα που είχε μόλις χάσει τον σύζυγό της και θα πήγαινε στο άγνωστο, εκεί όπου την περίμεναν οι εχθροί του Καζαντζάκη. Στα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου η Ελένη προσπαθεί να βρει τα «πατήματά» της, είναι σε σύγχυση. Πενθεί και ταυτόχρονα αγωνιά για τη ζωή που ανοίγεται μπροστά της, χωρίς τον επί 33 χρόνια σύντροφό της. Είναι μια σιδηρά κυρία που κλονίζεται και προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια της. Και το κάνει μέσα από τις αναμνήσεις της κοινής ζωής με τον Νίκο. Η πίστη της δοκιμάζεται, αλλά η Ελένη επανασυγκροτείται σταδιακά στην Αθήνα, με το που συναντά τους φίλους της εκεί. Ένιωθα όλες αυτές τις αναταράξεις της κατά τη διάρκεια της συγγραφής. Προσπαθούσα να την περιγράφω από απόσταση για να μπορεί ο αναγνώστης να την «πλησιάσει» εντελώς υποκειμενικά. Δεν θα ήθελα να δίνω μασημένη τροφή, αλλά τον ήρωα στο πιάτο. Από εκεί και πέρα, ο αναγνώστης ανάλογα με τις εμπειρίες του μπορούσε να τη δει όπως θέλει. 

Μ.Γ.: Υπάρχει κάποιο απόσπασμα του βιβλίου που σας συγκίνησε ιδιαίτερα και ίσως ακόμα σας έκανε να δακρύσετε;

Γ.Π.: Ναι, δάκρυσα όταν έγραφα το κομμάτι όπου η Ελένη κάθεται μπροστά στο φέρετρο του Καζαντζάκη μέσα στον ναό του Αγίου Μηνά και απέξω οι ζηλωτές παραθρησκευτικοί βρίζουν τον Καζαντζάκη με προσβλητικές εκφράσεις. Εκείνη την ώρα η Ελένη θυμάται τους δύο τους ξαπλωμένους ανέμελους στα πράσινα λιβάδια του Γκότενσκαμπ στην Ελβετία, μακριά από τους ανθρώπους. Τότε όλος ο κόσμος είχε πλαστεί για εκείνους.

Επίσης, στο τέλος… «Και άντε να δούμε τώρα, πως γίνεται να χτυπάει ακόμη η καρδιά ενός νεκρού…».

 Μ.Γ.: «Οι αναμνήσεις είναι το εύκολο καταφύγιο όταν το παρόν και το μέλλον είναι αβέβαιο» γράφετε σε κάποιο σημείο  του βιβλίου. Τι προσφέρουν οι αναμνήσεις σ΄ αυτή την περίπτωση;

Γ.Π.: Συναισθηματική ασφάλεια. Μια κρυψώνα από ένα κόσμο που μοιάζει ξένος και σκληρός, στην παρούσα στιγμή. Ίσως και αβάσταχτος. Το κύριο μέλημά μας, όμως, θα είναι να βγούμε ξανά έξω και να αντιμετωπίσουμε αυτόν τον σκληρό κόσμο, να τον μαλακώσουμε, τόσο για εμάς, όσο και για τους άλλους. Οι αναμνήσεις μας ξεκουράζουν, αλλά θα πρέπει να βγαίνουμε έξω, να παλεύουμε και να συνεχίσουμε να δημιουργούμε όμορφες αναμνήσεις.

 Μ.Γ.: Σας ευχαριστώ πολύ για την παραχώρηση της συνέντευξης και σας εύχομαι καλοτάξιδο το βιβλίο σας.

Γ.Π.: Εγώ σας ευχαριστώ πολύ. Νιώθω πως αγαπήσατε το βιβλίο και σας ευγνωμονώ για αυτό.

Μ.Γ.: Νομίζω πως δεν υπάρχει άνθρωπος που δεν θα αγαπήσει αυτό το βιβλίο.

 *Το βιβλίο «Ο ανεπιθύμητος νεκρός» του συγγραφέα Γιώργου Πράτανου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα.

 Μαίρη Γκαζιάνη

Γεννήθηκε στα Ιωάννινα.  Μεγάλωσε στην Αθήνα όπου ζει μέχρι σήμερα και εργάσθηκε ως τραπεζοϋπάλληλος. Στο παρελθόν ασχολήθηκε ερασιτεχνικά με την φωτογραφία ενώ τώρα ζωγραφίζει και παράλληλα γράφει. Έχει πραγματοποιήσει ατομικές εκθέσεις και έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές.

Τον Μάιο του 2012 κυκλοφόρησε την πρώτη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Σου γράφω…», τον Σεπτέμβρη 2013 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο ΕΝΑ ΦΕΓΓΑΡΙ ΛΙΓΟΤΕΡΟ και τον Ιούνιο του 2014 κυκλοφόρησε το βιβλίο της ΤΑ ΠΛΗΚΤΡΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ  από τις εκδόσεις ΄Οστρια. Επίσης, το παραμύθι της «Το ψαράκι του βυθού» συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Παραμύθια και Μαμάδες» εκδόσεις Βερέττα 2015.  Τον Ιούνιο 2017 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της ΑΛΙΚΑ ΒΗΜΑΤΑ από την Εμπειρία Εκδοτική. Σύντομα αναμένεται το νέο της μυθιστόρημα.

Την περίοδο 2011-2012 υπήρξε ραδιοφωνική παραγωγός στο magicradiolive. Από τον Νοέμβρη 2014 συνεργάζεται με το now24.gr και έχει πραγματοποιήσει πάνω από τριακόσιες συνεντεύξεις. Το 2016 συμμετείχε στην τηλεοπτική εκπομπή ΚΑΛΩΣ ΤΟΥΣ πραγματοποιώντας συνεντεύξεις σε ανθρώπους των τεχνών. Το διάστημα Ιούλιος 2017 έως Μάρτιος 2018 υπήρξε Διευθύντρια Σύνταξης του on line Πολιτιστικού Περιοδικού Books and Style.

Μεγάλη της αγάπη είναι το θέατρο με το οποίο ασχολείται ερασιτεχνικά.       

 

 

Related posts