Subscribe Now

Trending News

Τα cookies επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την εμπειρία σας στo now24.gr.
Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies, σύμφωνα με τις οδηγίες μας.
19 Μαΐ 2021
Πολιτισμός

Μιχάλης Σαλαμπάσης: Η συγγραφή έχει να κάνει με την ανάγκη μου να επικοινωνώ και να ενώνομαι με τους ανθρώπους  

Συνέντευξη στη Μαίρη Γκαζιάνη 

Ο Μιχάλης Σαλαμπάσης γεννήθηκε στη Γερμανία, όμως μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Έζησε για αρκετά χρόνια στην Αγγλία και στην Αυστρία, όπου πραγματοποίησε διδακτορικά και μεταδιδακτορικά προγράμματα. Σήμερα είναι καθηγητής Ευφυών Τεχνολογιών Διαδικτύου στο Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδας, στη Θεσσαλονίκη. Έχει δημοσιεύσει περίπου εκατό άρθρα σε περιοδικά και συνέδρια, καθώς και δύο βιβλία που αφορούν τεχνολογίες πληροφορικής. Παράλληλα με τις επιστημονικές του δραστηριότητες, ασχολείται με το θέατρο και τη λογοτεχνία. Περιέργως, η ενασχόλησή του με το θέατρο ξεκίνησε διαβάζοντας, σε ηλικία δεκαπέντε ετών, σχεδόν όλες τις τραγωδίες του Σαίξπηρ στη βιβλιοθήκη της ΧΑΝΘ. Από το 2017 είναι φοιτητής στο τμήμα Θεάτρου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και εστιάζει στον τομέα της δραματολογίας. 

ΜΑΙΡΗ ΓΚΑΖΙΑΝΗ: Κύριε Σαλαμπάση γεννηθήκατε στη Γερμανία, μεγαλώσατε στη Θεσσαλονίκη, ζήσατε στην Αγγλία και στην Αυστρία κι επιστρέψατε στη Θεσσαλονίκη. Τι έχετε κρατήσει στην καρδιά και το μυαλό σας από αυτήν την εναλλαγή χωρών και πόλεων;

ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΑΛΑΜΠΑΣΗΣ: Κρατάω την αίσθηση που σιγά σιγά γινόταν ισχυρή οντολογική πεποίθηση, ότι πρέπει να ζούμε ως πολίτες του κόσμου. Τουλάχιστον εγώ απολαμβάνω αυτή την ιδέα και θεωρώ ότι με επηρέασε ως άνθρωπο και προσωπικότητα. Μέσα από αυτές τις «διαφορετικές» ζωές, γνώρισα δύο από τους πιο ιδιαίτερους και σημαντικούς Ευρωπαϊκούς πολιτισμούς, που είναι μεν αρκετά διαφορετικοί μεταξύ τους, αλλά και συμπληρωματικοί θα έλεγα. Όταν ζούσα στην Αγγλία έκανα το διδακτορικό μου και ήταν μια σημαντική περίοδος της ζωής μου, όπου με πάρα πολύ περιορισμένα οικονομικά –με μια υποτροφία από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών–, δημιουργούσα κάποιες από τις επιστημονικές ιδέες που καθόρισαν την ακαδημαϊκή πορεία μου στη συνέχεια. Στη Βιέννη πήγα αρκετά χρόνια αργότερα –συμπωματικά και πάλι με μία ακόμη σπουδαία, Ευρωπαϊκή υποτροφία αυτή την φορά– αλλά εκεί ήμουν ένας «φτασμένος» πλέον καθηγητής πανεπιστημίου. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση, γνώρισα ανθρώπους, την κουλτούρα τους, με μία λέξη: εξελίχθηκα. Επίσης κρατάω τη θετική, δημιουργική μοναχικότητα που βίωσα και στις δύο περιπτώσεις. Πάντως, αν και τις δύο φορές σκέφτηκα πολύ σοβαρά να μην επιστρέψω στην Ελλάδα, τελικά οφείλω να πω ότι η ιδέα της Ελλάδας και ο μοναδικός τρόπος που μπορεί κάποιος να απολαύσει τη φύση εδώ, ήταν τόσο δυνατά κίνητρα που με οδήγησαν πίσω. 

Μ.Γ.: Έχετε πραγματοποιήσει πολλές σπουδές σε διδακτορικά και μεταδιδακτορικά προγράμματα. Θα έλεγε κάποιος ότι είστε συλλέκτης πτυχίων. Ποια ανάγκη σας ωθούσε σε συνεχή διεύρυνση των σπουδών σας;

Μ.Σ.: Ναι, θα μπορούσε κάποιος να το πει αυτό, αλλά στην πραγματικότητα δεν ισχύει. Μάλιστα οι φοιτητές μου που συχνά με ρωτούν για περαιτέρω σπουδές, θα μπορούσαν να σας επιβεβαιώσουν ότι αρκετές φορές είμαι μέχρι και αποθαρρυντικός προς τους «συλλέκτες πτυχίων», στην περίπτωση που δεν γνωρίζουν με ακλόνητη πίστη ότι είναι αυτό που θέλουν. Για παράδειγμα, όταν τελείωσα το βασικό μου πτυχίο, βρήκα αμέσως δουλειά με υψηλό μισθό σε μία πολύ καλή και καινοτόμα εταιρεία πληροφορικής. Παρόλο που όλα φαίνονταν ωραία, μέσα μου ένιωθα ότι κάτι μου έλειπε. Ήθελα να κάνω έρευνα, να ασχοληθώ με νέα πράγματα. Έτσι τελείως τυχαία, μέσα από μία αστεία ιστορία, και μετά από εξετάσεις πήρα την υποτροφία από το ΙΚΥ και έφυγα στο εξωτερικό για να κάνω διδακτορικό. Μετά το διδακτορικό εκλέχθηκα καθηγητής και έτσι η εσωτερική μου αναζήτηση για καινούργια γνώση αλλά και η ανάγκη μου να εξελιχθώ ως άνθρωπος, με οδήγησαν και πάλι σε νέα ταξίδια, που είναι άλλωστε και ο πιο αποδοτικός τρόπος να γίνει κάποιος καλύτερος άνθρωπος και να μάθει τον κόσμο. 

Μ.Γ.: Είναι αξιοθαύμαστο ότι, εκτός των παραπάνω, ασχολείστε με το θέατρο και τη λογοτεχνία και είστε φοιτητής στο τμήμα Θεάτρου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Τι ήταν αυτό που προκάλεσε την αγάπη σας για το θέατρο;

Μ.Σ.: Όσο αφορά τις θεατρικές σπουδές, αυτές προέκυψαν μέσα από την επιθυμία μου να μελετάω σε βάθος κάθε επιστήμη ή τέχνη με την οποία ασχολούμαι. Στην αρχή ξεκίνησα με σπουδές στο εργαστήρι του θεάτρου Φλέμινγκ στη Θεσσαλονίκη. Μετά αποφάσισα πως θέλω να μάθω βαθύτερα αλλά και πιο βιωματικά την τέχνη του θεάτρου, τη δραματολογία αλλά και άλλες πτυχές της θεατρικής τέχνης. Τελικά πήρα τη μεγάλη απόφαση και το 2017 έδωσα κατατακτήριες εξετάσεις στο τμήμα θεάτρου του ΑΠΘ, και τελικά σε λίγες εβδομάδες ελπίζω πως παίρνω το πτυχίο μου! Κάτι αστείο αλλά και χρήσιμο από αυτή την περιπέτεια, είναι ότι άρχισα να καταλαβαίνω καλύτερα και περισσότερο και τους δικούς φοιτητές μου στο πανεπιστήμιο! Πραγματικά με βοήθησε και το συνιστώ σε κάθε καθηγητή πανεπιστημίου μετά από 15-20 χρόνια να πάει να σπουδάσει ξανά, μην σας πω ότι αν ήμουν υπουργός Παιδείας θα το έκανα περίπου υποχρεωτικό, αλλά αυτό είναι άλλη συζήτηση!

Η κλίση μου προς το θέατρο φαντάζομαι ότι πηγάζει από την αγάπη μου για παρατήρηση και την ανάγκη μου να κατανοήσω βαθιά τον ίδιο τον άνθρωπο. Η τέχνη του θεάτρου είναι μία σύνθετη τέχνη η οποία όμως μπορεί να επιτελεστεί με πολύ απλό τρόπο και σχεδόν καθόλου μέσα. Δηλαδή ένας άνθρωπος που κινείται ως ηθοποιός σε οποιοδήποτε χώρο και ένας που τον παρατηρεί είναι ικανές συνθήκες για να υπάρξει θέατρο. Αυτός ο συνδυασμός του φαινομενικά απλού αλλά και ταυτόχρονα εξαιρετικά πολύπλοκου φαινομένου, νομίζω πως με περιστρέφει γύρω από την τέχνη του θεάτρου.

 

Μ.Γ.: Σε ηλικία δεκαπέντε ετών διαβάσατε όλες τις τραγωδίες του Σαίξπηρ. Με ποιο τρόπο σας επηρέασαν τα έργα του;

Μ.Σ.: Αυτή είναι μια απορία την οποία έχω και ο ίδιος! Όταν το σκέφτομαι πιστεύω ότι πιο πολύ με επηρέασε η διαδικασία για να φτάσω στην ανάγνωση. Θυμάμαι τότε μέναμε σε ένα προάστιο της Θεσσαλονίκης, και έτσι έπαιρνα το λεωφορείο και κατέβαινα σχεδόν κάθε πρωί στην βιβλιοθήκη της ΧΑΝΘ. Αυτό γινόταν για ένα ολόκληρο χρόνο, τις εβδομάδες που είμασταν απογευματινοί στο σχολείο. Αυτή την προσήλωσή μου να πάω στη βιβλιοθήκη κάθε πρωί κάνοντας ένα μικρό ταξίδι, με λεωφορείο αλλά και με τα πόδια από την πλατεία Αριστοτέλους στην πλατεία ΧΑΝΘ, για να συνεχίσω την χθεσινή ανάγνωση του Οθέλλου, θυμάμαι περισσότερο απ’ όλα.

Σίγουρα πάντως ο κόσμος της Σαιξπηρικής τραγωδίας με έκανε να αντιλαμβάνομαι  σημαντικά ανθρώπινα προβλήματα και καταστάσεις με μεγαλύτερη διεισδυτικότητα. Επίσης θυμάμαι ότι μετά από ένα χρόνο βλέποντας στην τηλεόραση μια ασπρόμαυρη Ιταλική ταινία, είπα στο τέλος «θέλω να γίνω σκηνοθέτης». Τελικά όταν μετά από λίγου καιρό έπεσε στα χέρια μου ο πρώτος υπολογιστής, τα ξέχασα όλα και αφιερώθηκα με πάθος στην επιστήμη των υπολογιστών. Απ’ ό,τι φαίνεται όμως ότι τίποτε δεν ξεχάστηκε τελικά. 

Μ.Γ.: Γιατί επιλέξατε τον Σαίξπηρ κι όχι τους αρχαίους έλληνες τραγωδούς;

Μ.Σ.: Νομίζω ότι ο λόγος του Σαίξπηρ μου φαινόταν πιο οικείος και ενδιαφέρων. Γενικότερα δεν μπορώ να πω ότι η αρχαία τραγωδία είναι κάτι που με συγκινεί ιδιαίτερα, αν και θεωρώ 1-2 τραγωδίες, όπως για παράδειγμα τον Οιδίποδα Τύραννο του Σοφοκλή, ως τα κορυφαία έργα που έχουν γραφτεί ποτέ. Γενικότερα θεωρώ ότι η αρχαία τραγωδία αποτελεί ανεπανάληπτη ανθρώπινη δημιουργία, για να την καταλάβει και απολαύσει όμως κάποιος πλήρως πρέπει να κατανοήσει βαθύτερα και το αρχαίο ελληνικό πνεύμα. Εκεί νομίζω βρίσκεται κυρίως η αξία της. Από εκεί και πέρα σίγουρα προτιμώ τον Σαίξπηρ αλλά και το πιο σύγχρονο θέατρο. 

Μ.Γ.: Ως πολυτάλαντος άνθρωπος με έντονη προσωπικότητα δεν θα μπορούσατε ν΄ αφήσετε απέξω τη συγγραφή. Πώς συνδέονται όλες οι διαφορετικές ιδιότητες μεταξύ τους;

Μ.Σ.: Νομίζω πως «συνυπάρχουν» γιατί απλά δεν υπάρχουν πολλές ιδιότητες! Η ιδιότητα είναι μία και μοναδική. Είναι αυτή του ανθρώπου Homo Universalis που θέλει να ερευνήσει και να κατανοήσει τον κόσμο. Επίσης να επικοινωνήσει και να ενωθεί με τους ανθρώπους. Με όσους περισσότερους μπορεί. Εσκεμμένα δεν λέω να αγαπήσει. Για μένα η ένωση είναι μια ανώτερη κατάσταση γιατί προϋποθέτει την πηγαία, αυθεντική και δοτική αγάπη.

 

Μ.Γ.: Ποιο ήταν το έναυσμα ώστε ν’ ασχοληθείτε με τη συγγραφή;

Μ.Σ.: Η αλήθεια είναι ότι μια ολόκληρη ζωή γράφω. Έχω γράψει δύο βιβλία πληροφορικής και έχω δημοσιεύσει πολλές δεκάδες άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά και συνέδρια. Βέβαια αυτή δεν ήταν λογοτεχνική γραφή. Γι’ αυτήν, νομίζω ότι το έναυσμα ήταν μια περίοδος όπου ήμουν πιεσμένος και είχα τελειώσει μια μακρά και «εκρηκτική» περίοδο επιστημονικής δραστηριότητας η οποία διήρκησε 20 χρόνια. Όταν γύρισα πίσω στην Ελλάδα το 2014 από την Βιέννη, σιγά σιγά άρχισα να αναγνωρίζω μέσα μου την ανάγκη να κάνω κάτι νέο και  διαφορετικό. Στην αρχή αυτό εκφράστηκε με το θέατρο και κατόπιν προστέθηκε και η συγγραφή. Βέβαια η αιτία πιστεύω είναι βαθύτερη και έχει να κάνει με την ανάγκη μου να επικοινωνώ και να ενώνομαι με τους ανθρώπους. Μέσα από τις ιστορίες αισθάνομαι ότι μπορώ να το πετύχω και να το απολαύσω καλύτερα. Γενικότερα για μένα οι τέχνες είναι περισσότερο επικοινωνία και λιγότερο έκφραση. 

Μ.Γ.: «Μες στον αέρα και στους ανθρώπους» είναι ο τίτλος του βιβλίου σας που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πνοή. Πώς προέκυψε ο ιδιαίτερος αυτός τίτλος;

Μ.Σ.: Ο ιδιαίτερος, είναι αλήθεια, αυτός τίτλος, προέκυψε μέσα από την ίδια μου τη ζωή. Υπήρχε μια περίοδος όταν ζούσα στη Βιέννη που έκανα γιόγκα, μόνος μου στο σπίτι, βλέποντας  ειδικά βίντεο. Το έκανα ως μια δυναμική γυμναστική που μου άρεσε πολύ. Όχι όμως ως πνευματική εξάσκηση. Παρόλα αυτά υπήρχε και μία μικρή νότα πνευματικής «συνομιλίας» με τον εαυτό μου. Τότε λοιπόν, εν μέσω αυτών των ασκήσεων γιόγκα είχα σκεφτεί αυτή την φράση «Ζεις μες στον αέρα και στους ανθρώπους» που την ψιθύριζα στον εαυτό μου, όταν έκανα μια συγκεκριμένη άσκηση. Τελικά φαίνεται αυτή η πολλή προσωπική Εικόνα «έγραψε» μέσα μου καθώς και η φράση που την συνόδευε. Έτσι έμελλε να παίξει ένα σημαντικό ρόλο στην νουβέλα μου “Argentinierstrasse 16” που είναι και η πιο μεγάλη ιστορία από τις 5 που περιέχει και να δώσει τον τίτλο στο βιβλίο μου «Μες στον αέρα και στους ανθρώπους».

 

Μ.Γ.: Στο βιβλίο υπάρχουν πέντε διαφορετικές ιστορίες. Συνδέονται με κάποιο τρόπο μεταξύ τους ή είναι εντελώς ανεξάρτητες;

Μ.Σ.: Νομίζω πως συνδέονται αρκετά, χωρίς όμως να εκπλαγώ αν κάποιος αναγνώστης μου πει πως του φαίνονται ανεξάρτητες. Πάντως αν κάποιος βρει το νήμα που τις ενώνει, θα πάει εύκολα από την μία στην άλλη. Καταρχάς, όλες οι ιστορίες, με διαφορετικό τρόπο είναι αλήθεια η καθεμία, παρουσιάζουν μια αρκετά αναπάντεχη όψη της πραγματικότητας. Θα έλεγα ότι σε όλες υπάρχει ως πρόθεση μια, ανεπαίσθητη μεν αλλά σαφής, παιγνιώδη υπονόμευση του ρεαλισμού. Αυτό από μόνο του, μορφολογικά μιλώντας, αποτελεί ήδη μία πολύ σημαντική σύνδεση. Επίσης, αν παρατηρήσετε, όλες οι ιστορίες θα μπορούσαμε να τις χαρακτηρίσουμε κατά βάση «ιστορίες πόλης». Δηλαδή αναπτύσσονται σε διαφορετικούς χώρους (Βιέννη, Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Κωνσταντινούπολη), πάντα όμως κυρίαρχα στοιχεία είναι ένα αστικό περιβάλλον πόλης καθώς και ο άνθρωπος που ζει μέσα σε αυτήν και ονειρεύεται, κλαίει, δημιουργεί, αγαπάει, απατάει, εκδικείται, με μία λέξη βιώνει με ένταση το παιχνίδι που λέγεται ζωή. 

Μ.Γ.: Με τι έρχεται σε επαφή ο αναγνώστης στις σελίδες του βιβλίου, τι άνθρωποι είναι οι ήρωές σας;

Μ.Σ.: Εν μέρει έδωσα την απάντηση στην προηγούμενη ερώτηση σας. Επιπλέον, θα πρόσθετα ότι είναι άνθρωποι που βιώνουν τα συναισθήματα τους με ένταση, κυρίως τα αρνητικά, αλλά πάντα στο τέλος βρίσκουν λύσεις που θα τους δώσει δύναμη να προχωρήσουν με αισιοδοξία.  

Μ.Γ.: Πώς προέκυψε η έμπνευση της κάθε ιστορίας που αφηγείστε;

Μ.Σ.: Συνήθως από μία μικρή σκέψη που έκανα, ένα ερέθισμα ή ένα γεγονός που βίωσα και που θεμελιώνει την ιστορία αρχικά. Σιγά σιγά αυτή η σκέψη αναπτύσσεται και γίνεται μια ολοκληρωμένη ιστορία, η οποία προσπαθώ να δημιουργεί εικόνες και συναισθήματα, αλλά ταυτόχρονα και να κινείται σε διάφορα νοηματικά επίπεδα. Εδώ θα ήθελα να πω, αν και οι ιστορίες μου που υπάρχουν στο «Μες στον αέρα και στους ανθρώπους» δεν έχουν μεγάλο μέγεθος (περίπου από 20 ως 80 σελίδες), πιστεύω ότι καταφέρνουν να συγκινήσουν τον αναγνώστη σε αρκετά διαφορετικά επίπεδα. Νομίζω αυτό είναι κάτι που ξεχωρίζει τις ιστορίες αυτές από την «κλασσική» φόρμα του διηγήματος, που συνήθως αναπτύσσεται γύρω από ένα βασικό γεγονός. Αυτός είναι και ο λόγος που πρότεινα στον εκδότη να παρουσιαστούν με τον ειδολογικό τίτλο «Μικρές Ιστορίες» και όχι «Διηγήματα».

Από εκεί και πέρα, από μία ιστορία σε άλλη, η έμπνευση μπορεί να διαφέρει πάρα πολύ όσο αφορά την προέλευση της και πως στην συνέχεια εξελίσσεται. Π.χ. στην περίπτωση του “Lost on You”, η αρχική έμπνευση ήταν η εικόνα της αναστάτωσης, του φρικαρίσματος θα έλεγα, που νιώθει κάποιος όταν δέχεται το ίδιο ακριβώς μήνυμα, την ίδια ακριβώς στιγμή, από δύο πρώην αγαπημένους του ανθρώπους-εραστές, τελείως άγνωστους μεταξύ τους, ενώ συνομιλεί ταυτόχρονα μαζί τους στο messenger. Βέβαια αυτή ήταν μόνο η αρχική ιδέα, που όμως ένιωθα ότι δεν ήταν αρκετή για να ξεκινήσω να γράφω την συγκεκριμένη ιστορία. Μετά από μια-δυο μέρες δημιούργησα την Εικόνα ότι αυτός ο άνθρωπος μέσα στην τρέλα της απόγνωσης του, τρέχει και βουτάει σε ένα τεράστιο πηγάδι για να ξεφύγει από τις τύψεις που νιώθει, και τελικά παρόλη την πτώση του αναπάντεχα και ονειρικά δεν παθαίνει απολύτως τίποτα. Μόνο τότε ένιωσα βέβαιος ότι η ιστορία είχε ισχυρά θεμέλια, και ξεκίνησα να τη γράφω. 

Μ.Γ.: Στην πρώτη ιστορία, ένας γιος αποφασίζει να κάνει μια παραπλανητική πράξη. Ποιο είναι το κίνητρό του;

Μ.Σ.: Το κίνητρο του είναι να αποκαταστήσει την τιμή της μητέρας του, που έχει στιγματιστεί από το γεγονός ότι η μητέρα της, η γιαγιά του ήρωα δηλαδή, ήταν πόρνη των Γερμανών στην κατοχή. Το ενδιαφέρον στην ιστορία είναι ο μοναδικός τρόπος που αποκαθιστά αυτή την τιμή, με ένα πάρα πολύ αστυνομικό τρόπο που ταυτόχρονα αποκαλύπτει την ειρωνική διάσταση της ζωής. 

Μ.Γ.: Στην δεύτερη η αγάπη χωρίζεται από τα χιλιόμετρα. Μπορεί να ευδοκιμήσει μια τέτοια αγάπη κι από τι εξαρτάται;

Μ.Σ.: Όχι δεν μπορεί να ευδοκιμήσει πιστεύω, αν και εξαρτάται τι θα ορίσουμε ως «ευδοκίμηση». Σίγουρα μπορεί να θριαμβεύσει ως έρωτας, αλλά συνήθως δεν θα κρατήσει πολύ. Από εκεί και πέρα μπορεί να φωλιάσει με τη μορφή γραμμάτων σε κάποιο ξύλινο συρτάρι ως μοναδικός, συμπαντικός, διαχρονικός, πλην όμως θα είναι ένας ανολοκλήρωτος έρωτας.

Σε κάθε περίπτωση πιστεύω ότι αυτό το θέμα αξίζει την προσοχή μας, γιατί εξαιτίας της παγκοσμιοποίησης και τις εύκολες μετακινήσεις, αυτού του είδους οι σχέσεις από απόσταση θα επαναπροσδιοριστούν στα επόμενα 50-100 χρόνια. Πιθανότατα θα γίνουν πιο συχνές, πιο αποδεκτές, ίσως και λιγότερο δύσκολες και αποτυχημένες. Οπότε προβλέπω πεδίο δόξης λαμπρό και ήδη χαμογελάω όταν αναρωτιέμαι πως θα διαβάζεται αυτή η συγκεκριμένη ιστορία μετά από πολλά χρόνια!

 

Μ.Γ.: Η τρίτη ιστορία αφορά μια υπόσχεση που δεν τηρήθηκε. Τι κάνει τον ήρωά σας να επιστρέψει στον τόπο που έδωσε την υπόσχεση; 

Μ.Σ.: Ούτε ο ήρωας όταν επιστρέφει στον τόπο, γνωρίζει ακριβώς γιατί επέστρεψε. Πιστεύει ότι όταν φτάσει στον τόπο αυτό, θα βρει εκεί την απάντηση τελικά. Και πράγματι ανακαλύπτει τον λόγο της επιστροφής του μέσα από την απροσδόκητη έκπληξη που νιώθει όταν βλέπει πως ο χώρος του παλιού του ονειρικού έρωτα έχει αλλάξει, αλλά ταυτόχρονα βλέπει στην παρουσία του νέου ζευγαριού που συναντάει, ότι η ζωή συνεχίζεται.

Για τη συγκεκριμένη ιστορία θα ήθελα να επίσης να πω ότι ο προσεκτικός αναγνώστης θα διαπιστώσει ότι έχει τρία διαφορετικά φινάλε, και ο αναγνώστης μπορεί να επιλέξει μόνος του το τέλος που προτιμά. Αυτή η πρωτοτυπία της εξατομικευμένης ανάγνωσης, ας την πούμε έτσι, προέρχεται από την ενασχόλησή μου ως πληροφορικός με το γνωστικό πεδίο του υπερκειμένου. Θέλω δηλαδή να σας ξαναθυμίσω αυτό που έμμεσα σας είπα προηγουμένως, ότι τελικά τέχνες και επιστήμες, δεν είναι και τόσο μακριά όσο αρχικά φαίνονται πως είναι.

Μ.Γ.: Η τέταρτη ιστορία αφορά έντονα το μεταφυσικό στοιχείο. Τι θέλατε να δείξετε;

Μ.Σ.: Το “Argentinierstrasse 16” είναι μια Νουβέλα 20.000 λέξεων για την καθολικότητα της ανθρώπινης φύσης και την απρόβλεπτη σύνδεση μεταξύ των ανθρώπων. Έχει δύο πρωταγωνιστές, αλλά σταδιακά διαμορφώνει την ιδέα να τους φανταστεί κανείς ως ένα μόνο άτομο (επανενσαρκωμένο) άτομο. Βλέπουμε δηλαδή δυο ανθρώπους που έζησαν με διαφορά 100 ετών, που όμως μέσα στην ιστορία συναντιούνται και οι ζωές τους συνδέονται με ένα πρωτότυπο τρόπο. Κανονικά αυτή η συνάντηση θα αποτελούσε ένα μεταφυσικό γεγονός. Όμως η ιστορία αναπτύσσεται με τέτοιο τρόπο ώστε ο αναγνώστης νομίζω ότι με ευφορία φτάνει να «πιστέψει» ότι τελικά δύο άνθρωποι πραγματικά μπορεί να είναι ένας. Κατ’ επέκταση και συνεπώς όλοι οι άνθρωποι πάνω σε αυτή τη σφαίρα που λέγεται Γη, τελικά μπορεί να ιδωθούν ως ένας και μοναδικός, μαζί με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό. Αυτό είναι το βασικό θέμα αυτής της ιστορίας. 

Μ.Γ.: Η τελευταία ιστορία αφορά την απιστία και την ανάγκη για εκδίκηση.  Τελικά, τι είναι αυτό που αντέχει ή δεν αντέχει ο απατημένος σύζυγος;

Μ.Σ.: Κοιτάξτε η απάντηση σε αυτή την ερώτηση κυρίως εξαρτάται από το πόσος χρόνος έχει περάσει από την ανακάλυψη της απιστίας! Αλλά και από την ικανότητα αυτού που ανακαλύπτει να αναλύσει τους λόγους που η απιστία προέκυψε. Στην αρχή νομίζω ότι ο απατημένος σύζυγος δεν αντέχει τίποτα. Μετά από μια εβδομάδα ή ένα μήνα, τα πράγματα ίσως είναι κάπως διαφορετικά, αν και βέβαια σίγουρα υπάρχουν πολλές περιπτώσεις όπου και 50 χρόνια να περάσουν ο απατημένος σύζυγος δεν κατορθώνει να ανεχτεί και να κατανοήσει. Ο ήρωας της ιστορίας περνάει μέσα απ’ όλα αυτά τα στάδια με πιο μεγάλη ταχύτητα! Δυστυχώς οι άντρες είναι εξαιρετικά εγωιστές και συνεπώς πάρα πολύ δύσκολα καταφέρνουν να συγχωρέσουν πραγματικά. 

Μ.Γ.: Αισθανθήκατε κάποιον ήρωά σας πιο οικείο ή ταυτιστήκατε μαζί του;

Μ.Σ.: Με όλους ταυτίστηκα. Είναι μια διαδικασία επώδυνη όπου ο συγγραφέας αναγκαστικά ταυτίζεται για να μπορέσει να ανακαλύψει και να δημιουργήσει τον ήρωά του. Ξέρετε, πολλοί άνθρωποι φαντάζονται τη διαδικασία της συγγραφής ως μια «ονειρική» και γεμάτη χαρά διαδικασία. Για μένα τουλάχιστον, δεν είναι καθόλου έτσι. Βυθίζομαι με τεράστια ένταση στον κόσμο του ήρωά μου και της ιστορίας που περιγράφω. Αυτή η βύθιση δεν είναι τόσο συναισθηματική, είναι και τέτοια, κυρίως είναι μια διαδικασία εξερεύνησης και δημιουργίας κάτι νέου, τουλάχιστον ως προσπάθεια και πρόθεση. Ο ήρωας πρέπει να είναι κάτι νέο, δεν μπορεί απλά να είναι ένας χαρακτήρας τον οποίο ο αναγνώστης θα πιστέψει ότι τον γνωρίζει ήδη. Τονίζω εδώ την λέξη «νέο», που χωρίς καμία αμφιβολία είναι για μένα η πιο σημαντική λέξη στην τέχνη. 

Μ.Γ.: Συνηθίζετε να προσδίδετε δικά σας χαρακτηριστικά σε ήρωες των βιβλίων σας;

Μ.Σ.: Φυσικά, αν και αυτό πρέπει να γίνεται ώστε η τελική «σύνθεση» να είναι μοναδική, ακόμη και αν τα επιμέρους συστατικά είναι «γνωστά». Δηλαδή όταν δημιουργώ έναν χαρακτήρα μπορεί να δανειστώ και δικά μου χαρακτηριστικά ή και χαρακτηριστικά ανθρώπων που έχω γνωρίσει. Όμως αυτή την σύνθεση θα την κάνω με ένα καινούργιο τρόπο, ώστε ο ήρωας να μην είναι ούτε εγώ αλλά ούτε και κανένας άλλος που έχω παρατηρήσει. 

Μ.Γ.: Ποιο από τα πέντε διηγήματα θεωρείτε αγαπημένο σας;

Μ.Σ.: Θα έλεγα το Argentineerstrasse 16 γιατί είναι αυτό που κινείται σε περισσότερα διανοητικά και συναισθηματικά επίπεδα. Επίσης γιατί έχει θέματα που θεωρώ πολύ σημαντικά, όπως τον διαρκή αγώνα για την απόλυτη γνώση αλλά και την αέναη ανάγκη του ανθρώπου για σύνδεση, αγάπη και στοργή.

Εξίσου σημαντικό είναι σε σχέση με την φόρμα. Το Argentinierstrasse 16 έχει μια επεισοδιακή και χρονολογικά ανακατεμένη (μη σειριακή) δομή που πιστεύω ότι αισθητικά είναι πάρα πολύ ελκυστική. Από αυτή την άποψη μπορεί να συγκριθεί με έργα όπως το “Cloud Atlas”. Μου αρέσει πολύ επίσης γιατί παρουσιάζει μια βαθιά ανθρωπιστική άποψη του μεγάλου φιλόσοφου Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν. Η συγκεκριμένη Νουβέλα μπορεί να θεωρηθεί ως Μαθηματική λογοτεχνία (π.χ. μυθιστορήματα όπως «Ο Θείος Πέτρος και η Εικασία του Γκολντμπαχ»), όμως τα μαθηματικά διαδραματίζουν εξαιρετικά περιορισμένο ρόλο και η όλη ιστορία είναι απολύτως κατανοητή ακόμη και από κάποια/ον που είναι παντελώς μακριά από τα μαθηματικά. 

Μ.Γ.: Σας ευχαριστώ πολύ για τη συνέντευξη και σας εύχομαι καλοτάξιδο το βιβλίο σας.

Μ.Σ.: Και εγώ σας ευχαριστώ.

*Το βιβλίο «Μες στον αέρα και στους ανθρώπους» του Μιχάλη Σαλαμπάση κυκλοφορεί από τις εκδόσεις

Πνοή 

Μαίρη Γκαζιάνη

Γεννήθηκε στα Ιωάννινα.  Μεγάλωσε στην Αθήνα όπου ζει μέχρι σήμερα και εργάσθηκε ως τραπεζοϋπάλληλος. Στο παρελθόν ασχολήθηκε ερασιτεχνικά με την φωτογραφία, τη ζωγραφική και τα τελευταία δέκα χρόνια με τη συγγραφή. Έχει πραγματοποιήσει ατομικές εκθέσεις και έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές.

Την περίοδο 2011-2012 υπήρξε ραδιοφωνική παραγωγός στο magicradiolive. Από τον Νοέμβρη 2014 συνεργάζεται με το now24.gr και έχει πραγματοποιήσει πάνω από εξακόσιες συνεντεύξεις, καθώς και σχολιασμούς βιβλίων και θεατρικών παραστάσεων. Το 2016 συμμετείχε στην τηλεοπτική εκπομπή «Καλώς τους» του ΑιγαίοTV πραγματοποιώντας συνεντεύξεις σε ανθρώπους των τεχνών. Διετέλεσε Διευθύντρια Σύνταξης του on line Πολιτιστικού Περιοδικού Books and Style από Ιούλιο 2017 έως Μάρτιο 2018 οπότε αποχώρησε οικειοθελώς.

Μεγάλες της αγάπες είναι το θέατρο και ο χορός με τα οποία έχει ασχοληθεί ερασιτεχνικά κι έχει συμμετάσχει σε θεατρικές και χορευτικές παραστάσεις.

Τον Μάιο του 2012 κυκλοφόρησε την πρώτη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Σου γράφω…», τον Σεπτέμβρη 2013 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο «Ένα φεγγάρι λιγότερο» από τις εκδόσεις Ελληνική Πρωτοβουλία και τον Ιούνιο του 2014 κυκλοφόρησε το βιβλίο της «Τα πλήκτρα της σιωπής»  από τις εκδόσεις ΄Οστρια. Επίσης, το παραμύθι της «Το ψαράκι του βυθού» συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Παραμύθια και Μαμάδες» εκδόσεις Βερέττα 2015.  Τον Ιούνιο 2017 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της «Άλικα βήματα» από την Εμπειρία Εκδοτική. Τον Νοέμβριο του  2019 κυκλοφόρησε το νέο της μυθιστόρημα «Ζάχαρη άχνη» από τις εκδόσεις Ωκεανός. Τον Μάιο 2021 θα κυκλοφορήσει το νέο της μυθιστόρημα από τις εκδόσεις Ωκεανός.

 

 

 

Related posts