Subscribe Now

Trending News

Τα cookies επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την εμπειρία σας στo now24.gr.
Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies, σύμφωνα με τις οδηγίες μας.
27 Ιαν 2020
Πολιτισμός

Μιχάλης Μεσοχωρίτης: Η οικονομική κρίση με ανάγκασε να φύγω από την Ελλάδα

Συνέντευξη στη Μαίρη Γκαζιάνη 

Ο Μιχάλης Ε. Μεσοχωρίτης γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του εργάστηκε ως πολιτικός μηχανικός μέχρι το τέλος του 2011. Από τότε ζει μόνιμα στο Λονδίνο. Είναι μέλος της Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος. «Το Σπασμένο Μενταγιόν» είναι το δεύτερο του βιβλίο του μετά το συγγραφικό ντεμπούτο που πραγματοποίησε το 2018 με το μυθιστόρημα «Τα Τρία Ημερολόγια» από τις Εκδόσεις Πνοή. 

ΜΑΙΡΗ ΓΚΑΖΙΑΝΗ: Μιχάλη γεννήθηκες και μεγάλωσες στη Θεσσαλονίκη. Τι συμβολίζει για σένα η πόλη σου;

ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΕΣΟΧΩΡΙΤΗΣ: Η πανέμορφη πόλη της Θεσσαλονίκης, η ιδιαίτερη πατρίδα μου, η πόλη μου συμβολίζει τα πάντα για μένα. Τη ζεστασιά, την καλοσύνη, την ηρεμία, την οικογένεια, τους φίλους, το φιλότιμο. Εκεί γεννήθηκα, εκεί μεγάλωσα, εκεί γαλουχήθηκα… εκεί έγινα αυτό που είμαι σήμερα. Τόσο η Θεσσαλονίκη όσο και ολόκληρη η Ελλάδα γενικότερα, μου λείπουν σε καθημερινή βάση. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν βρίσκονται και πολύ μακριά μου, καθώς τις κουβαλάω πάντα μέσα μου. 

Μ.Γ.: Σπούδασες και εργάστηκες ως πολιτικός μηχανικός ως το 2011 και στη συνέχεια εγκαταστάθηκες στο Λονδίνο. Η οικονομική κρίση σε ανάγκασε να φύγεις από την Ελλάδα ή κάτι άλλο;

Μ.Μ.: Ναι, η οικονομική κρίση με ανάγκασε να φύγω από την Ελλάδα και να εγκατασταθώ στο Λονδίνο. Ήταν κάτι αρκετά ανέλπιστο και αναπάντεχο, καθώς ποτέ μου δε σχεδίαζα να προβώ σε ένα τέτοιο βήμα. Δεν υπήρχε ποτέ στα πλάνα μου, ούτε καν στο πίσω μέρος του μυαλού μου, να εγκαταλείψω τον τόπο μου και να μεταναστεύσω. Όπως και να έχει όμως συνέβη, ευτυχώς ή δυστυχώς. Και επειδή σαν άνθρωπος προσπαθώ να κρατάω πάντοτε τα θετικά, θα αρκεστώ στο εξής απόφθεγμα του σοφού ελληνικού λαού: «Κάθε εμπόδιο για καλό». Άλλωστε, και αυτό το γεγονός έπαιξε καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα μου, τη διάπλαση του σημερινού «Μιχάλη». Επομένως, κατά μία έννοια, του οφείλω αυτό που είμαι σήμερα. Έστω κατά ένα μικρό –ή μεγάλο– ποσοστό. 

Μ.Γ.: Αν και πολιτικός μηχανικός, ασχολείσαι και με τη συγγραφή βιβλίων. Πώς συνδυάζονται αυτά τα δυο;

Μ.Μ.: Αρχικώς να διευκρινίσω –αν και δεν παίζει κάποιο ρόλο– ότι πλέον δεν εξασκώ το επάγγελμα του πολιτικού μηχανικού, καθώς το τελευταίο διάστημα δραστηριοποιούμαι στον τομέα του εμπορίου και των πωλήσεων, ενώ λίγο παλαιότερα εργαζόμουν στον τομέα των χρηματοοικονομικών. Σε ό,τι αφορά, όμως, τη συσχέτιση, ή τον συνδυασμό, του εκάστοτε επαγγέλματός μου με τη συγγραφή των βιβλίων, θα έλεγα πως η συγγραφή –και η λογοτεχνία γενικότερα– συσχετίζεται με τα πάντα. Ό,τι τομέα κι αν ακολουθείς, όσες ώρες κι αν εργάζεσαι, ό,τι κλάδο κι αν υπηρετείς, η συγγραφή –αλλά και η ανάγνωσή, θα συμπληρώσω– των βιβλίων, μπορεί να βρίσκεται σε μία παράλληλη τροχιά, σε μία παράλληλη δράση. 

Μ.Γ.: Τι σ’ έκανε ν’ ασχοληθείς με τον κόσμο της συγγραφής;

Μ.Μ.: Πρωτίστως, η αγάπη μου για το βιβλίο. Εν συνεχεία, η αγάπη μου για τους ανθρώπους. Και τέλος, μία εσωτερική ανάγκη.

Σε ό,τι αφορά την πρώτη αγάπη, οφείλω να αναφέρω ότι άργησε να έρθει. Θεωρώ ότι καθυστέρησε αρκετά. Από την άλλη, βέβαια, όπως έλεγε και ο αείμνηστος Αντώνης Σαμαράκης: «Ποτέ μην πεις πως είναι αργά. Ποτέ δεν είναι αργά, για τίποτα». Κάπως έτσι λοιπόν, η λογοτεχνία, η καθημερινή τριβή με το βιβλίο, το διάβασμα, μπήκε στη ζωή μου μετά τα 25α μου γενέθλια. Και από τότε έγινε επιτακτική ανάγκη, έγινε διέξοδος από την καθημερινότητα, έγινε σανίδα σωτηρίας. Για την ακρίβεια μετατράπηκε σε καθημερινότητα. Και συνεχίζεται μέχρι σήμερα με αμείωτη ένταση.

Σε ό,τι αφορά τώρα τη δεύτερη αγάπη για τους ανθρώπους, ήθελα να τους προβληματίσω, να δώσω τροφή για σκέψη, να περάσω κάποια μηνύματα. Και θεωρώ πως αυτό ακριβώς κάνω μέσα από τα έργα μου, μέσα από τους χαρακτήρες των βιβλίων μου.

Ως φυσικό επακόλουθο των δύο παραπάνω, αλλά και μίας εσωτερικής μου ανάγκη να εκφραστώ, να εξωτερικεύσω κάποια συναισθήματα που κουβαλούσα μέσα μου, ήρθε η συγγραφή στη ζωή μου. Μία υπέροχη διαδικασία, η οποία με γεμίζει πλήρως, την οποία λατρεύω και την οποία υπηρετώ πιστά σε καθημερινή –σχεδόν– βάση.  

Μ.Γ.: Το πρώτο βιβλίο σου είχε τον τίτλο «Τα τρία ημερολόγια» και κυκλοφόρησε το 2018 από τις εκδόσεις Πνοή. Τι είδους ιστορία κρύβεται πίσω από τον τίτλο;

Μ.Μ.: Πίσω από τον τίτλο του πρώτου μου μυθιστορήματος κρύβεται μία ιστορία μυστηρίου, μία υπόθεση συνωμοσίας. Ένας από τους κύριους χαρακτήρες του έργου θα έρθει σε επαφή, εξαιτίας ενός εντελώς τυχαίου (μπορεί και όχι!) γεγονότος, με κάποιο αντικείμενο, με κάποιο στοιχείο-κλειδί, το οποίο με τη σειρά του θα τον οδηγήσει στο επόμενο. Πολύ γρήγορα ο ήρωας του βιβλίου (ένας εκ των τριών πρωταγωνιστών – τρία ημερολόγια, τρεις κύριοι χαρακτήρες) θα αντιληφθεί ότι πρόκειται για ένα μεγάλο μυστικό, το οποίο βρίσκεται πολύ καλά κρυμμένο για χρόνια. Έτσι λοιπόν, θα αποφασίσει να αφιερωθεί εξ ολοκλήρου στην ανακάλυψη αυτού με όποιο κόστος, με όποιο τίμημα, όσες δυσκολίες και αντιξοότητες κι αν αντιμετωπίσει. Και το μήνυμα που θέλω να περάσω μέσα από το πρώτο μου βιβλίο (το οποίο φυσικά δεν είναι το μόνο) είναι, πως όταν έχεις έναν στόχο, όταν έχεις πάρει μία συγκεκριμένη απόφαση, πρέπει να συνεχίσεις να μάχεσαι μέχρι τέλους, μέχρι να πραγματοποιήσεις το όνειρό σου. Ό,τι εμπόδιο κι αν εμφανιστεί στο δρόμο σου, όσες φορές κι αν παρεκκλίνεις, πρέπει να συνεχίσεις μέχρι να πετύχεις το στόχο σου.

Πρόκειται για ένα δυνατό μυθιστόρημα μυστηρίου, το οποίο κρατάει το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι την τελευταία σελίδα και το οποίο διαβάζεται μέχρι το τέλος με κομμένη την ανάσα. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο σκοπός των βιβλίων μυστηρίου. 

Μ.Γ.: Πρόσφατα κυκλοφόρησε το δεύτερο βιβλίο σου με τίτλο «Το σπασμένο μενταγιόν». Με τι έρχεται σε επαφή ο αναγνώστης;

Μ.Μ.: Στο δεύτερο μυθιστόρημά μου, ο αναγνώστης παρακολουθεί μία ξεχωριστή περιπέτεια, μυστηριακού χαρακτήρα και πάλι, η οποία κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος του βιβλίου. Ο κεντρικός χαρακτήρας, μία νεαρή δικηγόρος μετά από την ανακάλυψη κάποιων στοιχείων της υπόθεσης που έχει αναλάβει θα βρεθεί αντιμέτωπη με απρόσμενες καταστάσεις. Και τότε θα επέλθει μία εσωτερική σύγκρουση, μία εσωτερική πάλη. Επαγγελματική καταξίωση, λαμπερή καριέρα ενάντια προσωπικών αξιών, προσωπικής ηθικής. Και αυτό ακριβώς είναι ένα από τα κεντρικά μηνύματα, από τους κυριότερους προβληματισμούς που δίνω στο αναγνωστικό κοινό στο δεύτερο βιβλίο μου.

Όλοι μας, άλλωστε, έχουμε κάποιους ηθικούς φραγμούς, κάποιους ηθικούς κανόνες, με βάση τους οποίους παίρνουμε σημαντικές αποφάσεις για τον τρόπο δράσης μας. Μπορούμε να τους καταπατήσουμε ή όχι; Και αν ναι, σε ποιον βαθμό και για ποιους λόγους; Σε ποιο σημείο προτάσσουμε τα στήθη μας και αντιδρούμε σε αυτά που συμβαίνουν ή μας επιβάλλουν να συμβούν γύρω μας; 

Μ.Γ.: Κεντρική ηρωίδα του βιβλίου είναι η Άννα. Τι άνθρωπος είναι η Άννα;

Μ.Μ.: Η Άννα είναι μία δυναμική, μάχιμη και πολλά υποσχόμενη δικηγόρος. Εργάζεται σε ένα από τα μεγαλύτερα δικηγορικά γραφεία της πολιτείας του Τενεσί και προσπαθεί να χτίσει με τον καλύτερο τρόπο μία πετυχημένη καριέρα στο χώρο. Είναι όμορφη, σοβαρή, μετρημένη, αξιοπρεπής και πάνω από όλα είναι παθιασμένη με τη δουλειά της. Αγαπάει πολύ αυτό που κάνει, το υπηρετεί πιστά και ονειρεύεται να καταξιωθεί στο χώρο. 

Μ.Γ.: Η Άννα αναλαμβάνει την υπεράσπιση ενός άντρα που κατηγορείται για δολοφονία. Ποιο είναι το ζητούμενο της Άννας, να αθωώσει τον πελάτη της πάση θυσία ή να αποδοθεί δικαιοσύνη;

Μ.Μ.: Αυτό είναι ένα ακόμα ζήτημα το οποίο θίγω μέσα στο έργο μου, στην προσπάθειά μου να προβληματίσω το κοινό, ή για να είμαι πιο ακριβής, να του δώσω κάποια ερεθίσματα, λίγη τροφή για σκέψη.

Το ζητούμενο της Άννας πάντοτε μέχρι τότε στην καριέρα της ήταν η απόδοση δικαιοσύνης. Αναλάμβανε μόνο εκείνες τις υποθέσεις στις οποίες θεωρούσε πως η αθώωση του πελάτη της ισοδυναμούσε και με την απόδοση εν γένει της δικαιοσύνης.

Αυτός ακριβώς, άλλωστε, είναι και ο λόγος για τον οποίο αναλαμβάνει εν τέλει τη συγκεκριμένη υπόθεση, μία υπόθεση δολοφονίας, στην οποία καλείται να υπερασπιστεί τον φερόμενο ως δολοφόνο του θύματος, ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με τη θανατική ποινή.

 Μ.Γ.: Στο τέλος του βιβλίου σου υπάρχει μια μεγάλη ανατροπή. Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να περάσει κάποιος στην απέναντι όχθη από αυτή που βρίσκεται όσον αφορά τα πιστεύω του;

Μ.Μ.: Αυτή ακριβώς θεωρώ ότι είναι η κορύφωση του συγκεκριμένου βιβλίου. Η μεγάλη ανατροπή, η οποία αιφνιδιάζει τον αναγνώστη, καθώς ανυποψίαστος διαβάζει και παρατηρεί τα τεκταινόμενα, έχοντας στραμμένη την προσοχή του αλλού.

Τώρα όσον αφορά αυτό που με ρωτάς, αυτό ακριβώς είναι ένα ακόμη μήνυμα που περνάω στο κοινό, ή μία ακόμα ερώτηση –αν προτιμάς– που του θέτω, ένας προβληματισμός. Είναι εύκολο να βρεθεί κάποιος απέναντι ή δύσκολο;

Στην προκειμένη περίπτωση, η Άννα θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα πολύ σημαντικό ζήτημα. Ένα ζήτημα το οποίο αν και φαινομενικά δείχνει να είναι επαγγελματικής φύσεως, στη συνέχεια γίνεται προσωπικό. Όσα έχτιζε, όσα ονειρευόταν, όλα εκείνα για τα οποία πάλευε, κινδυνεύουν να γκρεμιστούν ακριβώς τη στιγμή που τα πετυχαίνει, ακριβώς μόλις τα ακουμπήσει.

Εγώ, προσωπικά, ως άνθρωπος θεωρώ ότι είναι πολύ εύκολο να περάσει κάποιος στην απέναντι όχθη από αυτή που βρίσκεται για τα πιστεύω του και τις ηθικές του αξίες.

Τώρα σε ό,τι αφορά την περίπτωση της Άννας θα αφήσω το αναγνωστικό κοινό να το ανακαλύψει –και παράλληλα να προβληματιστεί– μέσα από τις σελίδες του μυθιστορήματός μου. 

Μ.Γ.: Το βιβλίο σου αφορά μια μυθοπλαστική ιστορία. Υπάρχει δόση αλήθειας μέσα σ’ αυτή;

Μ.Μ.: Όχι, δεν υπάρχει καμία δόση αλήθειας. Από την αρχή μέχρι το τέλος, η ιστορία είναι εξ ολοκλήρου επινόηση της φαντασίας μου.

 Μ.Γ.: Υπήρξε κάποια πηγή έμπνευσης για να γράψεις το συγκεκριμένο βιβλίο;

Μ.Μ.: Πάντοτε επιθυμούσα βαθιά μέσα μου να γράψω ένα μυθιστόρημα που να αναφέρεται σε δικαστικές αίθουσες, σε φυλακές και σωφρονιστικά ιδρύματα, σε δικηγόρους, σε καταθέσεις μαρτύρων. Τώρα, από πού πήγαζε αυτή η επιθυμία δεν μπορώ να το γνωρίζω.

Πηγή έμπνευσης θα μπορούσα να πω ότι υπήρξε όταν έπεσε στα χέρια μου ένα άρθρο με διάφορα ανεξιχνίαστα εγκλήματα. Το άρθρο έκανε ποικίλες αναφορές σε κάποιες δολοφονίες οι οποίες έχουν οδηγηθεί στο αρχείο, είτε αφότου απαγγέλθηκαν κατηγορίες σε κάποιον ο οποίος στη συνέχεια απαλλάχτηκε από αυτές μετά την αθώωσή του, είτε χωρίς να απαγγελθούν κατηγορίες σε κανέναν.

Εκείνη ήταν η στιγμή της σύλληψης της ιδέας του έργου και η αυτόματη σχεδόν δημιουργία του χαρακτήρα του Τζο Κούπερ, του φερόμενου ως δολοφόνου της νεαρής άτυχης κοπέλας, της Κάθριν Μπρουκς. 

Μ.Γ.: Κατά τη διάρκεια της συγγραφής του βιβλίου ήσουν συνοδοιπόρος της Άννας στις αποφάσεις και τις ενέργειές της. Συμφωνούσες πάντα μαζί της;

Μ.Μ.: Σε πάρα πολλές στιγμές συμφωνούσα απόλυτα με τις αποφάσεις και τις ενέργειες της Άννας. Εντούτοις, δεν ήταν λίγες οι στιγμές κατά τις οποίες οι ενέργειές της δεν με έβρισκαν απολύτως σύμφωνο.

Είναι πολλές φορές που οι ίδιοι οι χαρακτήρες του έργου σε οδηγούν από μόνοι τους σε διαφορετικά μονοπάτια, από εκείνα που αρχικώς είχες αποφασίσει ως συγγραφέας. Κατανοώ ότι αυτό που λέω μπορεί να ακούγεται κάπως περίεργο, μιας και στην πραγματικότητα εγώ ως συγγραφέας κάνω ό,τι επιθυμώ με τους ήρωές μου και τις ζωές τους. Εντούτοις, δεν ήταν λίγες οι φορές που κατά τη διάρκεια της συγγραφής η πλοκή, η στιχομυθία ανάμεσα σε δύο (ή και παραπάνω χαρακτήρες), οι καταστάσεις με οδηγούσαν κάπου αλλού. Και αυτό είναι κάτι το οποίο με μαγεύει κάθε φορά που συμβαίνει.

Μετά την ολοκλήρωση τόσο του πρώτου όσο και του δεύτερου μυθιστορήματός μου προσπάθησα να συγκρίνω τον αρχικό σκελετό με το τελικό αποτέλεσμα. Αν και η γενική πλοκή, η μεγάλη ιδέα ήταν η ίδια, οι διαφορές (είτε μικρές είτε μεγάλες) ήταν αρκετές. 

Μ.Γ.: Υπάρχει κάτι που διδάχτηκες από την Άννα και προφανώς το ίδιο θα διδαχτούν και οι αναγνώστες σου;

Μ.Μ.: Η αλήθεια είναι ότι διδάχτηκα αρκετά πράγματα από την Άννα. Και φυσικά, στόχος μου –και ευχή μου– είναι να τα διδαχτούν, όλα ή έστω κάποια από αυτά, και οι αναγνώστες μου.

Αρχικώς διδάχτηκα ότι πρέπει να υπηρετείς στο εκατό τοις εκατό, με όλη σου τη δύναμη, ψυχή τε και σώματι, με πλήρη αφοσίωση αυτό που αγαπάς και που θες να ακολουθήσεις στη ζωή σου. Ασχέτως με το τελικό αποτέλεσμα.

Επίσης, διδάχτηκα πως τίποτα στη ζωή δεν είναι δεδομένο και πως όλα μπορούν να ανατραπούν μέσα σε μία στιγμή. Το σημαντικότερο είναι πώς διαχειρίζεσαι από εκεί και μετά την κατάσταση και πώς καταφέρνεις να σηκωθείς στα πόδια σου και να ορθώσεις ξανά το ανάστημά σου.

Ακόμα, διδάχτηκα πως καθένας από εμάς έχει κάποιους ηθικούς φραγμούς, κάποια ιδανικά, κάποιες ηθικές αξίες. Και πρέπει να δρούμε με γνώμονα κυρίως αυτούς και όχι εκείνους που μας επιβάλλουν οι γύρω μας. Είτε αυτό είναι το εργασιακό μας περιβάλλον, κάποια ομάδα στην οποία ανήκουμε και είμαστε μέλη, ο συγγενικός περίγυρος ή άλλο.

Τέλος, αν και υπάρχουν αρκετά ακόμα πράγματα που διδάχτηκα από την Άννα, θα αρκεστώ στα παραπάνω, διότι έχω την αίσθηση πως αν συνεχίσω θα αποκαλύψω πράγματα και καταστάσεις από το βιβλίο τα οποία ο αναγνώστης επιθυμεί να τα διαβάσει στις σελίδες του μυθιστορήματός μου, μέσα από τους ίδιους τους ήρωες του βιβλίου μου και όχι μέσα από την εκάστοτε συνέντευξη που παραχώρησε ο συγγραφέας του έργου.

 Μ.Γ.: Ποια πιστεύεις ότι είναι τα στοιχεία που συνθέτουν ένα καλό μυθιστόρημα;

Μ.Μ.: Αρχικώς, θεωρώ πως αν θέσουμε αυτήν την ερώτηση σε πενήντα συγγραφείς, θα λάβουμε πιθανότατα πενήντα διαφορετικές απαντήσεις. Και αυτή, ίσως, να είναι και η μαγεία της όλης υπόθεσης. Επίσης, ας μη λησμονούμε ότι, όπως συμβαίνει και σε όλα τα πράγματα στη ζωή έτσι και στα μυθιστορήματα, υπάρχει η αντικειμενικότητα και η υποκειμενικότητα.

Κατά την προσωπική μου άποψη, πάντως, ένα καλό μυθιστόρημα είναι αυτό που ακουμπάει τις ψυχές των αναγνωστών. Αυτό που τους δημιουργεί έντονα συναισθήματα και εικόνες. Είτε είναι ερωτικό, ιστορικό, αστυνομικό, μυστηρίου, περιπέτεια, κοινωνικό, τρόμου είτε οποιουδήποτε άλλου είδους, αν διδάσκει, μορφώνει, ψυχαγωγεί, διαπαιδαγωγεί, προβληματίζει, διασκεδάζει, έχει πετύχει το σκοπό του. Ως γνωστόν, άλλωστε, μέσα από τα βιβλία μπορεί κάποιος να ζήσει πολλές ζωές. Μέσα από τα βιβλία ο αναγνώστης μπορεί να ταξιδέψει, να βρεθεί σε άλλα μέρη, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, παντού…

Επομένως το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να αφεθούμε στις σελίδες του εκάστοτε βιβλίου και να ταξιδέψουμε. 

Μ.Γ.: Και ποια τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν έναν καλό συγγραφέα;

Μ.Μ.: Απαιτείται αγάπη, αφοσίωση, επιμονή και πίστη σε αυτό που κάνει. Δεν έχει να κάνει με την καταξίωση ή με τον αριθμό των αντιτύπων που πουλάει κάποιος. Φυσικά και είναι σημαντικές οι πωλήσεις, η αναγνωσιμότητα, η καταξίωση. Θα είναι ευχής έργον για όλους τους συγγραφείς. Απλώς αν δεν έρθουν, δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με αποτυχία. Δεν ήταν άλλωστε λίγες οι περιπτώσεις συγγραφέων οι οποίοι απορρίφθηκαν συστηματικά ή δεν πούλησαν στις αρχές και στη συνέχεια κάτω από περίεργες συμπτώσεις ή από τύχη είχαν μία δεύτερη ευκαιρία και πέτυχαν.

Ως ένα από τα πολλά παραδείγματα, επίτρεψέ μου να αναφέρω ένα έργο που έκανε τεράστια επιτυχία σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο Αλχημιστής του Πάολο Κοέλο πούλησε αρχικώς μόλις εννιακόσια αντίτυπα. Όταν εξαντλήθηκε η πρώτη έκδοση, ο τότε εκδότης του αρνήθηκε να προβεί σε ανατύπωση, καθώς όπως χαρακτηριστικά είπε δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος για κάτι τέτοιο. Ο συγγραφέας, ο οποίος πίστευε πολύ στο έργο του, «μάζεψε» τα κομμάτια του, έσφιξε τα δόντια και συνέχισε απερίσπαστος. Αρκετά χρόνια αργότερα ο Κοέλο ήρθε σε επαφή μέσω ενός γνωστού του με έναν άλλο εκδότη ο οποίος διαβάζοντας το συγκεκριμένο βιβλίο μαγεύτηκε και επένδυσε πάνω του. Το βιβλίο πούλησε μέσα σε ελάχιστο χρόνο εκατομμύρια αντίτυπα τοποθετώντας τον συγγραφέα του στο πάνθεο των λογοτεχνών.

Φυσικά, απαιτούνται επίσης πολλές «εργατοώρες». Ο εκάστοτε συγγραφέας, κατά τη γνώμη μου, χρειάζεται να έχει αφιερώσει πάρα πολλές ώρες στο διάβασμα, στην ανάγνωση πολλών λογοτεχνικών βιβλίων, και στη συγγραφή. Όσο πιο πολύ διαβάζει και γράφει κάποιος, τόσο καλύτερος γίνεται.

Από την άλλη, κάθε συγγραφέας έχει το δικό του προσωπικό ύφος, τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο γραφής και τα μοναδικά του χαρακτηριστικά. Και όπως συμβαίνει στην καθημερινότητά μας, έτσι ακριβώς συμβαίνει και με τους συγγραφείς και τα πονήματά τους. Σε κάποια μερίδα του αναγνωστικού κοινού θα αρέσει το «τάδε» έργο και το ύφος του δημιουργού του, και σε κάποια άλλη το «δείνα». Δυστυχώς –ή ευτυχώς– δεν μπορεί να αρέσουν όλοι σε όλους. Αυτό είναι ξεκάθαρο. 

Μ.Γ.: Ως συγγραφέας, τι βιβλία επιλέγεις να διαβάζεις;

Μ.Μ.: Δεν επιλέγω να διαβάζω συγκεκριμένα βιβλία ή συγκεκριμένα είδη με βάση τη συγγραφική μου ιδιότητα. Απεναντίας, εξακολουθώ να τα επιλέγω ως απλός αναγνώστης. Με τον ίδιο, δηλαδή, τρόπο με τον οποίο τα επέλεγα και προτού ασχοληθώ με τη συγγραφή, προτού κυκλοφορήσει το πρώτο μου μυθιστόρημα.

Θα μπορούσα να πω ότι διαβάζω όλα τα είδη, χωρίς να απορρίπτω κάποιο. Επίσης, διαβάζω εξίσου Έλληνες και ξένους συγγραφείς. Κρίνοντας πάντως από τα βιβλία που έχω διαβάσει έως τώρα, θα έλεγα ότι τη μερίδα του λέοντος κρατάνε στη βιβλιοθήκη μου τα βιβλία μυστηρίου και τα ιστορικά μυθιστορήματα. 

Μ.Γ.: Υπάρχει κάτι νέο που γράφεις αυτόν τον καιρό κι αν ναι μπορείς να μας δώσεις ένα μικρό στίγμα;

Μ.Μ.: Είμαι ιδιαιτέρως χαρούμενος, καθώς έχω ήδη ολοκληρώσει τη συγγραφή του τρίτου μου μυθιστορήματος και αυτήν την περίοδο ασχολούμαι εντατικά με τη συγγραφή του τέταρτου έργου μου.

Όσον αφορά το τρίτο πρόκειται για μία περιπέτεια, έντονου κοινωνικού χαρακτήρα. Επίσης υπάρχουν κάποια ιστορικά στοιχεία και μία μικρή δόση μυστηρίου, αλλά δεν θα μπορούσα να το εντάξω καθαρά στην κατηγορία του ιστορικού μυθιστορήματος ή του μυστηρίου. Θίγει σημαντικά ζητήματα όπως οι ισχυροί δεσμοί της ελληνικής οικογένειας, το θέμα της μετανάστευσης, τις δυσκολίες που βιώνουν όσοι ζουν στην ελληνική επαρχία, τη φιλοξενία, το μοναδικό ελληνικό φιλότιμο κ.α. Θα μπορούσα να πω ότι αυτό το μυθιστόρημα αντικατοπτρίζει τον «Μιχάλη». Κάθε κεφάλαιό του είναι και ένα μέρος του ψυχισμού μου, όλων εκείνων που κρύβω μέσα μου.

Τώρα σε ό,τι έχει να κάνει με το μυθιστόρημα το οποίο γράφω αυτό το διάστημα, θα μπορούσα να πω ότι πρόκειται ξεκάθαρα για ένα εξ ολοκλήρου ιστορικό μυθιστόρημα. Η ιστορία του διαδραματίζεται την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και το μεγαλύτερο μέρος του λαμβάνει χώρα στο χειρότερο, το πιο διαβόητο στρατόπεδο εξόντωσης των Ναζί, το οποίο δεν ήταν άλλο από το Άουσβιτς. Πρόκειται για ένα ιδιαιτέρως απαιτητικό, από συγγραφικής άποψης, μυθιστόρημα, το οποίο προϋποθέτει μία πολύωρη, αναλυτική και λεπτομερή μελέτη, καθώς βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Είναι ένα βιβλίο που θα έχει σκοπό να διδάξει κάποιες καταστάσεις και κάποια σημαντικά γεγονότα τα οποία δυστυχώς δεν είναι ιδιαιτέρως γνωστά στο ευρύ κοινό και να προβληματίσει, καθώς όσα συνέβησαν εκείνη την περίοδο από το Ναζιστικό καθεστώς δεν θα πρέπει να επαναληφθούν ποτέ ξανά στον κόσμο μας και για κανέναν λόγο. 

Μ.Γ.: Και μια τελευταία ερώτηση. Σκέφτεσαι να επιστρέψεις στην Ελλάδα;

Μ.Μ.: Αυτός είναι ένας διακαής πόθος. Μετά από οκτώ περίπου χρόνια μακριά από την Ελλάδα, η φλόγα για επαναπατρισμό που καίει μέσα μου δείχνει να φουντώνει όλο και περισσότερο, όλο και πιο έντονα χρόνο με τον χρόνο.

Βεβαίως από την άλλη, για να μιλήσω και λίγο ρεαλιστικά, δεν είναι εύκολο να γκρεμίσω όλα όσα έχτισα –και χτίζω– στο εξωτερικό όλα αυτά τα χρόνια. Η επιθυμία είναι έντονη, αλλά η απόφαση δεν είναι τόσο εύκολη και τόσο απλή.

Ωστόσο, όπως προανέφερα, δεν περίμενα ποτέ να φύγω από την Ελλάδα, κάτι το οποίο τελικά συνέβη. Επομένως, κανείς δεν ξέρει… Η ζωή είναι γεμάτη απρόοπτα και εκπλήξεις. Και αυτό, κατά τη γνώμη μου, την κάνει τόσο συναρπαστική. Αυτό που οφείλουμε, λοιπόν, από τη μεριά μας είναι να την απολαύσουμε και να ρουφήξουμε κάθε της δευτερόλεπτο. Να τη ζήσουμε όσο πιο έντονα μπορούμε.

 Μ.Γ.: Ευχαριστώ πολύ για την παραχώρηση της συνέντευξης κι εύχομαι καλοτάξιδο το βιβλίο σου.

Μ.Μ.: Εγώ ευχαριστώ πολύ και εύχομαι κι εγώ με τη σειρά μου κάθε καλό και κάθε επιτυχία σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο. Ανυπομονώ να τα ξαναπούμε… Καλή συνέχεια!

*Το μυθιστόρημα «Το σπασμένο μενταγιόν» του Μιχάλη Μεσοχωρίτη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πνοή.

 Μαίρη Γκαζιάνη

Γεννήθηκε στα Ιωάννινα.  Μεγάλωσε στην Αθήνα όπου ζει μέχρι σήμερα και εργάσθηκε ως τραπεζοϋπάλληλος. Στο παρελθόν ασχολήθηκε ερασιτεχνικά με την φωτογραφία ενώ τώρα ζωγραφίζει και παράλληλα γράφει. Έχει πραγματοποιήσει ατομικές εκθέσεις και έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές.

Τον Μάιο του 2012 κυκλοφόρησε την πρώτη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Σου γράφω…», τον Σεπτέμβρη 2013 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο «Ένα φεγγάρι λιγότερο» από τις εκδόσεις Ελληνική Πρωτοβουλία και τον Ιούνιο του 2014 κυκλοφόρησε το βιβλίο της «Τα πλήκτρα της σιωπής»  από τις εκδόσεις ΄Οστρια. Επίσης, το παραμύθι της «Το ψαράκι του βυθού» συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Παραμύθια και Μαμάδες» εκδόσεις Βερέττα 2015.  Τον Ιούνιο 2017 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της «Άλικα βήματα» από την Εμπειρία Εκδοτική. Το 2019 θα κυκλοφορήσει το νέο της μυθιστόρημα από τις εκδόσεις Ωκεανός.

Την περίοδο 2011-2012 υπήρξε ραδιοφωνική παραγωγός στο magicradiolive. Από τον Νοέμβρη 2014 συνεργάζεται με το now24.gr και έχει πραγματοποιήσει πάνω από πεντακόσιες συνεντεύξεις. Το 2016 συμμετείχε στην τηλεοπτική εκπομπή «Καλώς τους» του ΑιγαίοTV πραγματοποιώντας συνεντεύξεις σε ανθρώπους των τεχνών. Διετέλεσε Διευθύντρια Σύνταξης του on line Πολιτιστικού Περιοδικού Books and Style από Ιούλιο 2017 έως Μάρτιο 2018 οπότε αποχώρησε οικειοθελώς.

Μεγάλες της αγάπες είναι το θέατρο και ο χορός με τα οποία έχει ασχοληθεί ερασιτεχνικά.   

Στη βασική φωτογραφία 

Η Μαίρη Γκαζιάνη με τον συγγραφέα Μιχάλη Μεσοχωρίτη

 

 

 

Related posts