Subscribe Now

Trending News

Τα cookies επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την εμπειρία σας στo now24.gr.
Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies, σύμφωνα με τις οδηγίες μας.
14 Απρ 2021
Πολιτισμός

Μάνθος Σκαργιώτης:Υπάρχει θεία δίκη από όπου και όπως κι αν πηγάζει αυτή κι από όποιον Θεό  

Συνέντευξη στη Μαίρη Γκαζιάνη 

Ο Μάνθος Σκαργιώτης γεννήθηκε στο χωριό Μονολίθι Ιωαννίνων το 1952. Σπούδασε φιλολογία. Ζει στην Αθήνα.

Μυθιστορήματα: Το Λαθραίο (Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1991), Η Αλάνα με τις Ακονόπετρες (Δωρικός, Αθήνα 1995), Ουδέτερη Ζώνη (Κέδρος, Αθήνα 1995), Δώδεκα Μήνες, Δεκατρία Φεγγάρια (Εμπειρία Εκδοτική, Αθήνα 2001), Το Παρελθόν Επιστρέφει από τον Άλλο Δρόμο (Εμπειρία Εκδοτική, Αθήνα 2004), Ένα Κλειδί, Τρεις Πόρτες (Μεταίχμιο, Αθήνα 2009), Στο Δρόμο των Αρωμάτων (Διόπτρα, Αθήνα 2015). Ποιήματα: Ματωμένοι Σάρακες (Κριτήριο, Αθήνα 1974), Στο Ρυθμό της Κύπρου (ιδιωτική έκδοση, Γιάννινα 1978). Δημοσίευσε, επίσης, εισαγωγικές μελέτες για το έργο του Κ. Θεοτόκη, του Κ. Κρυστάλλη και του Γ. Κο­τζιούλα, καθώς και «πορτρέτα» Ηπειρωτών δημιουργών. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα ιταλικά.

ΜΑΙΡΗ ΓΚΑΖΙΑΝΗ: Κύριε Σκαργιώτη, γεννηθήκατε στο χωριό Μονολίθι Ιωαννίνων. Πως θυμάστε τα παιδικά σας χρόνια;

ΜΑΝΘΟΣ ΣΚΑΡΓΙΩΤΗΣ: Η ελληνική κοινωνία, τις δεκαετίες του `50 και του `60, εξακολουθούσε να έχει ανοιχτές τις πληγές της Κατοχής και του Εμφυλίου: φτώχεια, πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, απάνθρωπη πολιτεία, σκληρό εκπαιδευτικό σύστημα, σχεδόν ανύπαρκτη φροντίδα υγείας. Παρ’ όλα αυτά, τα παιδικά μου χρόνια τα θυμάμαι με αγάπη. Κι αυτό, γιατί τα δυσάρεστα –μιλώ για κείνα που δεν αφήνουν  αποτύπωμα στο σώμα μας ή την ψυχή μας– με το χρόνο μετατρέπονται σε μια γλυκιά ανάμνηση. Εξάλλου, η αθωότητα του παιδικού βλέμματος μεταφέρεται και στα πράγματα και κατοικεί για πάντα εκεί.

Μ.Γ.: Τι αντιπροσωπεύει για εσάς ο τόπος γέννησής σας;

Μ.Σ.: Κάθε φορά που επιστρέφω στον τόπο μου γίνομαι παιδί. Αυτό αντιπροσωπεύει: την παιδική ηλικία μου, δηλαδή την ψυχή μου.

Μ.Γ.: Επιστρέφετε συχνά στη γενέτειρά σας;

Μ.Σ.: Με την πρώτη ευκαιρία. Έχω εκεί το σπίτι μου, συγγενείς, φίλους, το χωράφι μου, τα δέντρα μου. Και, κυρίως, τους πεθαμένους μου.

Μ.Γ.: Έχετε σπουδάσει Φιλολογία. Τι σας ώθησε προς αυτή την κατεύθυνση;

Μ.Σ.: Η λέξη. Μεγάλη μαγεία να την ψάχνεις, να σε παιδεύει, να την παιδεύεις.

Μ.Γ.: Οι σπουδές σας είναι πολύ κοντά στη λογοτεχνία. Πότε ανακαλύψατε το δικό σας ταλέντο στη συγγραφή;

Μ.Σ.: Δεν ξέρω τι ακριβώς είχα ανακαλύψει, αλλά στο γυμνάσιο έγραφα σύντομα κείμενα, κάτι σαν διηγήματα, με θέμα τους περιστατικά του χωριού. Έγραφα, επίσης, ποιήματα μιμούμενος τον Κρυστάλλη και τα δημοτικά τραγούδια που άκουγα από τις παλιές γυναίκες.

Μ.Γ.: Έχετε γράψει πολλά βιβλία. Με τι θέματα καταπιαστήκατε κυρίως;

Μ.Σ.: Με ιστορικά, λαογραφικά, με αυτά που γενικότερα επικράτησε να ονομάζουμε κοινωνικά, με τη δικτατορία, τις πολιτικές συμπεριφορές προσώπων ή ομάδων, τις συνθήκες της μεταπολεμικής επαρχιακής Ελλάδας, τους μετανάστες στη χώρα μας μετά το 1990, τις φυλετικές διακρίσεις, με τη σημερινή οικονομική κρίση.

Μ.Γ.: Πρόσφατα κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο σας με τίτλο Ουμπούντου. Τι σημαίνει η λέξη Ουμπούντου κι από πού προέρχεται;

Μ.Σ.: Το «ουμπούντου» είναι λέξη αφρικανική. Σημαίνει «είμαι, επειδή είμαστε». Κάποτε ένας ανθρωπολόγος, ενώ ερευνούσε ανθρώπινες συμπεριφορές στην Αφρική, ανάθεσε σε παιδιά της φυλής Ξόζα να παίξουν το εξής παιχνίδι: Έβαλε ένα καλάθι με φρέσκα φρούτα κάτω από δέντρο και όποιο παιδί, σε αγώνα δρόμου, έφτανε πρώτο στο καλάθι θα έπαιρνε όλα τα φρούτα. Μόλις δόθηκε το σύνθημα να ξεκινήσει ο αγώνας, τα παιδιά κρατήθηκαν από τα χέρια και έφτασαν στο τέρμα όλα μαζί. Ο ανθρωπολόγος τα ρώτησε γιατί παραβίασαν τον όρο του παιχνιδιού. Εκείνα απάντησαν: «Ομπούντου». Ήθελαν, στη γλώσσα τους, να του πουν: «Δεν μπορούμε να είμαστε χαρούμενοι, αν έστω και ένας από εμάς είναι λυπημένος».

Μ.Γ.: Τι είδους ιστορία κρύβεται κάτω από τον τίτλο;

Μ.Σ.: Μια αντιρατσιστική ιστορία που εξελίσσεται κυρίως στην Ελλάδα, αλλά εν μέρει και στην Αφρική και σε άλλα σημεία του πλανήτη.

Μ.Γ.: Η κατάρα μιας όμορφης γυναίκας επιδρά σε κάποιους ανθρώπους. Οι κατάρες φοβίζουν τους ανθρώπους, όμως πόσο υπεύθυνοι είναι οι ίδιοι για τις επιλογές τους;

Μ.Σ.: Ο λαός μας, σε παλιότερες εποχές, πίστευε πολύ στη δύναμη της κατάρας. Σήμερα, για πολλούς λόγους, την κατάρα την προσπερνούμε. Ο φόβος όμως που περιέχει βρίσκεται κοιμισμένος στα βάθη της ψυχής μας. Στις περιπτώσεις που οι ορίζοντες στενεύουν γύρω μας, όταν για παράδειγμα μας συμβαίνει κάποιο μεγάλο κακό, ο φόβος αυτός ξυπνάει και βγαίνει στην επιφάνεια. Δεν μπορούμε να τον τιθασεύσουμε. Μας πιλατεύει. Η γνώμη μου είναι ότι για τη ζωή μας υπεύθυνοι είμαστε οι ίδιοι –το έχουν πει πολλοί, από την αρχαιότητα ακόμη– και όχι οι όποιες υπερφυσικές δυνάμεις. Συμβαίνει όμως συχνά η πίστη σ’ αυτές τις δυνάμεις να μας αφαιρεί την ικανότητα να κάνουμε οι ίδιοι τις επιλογές μας.

Μ.Γ.: Λαθρομετανάστες στη σημερινή εποχή και σκλαβοπάζαρο τον 16ο αιώνα. Πώς συνδέονται αυτά τα δυο στο βιβλίο σας;

Μ.Σ.: Η σύνδεση αυτή –δυο ιστορικών καταστάσεων δηλαδή που απέχουν αιώνες– γίνεται μέσω της λαϊκής όπερας που συνθέτει ο μουσουργός Γιοχάνες για τη ζωή του Τσαφέντα. Αυτή η μουσική σύνθεση δημιουργείται το χρόνο κατά τον οποίο εξελίσσεται η βασική υπόθεση του μυθιστορήματος στο κτήμα. Ο αναγνώστης θα διαπιστώσει ότι μεταξύ των διάφορων εποχών υπάρχει αντιστοιχία.

Μ.Γ.: Ποιος ήταν ο Δημήτρης Τσαφέντας στον οποίο αφιερώνεται το βιβλίο σας κι αναφέρεται στις σελίδες του;

Μ.Σ.: Γιος ενός Έλληνα από την Κρήτη και μιας γυναίκας από τη Μοζαμβίκη. Με λίγα λόγια η ζωή του έχει ως εξής: Γεννήθηκε στη Μοζαμβίκη το 1918. Η μάνα του πέθανε στη γέννα. Αυτός ως τα οχτώ του έζησε με την Ελληνίδα γιαγιά του στην Αλεξάνδρεια. Κατόπιν, πήγε στο σπίτι του πατέρα του, ο οποίος ζούσε με την καινούργια οικογένειά του στη Νότια Αφρική, αλλά εκεί δεν βρήκε την αγάπη που αποζητούσε. Ταξίδεψε ως ναυτεργάτης σε όλο τον κόσμο για είκοσι χρόνια. Ήξερε οχτώ γλώσσες. Όταν ξαναγύρισε στη Νότια Αφρική, προσελήφθη κλητήρας στο Κοινοβούλιο. Πάνω που συμπλήρωσε μήνα στη δουλειά, σκότωσε (6-9-1966) με τέσσερις μαχαιριές τον πρωθυπουργό Φερβούρντ, τον εμπνευστή του απαρτχάιντ, μέσα στη Βουλή. Πέθανε στις φυλακές το 1999.

Μ.Γ.: Τι προσπαθεί να επιτύχει ο Γιοχάνες μέσα από το μουσικό έργο που ετοιμάζει;

Μ.Σ.: Ο Γιοχάνες με τη λαϊκή όπερα ενοποιεί, όπως φάνηκε σε προηγούμενη απάντησή μου, διαφορετικές εποχές και διαφορετικούς τόπους. Θα λέγαμε πως από το χρόνο αφαιρεί τη διάρκεια και από τους τόπους την απόσταση. Έτσι, οι αιώνες γίνονται μια «στιγμή» και ο πλανήτης «λίγα τετραγωνικά». Σ’ αυτόν τον χρονοχώρο υπάρχει και κινείται ο άνθρωπος από τότε που πρωτοστάθηκε όρθιος μέχρι σήμερα. Φιλοδοξεί, δηλαδή, ο Γιοχάνες να δείξει ότι, όσο κι αν αναπτύξουμε την επιστήμη και την τεχνολογία, όσο κι αν «προοδεύσουμε», στην ψυχή μας παραμένουμε πάντα ίδιοι. Τόσο καλοί, όσο και κακοί. Παράλληλα, ο Γιοχάνες επιδιώκει να αποκαταστήσει στη συνείδηση των ανθρώπων τον Τσαφέντα, αυτόν τον παρεξηγημένο Έλληνα. Τον ήρωα που σηματοδότησε τον αγώνα εναντίον του απαρτχάιντ.

Μ.Γ.: Τι είδους άνθρωπος είναι ο Δονάτος και ο επιστάτης του;

Μ.Σ.: Ο διπλανός μας. Ο καθένας μας. Μόνο που μέσα σ’ αυτούς τους δυο έτυχε (βοήθησαν οι συνθήκες δηλαδή) να επικρατήσουν και να διογκωθούν μια σειρά από ελαττώματα: ατομικισμός, εκδικητικότητα, φιλοχρηματία, αριβισμός, αμοραλισμός.

Μ.Γ.: Σύμφωνα με την εξέλιξη της ιστορίας που αφηγείστε, υπάρχει θεία δίκη;

Μ.Σ.: Ναι. Από όπου και όπως κι αν πηγάζει αυτή. Και από όποιον Θεό.

Μ.Γ.: Πολλά είναι τα θέματα που πραγματεύεστε στο βιβλίο σας. Ρατσισμός, συμφέρον, ιδιοτέλεια,  ξενοφοβία, οικογενειακές σχέσεις, και υπάρχουν πολλές ανατροπές. Ποιο ήταν το ερέθισμα για τη συγγραφή του;

Μ.Σ.: Από τη μια, οι εικόνες μεταναστών σε ευρωπαϊκές θάλασσες και στεριές (ναυάγια, συρματοπλέγματα, παιδικά μάτια), από την άλλη, οι κραυγές εναντίον των μεταναστών και η ταυτόχρονη εκμετάλλευσή τους από τους «πολιτισμένους» του δυτικού κόσμου.

Μ.Γ.: Ποιες είναι οι διαφορές του Βίκτωρα από τον πατέρα του Δονάτο;

Μ.Σ.: Κατά κανόνα, τα παιδιά –ιδεολογικά– βρίσκονται στον αντίποδα των γονιών. Έτσι συνέβη και στην περίπτωση αυτών των δυο. Ο Βίκτωρας είναι παιδί καλλιεργημένο, σπούδασε, έχει ευαισθησίες και ανθρωπιά, είναι απαλλαγμένος από στερεότυπα, δεν έχει φθαρεί από το χρήμα, δεν έχει υποδουλωθεί σ’ αυτό. Ο Δονάτος κουβαλάει αρνητικά βιώματα από τη ζωή του στην Αφρική, επιδιώκει τον πλουτισμό, είναι αδίστακτος.

Μ.Γ.: Κρίνοντας από τις πράξεις της Εργίνας, ως πού μπορεί να φτάσει μια μάνα για να αναζητήσει το εξαφανισμένο παιδί της;

Μ.Σ.: Θα απαντήσω με μια φράση από το βιβλίο. Η μάνα «μπορεί να γίνει όλα μαζί: και Παναγιά και Τζαβέλαινα και ξωτικό και μάγισσα». Αν πεις σε μια μάνα ότι το εξαφανισμένο παιδί της βρίσκεται στον πυθμένα της λίμνης, θα δέσει πέτρα στο λαιμό της και θα πέσει στο νερό για να το βρει.

Μ.Γ.: Πώς παρουσιάζεται στο βιβλίο σας ο έρωτας του Βίκτωρα και της λαθρομετανάστριας Μιλέιν;

Μ.Σ.: Σαν αγριολούλουδο φυτρωμένο σε βράχο.

Μ.Γ.: «Οι νέοι της δικής του σειράς κυνηγούσαν τα μεγάλα και τα άπιαστα, οι σημερινοί είναι προσγειωμένοι από τα γεννοφάσκια τους» σκέφτεται ένας πατέρας μετά από συζήτηση με τον γιο του. Υπάρχει αλήθεια στα λόγια του ή οφείλονται στο χάσμα γενεών;

Μ.Σ.: Τις δυο-τρεις μεταπολεμικές δεκαετίες, στην ψυχή των νέων ζεσταινόταν το όνειρο για τα μεγάλα· συχνά και για τα άπιαστα. Στα χρόνια της κρίσης, το όνειρο «γειώθηκε» και προχωρεί σέρνοντας τα πόδια του. Αυτό το όνειρο λέγεται επιβίωση. Προσωπικά, συμφωνώ με τον πατέρα. Ας δούμε τις δηλώσεις των υποψηφίων στις Πανελλαδικές Εξετάσεις. Οι επιλογές των σχολών γίνονται με βασικό κριτήριο την προοπτική επαγγελματικής αποκατάστασης.

Μ.Γ.: Ποιους αντιπροσωπεύουν ο Καλαμάς κι ο Βάιλας με τις πράξεις τους;

Μ.Σ.: Ο Καλαμάς εκπροσωπεί τον αδικημένο που η αδικία θα τον οδηγήσει σε ακραία συμπεριφορά, χωρίς όμως να έχει χάσει εντελώς την ανθρωπιά του. Ο Βάιλας εκπροσωπεί τον τυχοδιώκτη.

Μ.Γ.: «Άραγε ο πατέρας ή ο γιος ήταν το μεγαλύτερο θύμα;» αναρωτιέται ο Καλαμάς. Τι πιστεύετε;

Μ.Σ.: Δεν ξέρω. Δεν μπορώ να απαντήσω. Ειλικρινά.

Μ.Γ.: Από τα πρόσωπα του βιβλίου, ποιο θεωρείτε πιο τραγική μορφή;

Μ.Σ.: Με την αρχαία σημασία της λέξης τον Δονάτο.

Μ.Γ.: Σε μια εποχή που οι πρόσφυγες στην Ελλάδα είναι χιλιάδες, ποια μηνύματα θέλετε να περάσετε μέσα από το βιβλίο σας;

Μ.Σ.: Απαντώ με μια ερώτηση: «Όταν έρχονται στην αυλή μας, στην πόρτα μας, άνθρωποι κυνηγημένοι, τι πρέπει να κάνουμε; Να τους κυνηγήσουμε κι εμείς ή να τους δώσουμε νερό και ψωμί;» Κάτω από αυτό το ερώτημα ο αναγνώστης μπορεί να ανακαλύψει πολλές θέσεις.

Μ.Γ.: «Για να ζήσεις σήμερα στην Ελλάδα, πρέπει πρώτα να πεθάνεις. Κι εγώ δεν μπορώ να ζω πεθαμένος» είναι λόγια του Λίνου προς την Εργίνα. Πώς δικαιολογείτε τα λόγια του;

Μ.Σ.: Όταν αντιμετωπίζεις πρόβλημα βιοπορισμού, αναγκάζεσαι να κάνεις συμβιβασμούς, να γονατίζεις, να προσκυνάς, να απαρνιέσαι τις αρχές σου, τον εαυτό σου. Αυτό τι άλλο είναι από έναν εν ζωή θάνατο;

Μ.Γ.: Ευχαριστώ πολύ για την παραχώρηση της συνέντευξης και σας εύχομαι καλοτάξιδο το βιβλίο σας.

Μ.Σ.: Σας ευχαριστώ κι εγώ, κυρία Γκαζιάνη, για τις ερωτήσεις και τη φιλοξενία.

*Το μυθιστόρημα «ΟΥΜΠΟΥΝΤΟΥ» του Μάνθου Σκαργιώτη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα.

 Μαίρη Γκαζιάνη

Γεννήθηκε στα Ιωάννινα.  Μεγάλωσε στην Αθήνα όπου ζει μέχρι σήμερα και εργάσθηκε ως τραπεζοϋπάλληλος. Στο παρελθόν ασχολήθηκε ερασιτεχνικά με την φωτογραφία ενώ τώρα ζωγραφίζει και παράλληλα γράφει. Έχει πραγματοποιήσει ατομικές εκθέσεις και έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές.

Τον Μάιο του 2012 κυκλοφόρησε την πρώτη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Σου γράφω…», τον Σεπτέμβρη 2013 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο ΕΝΑ ΦΕΓΓΑΡΙ ΛΙΓΟΤΕΡΟ και τον Ιούνιο του 2014 κυκλοφόρησε το βιβλίο της ΤΑ ΠΛΗΚΤΡΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ  από τις εκδόσεις ΄Οστρια. Επίσης, το παραμύθι της «Το ψαράκι του βυθού» συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Παραμύθια και Μαμάδες» εκδόσεις Βερέττα 2015.  Τον Ιούνιο 2017 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της ΑΛΙΚΑ ΒΗΜΑΤΑ από την Εμπειρία Εκδοτική. Το 2019 θα κυκλοφορήσει το νέο της μυθιστόρημα από τις εκδόσεις Ωκεανός.

Την περίοδο 2011-2012 υπήρξε ραδιοφωνική παραγωγός στο magicradiolive. Από τον Νοέμβρη 2014 συνεργάζεται με το now24.gr και έχει πραγματοποιήσει πάνω από πεντακόσιες συνεντεύξεις. Το 2016 συμμετείχε στην τηλεοπτική εκπομπή ΚΑΛΩΣ ΤΟΥΣ του ΑιγαίοTV πραγματοποιώντας συνεντεύξεις σε ανθρώπους των τεχνών. Διετέλεσε Διευθύντρια Σύνταξης του on line Πολιτιστικού Περιοδικού Books and Style από Ιούλιο 2017 έως Μάρτιο 2018 οπότε αποχώρησε οικειοθελώς.

Μεγάλες της αγάπες είναι το θέατρο και ο χορός με τα οποία έχει ασχοληθεί ερασιτεχνικά.   

 

 

 

Related posts