Subscribe Now

Trending News

Τα cookies επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την εμπειρία σας στo now24.gr.
Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies, σύμφωνα με τις οδηγίες μας.
24 Ιούν 2021
Πολιτισμός

Κωνσταντίνος Μεϊντάνης:Οι αναμνήσεις μας σμιλεύονται από τον χρόνο και αναδημιουργούνται

Συνέντευξη στη Μαίρη Γκαζιάνη 

Ο Κωνσταντίνος Μεϊντάνης γεννήθηκε τον Μάιο του 1974 στην Αθήνα. Σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, καθώς και Κλασική Φιλολογία, και Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία στο King’s College και το Birkbeck College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Παράλληλα, έχει σπουδάσει πιάνο με την καθηγήτρια και σολίστ Νίλυαν Πέρεζ-Ιωαννίδου και Ανώτερα Θεωρητικά με τον συνθέτη και παιδαγωγό Γιάννη Ιωαννίδη, ενώ έχει συμμετάσχει και στα θερινά σεμινάρια πιάνου στην Ακαδημία Μουσικής και Παραστατικών Τεχνών της Βιέννης κοντά στη σολίστ Sontraud Speidel. Είναι απόφοιτος του Hellenic American University, στο ειδικό μεταπτυχιακό Τμήμα Μετάφρασης, και ως μεταφραστής συνεισέφερε στην Έκθεση «The Hour of Greece» που διοργανώθηκε στην Ελληνοαμερικανική Ένωση με θέμα την ανταπόκριση του αμερικανού Τύπου και της αμερικανικής Κοινής Γνώμης στο ελληνικό Έπος του ’40. Έχει ζήσει επί 18 σχεδόν χρόνια στο Λονδίνο, και πλέον μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στην Αθήνα και τη βρετανική πρωτεύουσα. 

ΜΑΙΡΗ ΓΚΑΖΙΑΝΗ: Έχετε σπουδάσει Φιλολογία,  Μουσική και ασχολείστε με τη μετάφραση και τη συγγραφή βιβλίων. Πώς συνδυάζονται όλες αυτές οι ιδιότητες μεταξύ τους;

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΕΪΝΤΑΝΗΣ: Όλες αυτές οι ιδιότητες είναι όψεις, αλλά κυρίως είναι ανάσες ζωής για μένα.

Η αγάπη μου για τη Λογοτεχνία και τη Φιλοσοφία της Ελληνικής Αρχαιότητας έχει τη ρίζα της, το πρώτο «σκίρτημά» της, στα μαθητικά μου χρόνια. Τότε πρωτοήρθα σε επαφή με κείμενα της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας από μετάφραση και στη συνέχεια από το πρωτότυπο. Με τη μουσική είχα αρχίσει να ασχολούμαι από την ηλικία των 11 ετών. Όταν σπούδαζα φιλολογία, συνέχιζα παράλληλα τις σπουδές μου στη μουσική. Ευτύχησα, τόσο στο πιάνο όσο και στα Θεωρητικά, να βρεθώ κοντά σε εξαιρετικούς δασκάλους. και εδώ στην Αθήνα, αλλά και στη Βιέννη, στους οποίους οφείλω πολλά.

Η ενασχόλησή μου με τη μετάφραση καθ’ εαυτή είναι κάπως μεταγενέστερη. Προέκυψε από την τριβή μου με τα Αρχαία Ελληνικά, σε μικρότερο βαθμό με τα Λατινικά. Ήταν όμως και το αποτέλεσμα της μακράς παραμονής μου στην Αγγλία και της εξοικείωσής μου με την Αγγλική γλώσσα και λογοτεχνία. Η προσήλωση και η εντρύφησή μου στον λόγο, την έκφραση, με οδήγησαν κάποια στιγμή μπροστά στο λευκό χαρτί και στη δοκιμασία της αναμέτρησης με τις λέξεις. Το ένιωσα ως ανάγκη.

Μ.Γ.: Επίσης, ασχολείστε με την επιστημονική-ερευνητική της Προσωκρατικής Σκέψης και της Αρχαίας Ελληνικής Τραγωδίας. Γιατί επιλέξατε τα συγκεκριμένα θέματα;

Κ.Μ.: Οφείλω την «ανακάλυψη» της Αρχαίας Ελληνικής Τραγωδίας και της Φιλοσοφίας σε δύο φωτισμένους φιλολόγους που είχα ως καθηγητές στο σχολείο. Συγκεκριμένα, ο Σοφοκλής ως δραματουργός, και η μορφή του Σωκράτη μέσα από τον φιλοσοφικό λόγο και το Έργο του Πλάτωνα, με μάγεψαν. Με τη φιλοσοφία των Προσωκρατικών ήρθα σε επαφή όταν, φοιτητής, σε ένα βιβλίο για τον Δημόκριτο, μελέτησα τα αποσπάσματα του Έργου του, τα λεγόμενα «ηθικά». Ο δάσκαλός μου στα Ανώτερα Θεωρητικά, σε κάποια συζήτησή μας τότε, με προέτρεψε να γράψω ένα δοκίμιο για τον φιλόσοφο και τη σκέψη του. Αυτό ήταν και το πρώτο κείμενό μου που είδα δημοσιευμένο τον Μάρτιο του 1995 σε ένα αρχαιολογικό-φιλολογικό περιοδικό. Στο Λονδίνο, άρχισα να ασχολούμαι με τη Φιλοσοφία των Προσωκρατικών συστηματικά στο πλαίσιο των εκεί πανεπιστημιακών σπουδών μου. Τότε εντρύφησα και στον φιλοσοφικό στοχασμό του Ξενοφάνη, και τελικά στράφηκα σ’ αυτόν όταν άρχισα τη διδακτορική μου έρευνα.

Μ.Γ.: Έχετε ζήσει πολλά χρόνια στο Λονδίνο και σήμερα μοιράζετε τον χρόνο σας ανάμεσα στην Αθήνα και στην βρετανική πρωτεύουσα. Τι συμβολίζει η κάθε μια πόλη για εσάς;

Κ.Μ.: Η Αθήνα είναι η γενέθλια πόλη, ο οικείος τόπος των πολύ όμορφων παιδικών μου χρόνων, με τον οποίο με δένουν βιώματα βαθιάς οικειότητας, ζεστασιάς, βιώματα πατρίδας. Έζησα την Αθήνα ως παιδί και ως έφηβος σε μια πολύ πιο ανθρώπινη εποχή και κατάστασή της -αναφέρομαι στη δεκαετία του ’80 και στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Ως νεαρός, είδα και έζησα μια Αθήνα που εμφανώς και εμφατικώς είχε αρχίσει να αλλάζει. Από την άλλη το Λονδίνο, το οποίο γνώριζα αρκετά καλά και πριν ακόμα εγκατασταθώ εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ’90, ήταν η κοσμοπολίτικη, η καταλυτικά σαγηνευτική ευρωπαϊκή μητρόπολη. Η τάξη, η οργάνωση, η πειθαρχία, ο σεβασμός γραπτών και άγραφων κανόνων και αρχών εκεί, στοιχειοθετούσαν μια καθημερινότητα βίου τελείως διαφορετική, σαφώς πολύ ομαλότερη, σε σύγκριση με την Αθήνα. Στο Λονδίνο μπορούσες ουσιαστικά να βρεις και να δεις τα πάντα, ειδικά αν ενδιαφέρεσαι για την Τέχνη στις πολυειδείς και πολύτροπες εκφάνσεις της. Ήταν ανεξάντλητο, κυρίως όπως το ζούσα εκείνα τα πρώτα χρόνια.

Μ.Γ.: «Δόθηκα σ’ αυτήν την πόλη» γράφετε. Τι είναι αυτό που σας πρόσφερε η ξενιτιά;

K.M.: Δεν ένιωσα την «ξενιτιά» ως ξενιτεμό. Ήταν μια μορφή «ξενίας», με την έννοια που έχει η λέξη στη διαχρονική δυναμική της Ελληνικής Έκφρασης ως «φιλοξενία». Εκεί ένιωσα τη χαρά της συγκροτημένης, πολυεπίπεδης, και πνευματικά απαιτητικής πανεπιστημιακής σπουδής, ήρθα σε επαφή με έναν άλλο τρόπο ζωής, με έναν άλλο λαό και τη νοοτροπία του, άντλησα συνειδητά, και ενστερνίσθηκα στο μέτρο του δυνατού, ό,τι ουσιαστικότερο και υγιέστερο μπορούσα. Το λατινικό ρητό «ubi bene, ibi patria» («όπου ζεις καλύτερα, εκεί είναι πατρίδα») είναι αναδιατύπωση ενός στίχου από τον «Πλούτο» του Αριστοφάνη: «πατρίς γάρ εστι πασ’ ίν’αν πράττει τις εύ». Δεν πρόκειται βεβαίως για τα, κατισχύοντα σήμερα, ιδεολογικοποιημένα θέσφατα ενός ρηχού, και γι’ αυτό βολικά επιπόλαιου, κοσμοπολιτισμού. Ούτε για τον τερπνό αφιονισμό που παρέχει αφειδώς και αναιδημόνως η συμπλεγματικά εξορθολογισμένη αρνησιπατρία.

Στην «ξενιτιά» ήταν που συνειδητοποίησα την ελληνικότητά μου. Μακριά από την εξουθενωτική πύρωση των παθών, μέσα στα οποία ζούμε, και την εξοργιστική επίρρωση των λαθών, που εξακολουθούμε να διαπράττουμε δίχως διδαχή, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, η αίσθησή μου για την έννοια της ελληνικότητας ως πολιτισμικής δυναμικής και ως πραγματικότητας αποκαθάρθηκε από εντάσεις και αρνητικές επιρροές. Την κατανόησα στη ουσιαστική διττή της διάσταση: ως ταυτότητα και ως ιδιαίτερο άξονα αναφοράς.

Τα τελευταία χρόνια, ζώντας κυρίως στην Αθήνα, φτάνω πολλές φορές να αισθάνομαι «ξένος» στην ίδια την πατρίδα μου, με όλα όσα βλέπω, παρατηρώ, και ακούω, και κυρίως -να το επισημάνω εδώ- με τις προκλητικές διανοουμενίστικες ανοησίες που τραυλίζει ο μίσθαρνος εθνομηδενιστικός παροξυσμός. Όπως το είπε τόσο καίρια ο Σεφέρης, «να ζεις στον τόπο σου, νοσταλγώντας τον τόπο σου, δεν υπάρχει πιο πικρό πράγμα».

Μ.Γ.: Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο σας «Φθινόπωρο δεν μου έτυχε να βρω ίσαμε σήμερα μέσα στις λέξεις». Τι συμβολίζει το φθινόπωρο του τίτλου;

Κ.Μ.: Το φθινόπωρο ως εποχή, ως εικόνα, ως κατάσταση, ως συναίσθημα, διατρέχει και συνέχει σαν υπόρρητος μίτος νοηματικά και περιγραφικά όλα τα κείμενα του βιβλίου. Αντιπροσωπεύει και εκφράζει, συχνά με τρόπο έκτυπο, πρωτίστως ένα βίωμα. Ο τίτλος θα μπορούσε να θεωρηθεί ίσως και δίσημος στο νόημά του. Το φθινόπωρο δεν υπάρχει στις λέξεις, σ’ αυτήν τη «λύτρωση» την οποία επιδιώκω μέσω της γραφής. Με τις λέξεις, «τα μόνα όπλα που αξιώθηκα», το περιγράφω, κρατώντας το σε απόσταση. Το συναίσθημα τις επιλέγει, ο νους τις ταξινομεί. Όμως, αυτό που αξίζει περισσότερο απ’ όλα να πούμε και να γράψουμε βρίσκεται -και θα βρίσκεται πάντα- επέκεινα και του λόγου και της γραφής. Μια «απουσία», μια μορφή «άγνοιας» που είναι «υπερτέρα πάσης γνώσεως». «Λάμπει μέσα μου εκείνο που αγνοώ. Μα ωστόσο λάμπει», όπως έχει εκφράσει τόσο καίρια ο Ποιητής του Αιγαίου αυτό που μένει από τη φύση του Άφραστο.

Μ.Γ.: Το βιβλίο σας μοιάζει με προσωπικό ημερολόγιο. Υπάρχουν σ’ αυτό βιογραφικά ή βιωματικά στοιχεία;

Κ.Μ.: Ασφαλώς. Στις σελίδες του αναφαίνεται άμεση και σαφής η βιογραφική, όπως και η βιωματική, διάσταση όσων περιγράφονται. Από αυτές, εξάλλου, εκκινεί η προσπάθεια και η δοκιμασία της γραφής και αυτές μορφοποιεί, αναδιαμορφώνει ή και μεταποιεί με τη δύναμη της φαντασίας, όταν αυτό που βιώθηκε ως εμπειρία άφησε πίσω του ένα ερωτηματικό, την εκκρεμότητα του ανολοκλήρωτου. Με τη γραφή δίνεται η πραγματικότητα, βιογραφική ή γενικότερη, αλλά και η αναγκαία στη σκέψη και την καρδιά εξιδανίκευσή της. Αυτό το «κάτι» που έμεινε μακρινό.

Μ.Γ.: Ποιες στιγμές έχει γραφτεί;

Κ.Μ.: Τα κείμενα του βιβλίου, με την εξαίρεση ενός, έχουν γραφτεί κατά τη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων περίπου ετών. Όλα, ωστόσο, αναφέρονται σε ένα πιο μακρινό παρελθόν. Σε γεγονότα και εμπειρίες που η ανάμνηση και η αναπόλησή τους τα φέρνει διαρκώς στο παρόν μου, ένα ιδιότυπο «παρόν» σαν σιωπηλό αναστοχασμό. Επέκεινα του χρόνου και των αλλοιώσεων που αυτός επιφέρει με την ατέρμονη ροή του.

Μ.Γ.: Γιατί αποφασίσατε να τα μοιραστείτε με τους αναγνώστες;

Κ.Μ.: Η πρώτη επαφή με τον αναγνώστη για κάποια από τα κείμενα αυτά είχε γίνει πριν το βιβλίο διαμορφωθεί ως προς τα περιεχόμενά του και εκδοθεί. Ορισμένα είχαν γραφτεί και ήδη δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά, όπως το περιοδικό «i Porta», το περιοδικό «anemosmagazine» των εκδόσεων «Άνεμος», και το έντυπο περιοδικό λόγου, ποίησης, δοκιμίου, τέχνης, «Το Κοράλλι», των οποίων είμαι τακτικός συνεργάτης. Η ιδέα να συγκροτηθούν σε βιβλίο ανέκυψε κάποια στιγμή, σχεδόν απροσδόκητα, καθώς διάβαζα ξανά μετά από χρόνια ένα κείμενο του Hermann Hesse, και σκέφτηκα τον τίτλο που έγινε τελικά ο τίτλος του βιβλίου. Είναι συχνά παράδοξες οι τροπές της σκέψης και των συνειρμών. Σα να σε οδηγούν από μόνες τους.

Μ.Γ.: Στα γραπτά σας φαίνεται να υπάρχει ένας τόνος νοσταλγίας. Πού οφείλεται;

Κ.Μ.: Η νοσταλγία δεν αφορά μόνο το παρελθόν, αν και αφορμάται από αυτό, και σ’ αυτό πρωτίστως οδηγεί. Γενεσιουργό της αίτιο είναι τόσο οι εμπειρίες που έζησα και με πλούτισαν, με μέστωσαν, όσο και η φύση του συναισθήματος που επιβιώνει με τη δική του ειλικρίνεια στο παρόν. Ο εξωραϊσμός των όσων έζησες που πολλές φορές επέρχεται με την απόσταση του χρόνου, με κάνει να αναζητώ μια επιστροφή στο περασμένο, για να αντλήσω ανακούφιση και δύναμη.

Μ.Γ.: Βιέννη, Μαρτίνα, Έρωτας. Τι σημαίνουν αυτές οι τρεις λέξεις για εσάς;

Κ.Μ.: Η Βιέννη από πολύ νωρίς είχε ταυτιστεί μέσα μου με τη μουσική, κυρίως επειδή εκεί είχε ζήσει και δημιουργήσει ο W.A.Mozart, ο αγαπημένος μου συνθέτης, στον οποίο οφείλω την «ανακάλυψη» της μουσικής, όπως και χάρη σε έναν, πολύ μακρινό πια, παιδικό μου φίλο. Στην πόλη αυτήν έζησα εμπειρίες μουσικής ωρίμανσης πολύτιμες, συμμετέχοντας κάποια καλοκαίρια στα σεμινάρια πιάνου της βιεννέζικης Ακαδημίας Μουσικής και Παραστατικών Τεχνών.

Η «Μαρτίνα» του βιβλίου είναι το ιδεατό πρόσωπο του Έρωτα. Η αληθινή Μαρτίνα, μια κοπέλα με τα πιο εκφραστικά καταγάλανα μάτια που έχω δει, και ένα χαμόγελο που έδιωχνε κάθε σκιά, υπήρξε η απτή εμπειρία του έρωτα, ένα από τα καλοκαίρια εκείνα. Και, το καλοκαίρι εκείνο «έγινε παντοτινό», θα έλεγα παραφράζοντας έναν στίχο του Καβάφη. Οι τρεις αυτές λέξεις, Βιέννη, Μαρτίνα, Έρωτας, δίνουν με τον νοηματικό και βιωματικό συγκερασμό τους μια μοναδική Εμπειρία ζωής. Αυτήν «την ανάμνηση μιας μεγάλης ευτυχίας»…

Μ.Γ.: Μέσα στις αναμνήσεις μπορεί να υπάρχουν αυταπάτες;

Κ.Μ.: Από ένα σημείο και πέρα είναι, νομίζω, αναπότρεπτο. Οι αναμνήσεις μας σμιλεύονται από τον χρόνο και αναδημιουργούνται με το πέρασμά του, μέσα από μια σιωπηλή και αδιάγνωστη αλχημεία της σκέψης και του συναισθήματος, του νου και της καρδιάς. Και συχνά φτάνεις να αντιληφθείς κάποια στιγμή πως αυτό που αναθυμάσαι δεν είναι αυτό που έγινε, αλλά εκείνο που θέλησες να έχει γίνει. Μια αίσθηση αμφίρροπη ανάμεσα στο Ον και στο Δέον, θα λέγαμε με φιλοσοφική ορολογία. Από τη μια, η εμπειρική πιστοποίηση και γνώση ενός γεγονότος και, από την άλλη, η επιθυμητική ψευδαίσθησή του. Η ψυχή νομοθετεί και η σκέψη τοποθετεί, κατατάσσει το μέσα μας καταστάλαγμα, προτάσσει τα ξεχωριστά στοιχεία του αναλόγως. Ο Ελύτης το έχει (απο)δώσει στους «Προσανατολισμούς» με έναν στίχο βαθιάς ποιητικής σοφίας και ανέσπερης ομορφιάς: «Η Επιθυμία έχει μια πολύ ψηλή κορμοστασιά και στις παλάμες της καίει η Απουσία». Ίσως τελικά, επιλέγουμε να αναμετρηθούμε με τη δοκιμασία της γραφής, σαν για να ξορκίσουμε την «απουσία» που υπάρχει μπροστά μας στο λευκό χαρτί μέσω της εύλαλης σιωπής των λέξεων.

Μ.Γ.: Είστε μοναχικός άνθρωπος; Επιλέγετε τη μοναξιά;

Κ.Μ.: Η μοναξιά με επιλέγει όποτε εκείνη το κρίνει αναγκαίο. Τη μοναχικότητα την αποζητώ, πάντα με αγάπη, εγώ. Είναι στιγμές που η μοναχικότητα και η μοναξιά συμπορεύονται με έναν λυτρωτικό για την ψυχή τρόπο. Πολλά μπορείς να διδαχτείς αν αφουγκραστείς τη μέσα σου και τη γύρω σου σιωπή, μακριά από «την πολλήν συνάφεια του κόσμου, μεσ’ τες πολλές κινήσεις κι ομιλίες».

Μ.Γ.: «Η ζωή μας είναι καμωμένη από δειλινά ονείρων», όπως αναφέρετε;

Κ.Μ.: Εξαρτάται από την προσωπική οπτική και τη δύναμη ειλικρίνειας του καθενός μας. Για μένα, τόσο το δειλινό, όσο και το φθινόπωρο ως μεταβάσεις σε κάτι διαφορετικό, στη νύχτα το ένα, στο χειμώνα το άλλο, ενέχουν τη σημασία ενός άρρητου και συνάμα εύγλωττου ερωτήματος. Είναι ένα άνοιγμα προς κάτι επερχόμενο. Όπως άλλωστε και η χαραυγή, όπως και η άνοιξη. Ίσως εκ φύσεως ως ένα βαθμό, καταφάσκω τα χρώματα ενός επερχόμενου τέλους όταν αυτό οδηγεί σε μια διαφαινόμενη αρχή. Τα ήπια χρώματα που φθίνουν έχουν μια άλλη στοχαστικότητα, μιαν εσωτερικότητα στη φύση τους. Και, νομίζω, στη ζωή, όπως και στην επιστήμη και στην τέχνη, μεγαλύτερη σημασία έχουν τα ερωτήματα ως εκ-κλήσεις σε «άνοιγμα» παρά οι απαντήσεις ως καταλήξεις της αναζήτησης. «Η ζωή μας είναι καμωμένη από δειλινά ονείρων» αφού, όσο αυτή περνάει, μας αφήνει με περισσότερα ερωτήματα, παρά απαντήσεις. Με όνειρα που στο αργοστάλαγμα του καιρού όλο και πιο πολύ γέρνουν προς τη δική τους δύση…

Μ.Γ.: Πολλές νοσταλγικές στιγμές του έρωτα υπάρχουν στο βιβλίο σας. Ποιο ρόλο έπαιξε στη ζωή σας ο έρωτας;

Κ.Μ.: Θα μοιάσει ίσως σαν παραδοξολογία αν πω πως στη ζωή μου ο έρωτας έχει παίξει έναν σημαντικό ρόλο, όχι τόσο ως πραγματικότητα, όσο ως επιθυμία. Όχι ως κάτι το εφικτό που βιώθηκε, αλλά ως κάτι το ευκταίο που ήταν, και παρέμεινε, αίτημα ελπίδας και πόθου. Βέβαια, μου δόθηκε κι εμένα η ευλογία του έρωτα ως εμπειρίας και ως πληρότητας μέσω της Σχέσης. Αυτή η αίσθηση ως νοηματοδότηση και δικαίωση της υπαρκτικής μας πραγματικότητας είναι αληθινά μοναδική. Γι’ αυτό και τόσο δυσεπίτευκτη ως γεγονός ψυχοπνευματικής επικοινωνίας και πλήρωσης. Ο έρωτας είναι ένα όνειρο, άλλοτε απτό ως αλήθεια, άλλοτε απόμακρο ως αναζήτηση. Στη ζωή μου μεγαλύτερο ρόλο έχει παίξει, και πιο επίμονα, το όνειρο του έρωτα και μικρότερο, αλλά αξέχαστο, ο έρωτας του ονείρου…

Μ.Γ.: Χαρακτηρίζετε τη μέρα που πέρασε πότε μητριά και πότε μητέρα. Από τι εξαρτάται;

Κ.Μ.: Είναι ένας στίχος, σαν γνωμική ρήση, από το έργο του Ησίοδου, «Έργα και Ημέραι». Εκφράζει μια αλήθεια που κάθε άνθρωπος μπορεί να αναγνωρίσει ως πραγματικότητα και ενδεχομένως και ως προσωπικό βίωμα. Από τι εξαρτάται, άραγε; Θα έλεγα από την αίσθηση, από τη γεύση που αφήνει μέσα σου μια μέρα, όπως την έζησες. Την ανακούφιση και ζείδωρη ικανοποίηση του ξεχωριστού ή τη στυφή, πικρή γεύση του τετριμμένου.

Μ.Γ.: «Αν μιλήσεις στο φθινόπωρο, θα σου απαντήσει με μια σταγόνα βροχής», γράφετε. Τι περιέχει αυτή η σταγόνα;

Κ.Μ.: Μια περήφανη αλλά και στοχαστική λύπη που δεν αρνείται αλλά επινεύει στη ζωή όπως αυτή μας δίνεται, με όλες τις φωτερές και τις σκιερές στιγμές και τα απαλά ή σκληρά αγγίγματά της. Ίσως και τα απροσδόκητα κάποιες φορές αφυπνιστικά σκιρτήματά της.

Μ.Γ.: Ποιο είναι το φθινόπωρο που εσείς αναζητάτε μέσα στις λέξεις;

Κ.Μ.: Ας αναφέρω εδώ κάτι από ένα σημείο του βιβλίου, σαν εκμυστήρευση: «Στη γραφή, αποσπώ και ξανασυνθέτω τις λέξεις, εξαπα(ν)τώντας· τη ζωή όπως δεν την έζησα». Τις λέξεις αναζητώ, γιατί έχουν μια δυναμική απρόσβλητη από τη θλίψη του «φθινοπώρου». Των ελπίδων και των ονείρων μου, που δεν έχουν βρει ως τώρα τη δικαίωσή τους.

Μ.Γ.: Σας ευχαριστώ πολύ για την παραχώρηση της συνέντευξης και σας εύχομαι καλοτάξιδο το βιβλίο σας.

Κ.Μ.: Εγώ σας ευχαριστώ, κυρία Γκαζιάνη, για την τιμή που μου κάνατε.

*Το βιβλίο «Φθινόπωρο δεν μου έτυχε να βρω ίσαμε σήμερα στις λέξεις» του Κωνσταντίνου Μεϊντάνη κυκλοφορεί από την Άνεμος Εκδοτική.

 Μαίρη Γκαζιάνη

Γεννήθηκε στα Ιωάννινα.  Μεγάλωσε στην Αθήνα όπου ζει μέχρι σήμερα και εργάσθηκε ως τραπεζοϋπάλληλος. Στο παρελθόν ασχολήθηκε ερασιτεχνικά με την φωτογραφία ενώ τώρα ζωγραφίζει και παράλληλα γράφει. Έχει πραγματοποιήσει ατομικές εκθέσεις και έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές.

Τον Μάιο του 2012 κυκλοφόρησε την πρώτη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Σου γράφω…», τον Σεπτέμβρη 2013 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο «Ένα φεγγάρι λιγότερο» από τις εκδόσεις Ελληνική Πρωτοβουλία και τον Ιούνιο του 2014 κυκλοφόρησε το βιβλίο της «Τα πλήκτρα της σιωπής»  από τις εκδόσεις ΄Οστρια. Επίσης, το παραμύθι της «Το ψαράκι του βυθού» συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Παραμύθια και Μαμάδες» εκδόσεις Βερέττα 2015.  Τον Ιούνιο 2017 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της «Άλικα βήματα» από την Εμπειρία Εκδοτική. Τον Νοέμβριο του  2019 κυκλοφόρησε το νέο της μυθιστόρημα «Ζάχαρη άχνη» από τις εκδόσεις Ωκεανός.

Την περίοδο 2011-2012 υπήρξε ραδιοφωνική παραγωγός στο magicradiolive. Από τον Νοέμβρη 2014 συνεργάζεται με το now24.gr και έχει πραγματοποιήσει πάνω από εξακόσιες συνεντεύξεις, καθώς και σχολιασμούς βιβλίων και θεατρικών παραστάσεων. Το 2016 συμμετείχε στην τηλεοπτική εκπομπή «Καλώς τους» του ΑιγαίοTV πραγματοποιώντας συνεντεύξεις σε ανθρώπους των τεχνών. Διετέλεσε Διευθύντρια Σύνταξης του on line Πολιτιστικού Περιοδικού Books and Style από Ιούλιο 2017 έως Μάρτιο 2018 οπότε αποχώρησε οικειοθελώς.

Μεγάλες της αγάπες είναι το θέατρο και ο χορός με τα οποία έχει ασχοληθεί ερασιτεχνικά.

Related posts