Subscribe Now

Trending News

Τα cookies επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την εμπειρία σας στo now24.gr.
Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies, σύμφωνα με τις οδηγίες μας.
16 Ιούν 2021
Πολιτισμός

Η συγγραφέας Σοφία Δημοπούλου μιλάει για το νέο βιβλίο της «Πως υφαίνεται ο χρόνος»

Συνέντευξη στη Μαίρη Γκαζιάνη 

Η Σοφία Δημοπούλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, η καταγωγή της όμως είναι από τα Λουσικά, ένα χωριό λίγα χιλιόμετρα έξω από την Πάτρα. Σπούδασε στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στον περιβαλλοντικό σχεδιασμό πόλεων και κτιρίων. Εργάστηκε ως μηχανικός στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα και ασκεί το επάγγελμά της ως σήμερα. Παράλληλα ασχολείται με τη συγγραφή και την ποίηση και παραδίδει μαθήματα δημιουργικής γραφής, έχοντας ολοκληρώσει το πρόγραμμα «Δημιουργική ανάγνωση και γραφή της πεζογραφίας» του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει γράψει άλλα τέσσερα μυθιστορήματα, ενώ διηγήματά της έχουν κατά καιρούς συμπεριληφθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, σε ηλεκτρονικά περιοδικά (themachine.gr, fractal.gr, diastixo.gr) και σε εφημερίδες. Διηγήματα και ποιήματά της υπάρχουν και στον ιστότοπό της www.sophiadimopoulou.gr. 

ΜΑΙΡΗ ΓΚΑΖΙΑΝΗ: Πρόσφατα κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο σας με τίτλο «Πως υφαίνεται ο χρόνος». Τι κρύβεται πίσω από τον τίτλο; 

ΣΟΦΙΑ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ: Ο τίτλος είναι κατάφαση και ερώτηση μαζί. Κι αυτό γιατί δεν έχω την απάντηση ενός τέτοιου ερωτήματος, απλά επιχειρώ να δείξω μια πλευρά της ζωής που θα μπορούσε να περιέχει την απάντηση. Επίσης, στο βιβλίο διερευνώ το χρόνο ως έννοια· πώς το παρελθόν μπορεί να επιδράσει στο παρόν μας κι αν οι παλιές ιστορίες μπορούν να γίνουν εργαλεία για να επαναπροσδιορίσουμε το σήμερα και να σχεδιάσουμε το μέλλον μας. Ο τίτλος είναι και μία αναφορά στην τέχνη της κεντρικής ηρωίδας, της Ανθής, που ήταν υφάντρα και που η τέχνη της έγινε το στήριγμα και ο οδηγός της.

Μ.Γ.: Σε μια γενική ερώτηση, πως υφαίνεται ο χρόνος, ποια είναι η απάντησή σας;

Σ.Δ.: Ο χρόνος υφαίνεται με χαρά, με δάκρυα, με ελπίδα, με αγωνία, με διαψεύσεις, με όνειρα, με αγώνα, με όλα όσα συνθέτουν την ανθρώπινη ζωή.

Μ.Γ.: Σε ποιους χρόνους αναφέρεται το βιβλίο σας και πως συνδέονται μεταξύ τους;

Σ.Δ.: Η ιστορία του βιβλίου εκτυλίσσεται σε δυο διαφορετικές χρονικές περιόδους· ο βασικός κορμός αναφέρεται στο τέλος του 19ου αιώνα και ένα κομμάτι του τοποθετείται στη σύγχρονη εποχή και συγκεκριμένα στο 2015. Η αφήγηση γίνεται με αναδρομές στο παρελθόν μέσα από τα γραπτά και τα αναγνώσματα μιας σύγχρονης γυναίκας, της Νάνας, που είναι η μια από τις δυο κεντρικές ηρωίδες του βιβλίου.

Μ.Γ.: Και πως υφαίνεται ο χρόνος της ηρωίδας σας Ανθής; 

Σ.Δ.: Η Ανθή είναι μια ταλαντούχα νέα γυναίκα που η ατυχία της είναι πως ερωτεύεται έναν άνθρωπο έξω από την κοινωνική της τάξη. Κι ενώ αρχικά ο χρόνος της υφαίνεται με έρωτα, στη συνέχεια αντιμετωπίζει τον αποκλεισμό της από την οικογένεια εκείνου, που αποδεικνύεται κατώτερος των περιστάσεων. Εκείνη θα χάσει τα πάντα, εκτός από την τέχνη της και την ικανότητά της να δημιουργεί. Η τέχνη θα τη βοηθήσει να ξαναβρεί τη δύναμή της και να βγει στο φως.

Μ.Γ.: Η Ανθή ως υφάντρα στον αργαλειό υφαίνει άριστα τα νήματα. Στη ζωή της ποιος κρατάει τα νήματα της ύφανσης;

Σ.Δ.: Όπως όλες σχεδόν οι γυναίκες εκείνης της εποχής- μιλάμε για το τέλος του 19ου αιώνα- η Ανθή ζει με τους κανόνες που της θέτει η οικογένεια του ανδρός της και η κοινωνία. Τίποτα δεν της ανήκει, πέρα από την ικανότητά της να υφαίνει. Η ζωή της καθορίζεται από τη θέληση των άλλων, μέχρι που συνειδητοποιεί πως η τέχνη της είναι ικανή να της προσφέρει τη στήριξη που έχει ανάγκη. Θα φτάσει στον πάτο, θα χάσει ακόμα και την ταυτότητά της για να καταλάβει πως πρέπει να γίνει η υφάντρα της ζωής της.

Μ.Γ.: Στο βιβλίο σας υπάρχουν αναφορές σε ιστορικά πρόσωπα. Η ιστορία που αφηγείστε βασίζεται σε πραγματικά πρόσωπα και καταστάσεις ή αφορά μυθοπλασία;

Σ.Δ.: Ο βασικός κορμός της ιστορίας μου είναι μυθοπλασία. Ανάμεσα όμως στα φανταστικά γεγονότα και πρόσωπα, υπάρχουν πολλά πραγματικά, περισσότερο ή λιγότερο γνωστά. Η ζωγράφος Σοφία Λασκαρίδου, ο ποιητής Περικλής Γιαννόπουλος, ο Εμμανουήλ Ροΐδης, ο Χαρίλαος Τρικούπης, ο ζωγράφος Οθωναίος και άλλοι, υπάρχουν μέσα στις σελίδες, άλλοτε ως αναφορές και άλλοτε ως δρώντα πρόσωπα. Όλα τα ιστορικά γεγονότα, αλλά και τα ιστορικά πρόσωπα μπήκαν με τα πραγματικά τους στοιχεία, όπως αναφέρονται μέσα στις πηγές και στα διάφορα κείμενα της εποχής.

Μ.Γ.: «Είναι βαρύ να έχεις κάποιον αγαπημένο να σε περιμένει όταν εσύ θέλεις μόνο να πετάξεις» γράφετε. Σε τι συνίσταται αυτό το βάρος;

Σ.Δ.: Η Ανθή, στη δεδομένη στιγμή της ζωής της έχει ένα μονάχα σκοπό· να βρει το παιδί που της στέρησαν και να ξαναστήσει τη ζωή της από την αρχή. Όσο και να έχει γοητευτεί από το ενδιαφέρον και την αγάπη του γιατρού Αϊβάζη στην Κέρκυρα, σκέφτεται πως δεν μπορεί να του προσφέρει αντίστοιχα συναισθήματα γιατί ο νους και η ψυχή της είναι προσηλωμένα σε ένα και μόνο στόχο. Δεν θέλει να τη δένει τίποτα συναισθηματικά, θέλει να είναι ελεύθερη να αναζητήσει ό,τι της στέρησαν. Δεν έχει ενέργεια ούτε και σκέψη καθαρή για να αγαπήσει με ειλικρίνεια. Αυτά θα τα βρει πολύ αργότερα στη ζωή της.

Μ.Γ.: Που οφείλονταν οι κρίσεις πανικού της Νάνας;

Σ.Δ.: Οι κρίσεις πανικού είναι μια ασθένεια της σύγχρονης εποχής. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι υποφέρουμε, γιατί δεν ζούμε σύμφωνα με τις δικές μας επιθυμίες, αλλά σύμφωνα με τα ατέλειωτα «πρέπει» του κοινωνικού περιβάλλοντος. Στο λόγο αυτό οφείλονται και οι κρίσεις πανικού της Νάνας· ζει με διαρκή ψυχολογική πίεση, με αμφιταλάντευση και ενδοψυχικές συγκρούσεις, διχασμένη ανάμεσα σε αντικρουόμενες επιλογές.

Μ.Γ.: «Η Νάνα έψαχνε στο παρελθόν τις απαντήσεις σε ερωτήματα που την ταλάνιζαν στο παρόν». Τι αφορούσαν αυτά τα ερωτήματα;

Σ.Δ.: Το βασικό ερώτημα της Νάνας είναι κατά πόσο η έκφραση των κρίσεων πανικού της είναι αποτέλεσμα της εσωτερικής της σύγκρουσης ή ένα σύμπτωμα μιας λανθάνουσας παράνοιας, κληροδότημα της άγνωστης προγιαγιάς της. Την ιστορία αυτής της προγιαγιάς διερευνά η Νάνα προσπαθώντας να βρει ταυτίσεις της δικής της ζωής με τη ζωή εκείνης. Δευτερεύον, αλλά ουσιαστικό επίσης ερώτημα είναι το πώς οι γυναίκες της εποχής εκείνης, του τέλους του 19ου αιώνα, αντιμετώπιζαν προβλήματα και θέματα που σήμερα θεωρούνται λυμένα, όπως το δικαίωμα στη μητρότητα ή στην αυτοδιάθεση. Η Νάνα έρχεται σε επαφή με μια εποχή που αγνοεί, αντλώντας δύναμη από την ώσμωση αυτή.

Μ.Γ.: Ο Αλβέρτος φοβόταν τους ίσκιους μέσα του). Τι αφορούσαν αυτοί οι ίσκιοι;

Σ.Δ.: Οι ίσκιοι μέσα του ήταν όλες οι τύψεις για τον τρόπο που άφησε τους γονείς του να κατευθύνουν τη ζωή του, όλα τα ερωτηματικά του για το τι ακριβώς συνέβη στην αγαπημένη του, οι αμφιβολίες για τα συναισθήματά του για την Αικατερίνη, τη νέα του γυναίκα. Όλα αυτά αποτελούσαν σκοτεινά σημεία εντός του, ίσκιοι αξεδιάλυτοι που τον φόβιζαν.

Μ.Γ.: Κατά πόσο ήταν υπεύθυνος ο ίδιος γι΄ αυτούς τους ίσκιους;

Σ.Δ.: Απόλυτα υπεύθυνος, γιατί δεν όρθωσε το ανάστημά του απέναντι στη θέληση των γονιών του από φόβο, μην χάσει τα κεκτημένα του. Είχε χάσει την Ανθή και παρ’ όλο που ήξερε μέσα του πως η αλήθεια δεν ήταν αυτή που του είχαν πει, βολεύτηκε στο ψέμα  και συνέχισε τη ζωή του χωρίς να προσπαθήσει να βρει τις απαντήσεις που όφειλε.

Μ.Γ.: Γιατί ο Αλβέρτος «δεν κατάφερε να ορθώσει το σώμα και τη ψυχή του απέναντι στα πρέπει της Μεταξίας (μητέρας του)» όταν χρειαζόταν;

Σ.Δ.: Η Μεταξία ήταν μια γυναίκα χειριστική και αυταρχική. Παρ’ όλο που ο άνδρας της, ο Ιωάννης Αντωνόπουλος, φαινόταν πως έπαιρνε τις αποφάσεις στο σπίτι, εκείνη κινούσε το νήμα της κάθε απόφασης. Ο Αλβέρτος είχε από μικρός συνηθίσει να υπακούει στη μητέρα του, η αυταρχική ανατροφή ήταν συνήθης εκείνα τα χρόνια. Εξάλλου, η ανυπακοή του μπορούσε να τον φέρει σε σύγκρουση με τη γονική θέληση, πράγμα που ήθελε να αποφύγει, προσβλέποντας στην απόκτηση του καταστήματος του πατέρα του.

Μ.Γ.: Μισούσε τον εαυτό του, λυπόταν τους γονείς του. Φορτωνόταν με περισσότερες ενοχές από όσες πραγματικά του αντιστοιχούσαν;

Σ.Δ.: Γενιές ολόκληρες μεγάλωναν εκείνη την εποχή με ενοχές. Ο Αλβέρτος μεγάλωσε σε μια οικογένεια που έδινε μεγάλη σημασία στο «φαίνεσθαι». Είναι λοιπόν φυσιολογικό να φορτωνόταν με περισσότερες ενοχές απ’ όσες του αντιστοιχούσαν, αφού εν μέρει η ατολμία του οφειλόταν και στον τρόπο που είχε ανατραφεί.

Μ.Γ.: Αναφέρετε για τους γονείς του Αλβέρτου ότι ήταν «δυστυχισμένοι σε μια ευτυχία που τους την είχε φορέσει καπέλο η κοινωνία». Σε τι είδους ευτυχία ζούσαν;

Σ.Δ.: Σε μια ευτυχία κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της κοινωνίας και όχι στα με βάση τα δικά τους όνειρα και τις δικές τους επιθυμίες. Ανήκαν σε μια εύπορη τάξη στην οποία η δυστυχία ήταν απαγορευμένη· αν είχαν χρήματα, είχαν τα πάντα, μπορούσαν να αγοράσουν ό,τι έφερνε ευτυχία. Η δυστυχία ήταν ταυτόσημη της αποτυχίας και ουδείς ήθελε να φαίνεται αποτυχημένος.

Μ.Γ.: «Είναι φορές που ο πόνος είναι ηδονικός» γράφετε. Πότε ο πόνος γίνεται ηδονικός; 

Σ.Δ.: Ο πόνος είναι ηδονικός, όταν είναι εμμονικός, ψυχαναγκαστικός και όταν θεωρείται προϋπόθεση της κάθαρσης. Είναι φορές που ταυτίζουμε την αγάπη με τον πόνο, με τη θυσία που προκαλεί πόνο, με τον εξευτελισμό. Όσο μεγαλύτερος ο πόνος, τόσο μεγαλύτερη η απόδειξη της αγάπης, τόσο μεγαλύτερη και η ηδονή. Εξάλλου ο πόνος μας κρατά σε εγρήγορση, νιώθουμε όλες τις αισθήσεις οξυμένες, καταλαβαίνουμε πως το σώμα μας αντιδρά και άρα είμαστε ζωντανοί.

Μ.Γ.: «Ένα ‘κάτι’ που κουβαλούσε μέσα της προκαλούσε στη Νάνα φόβο, ανησυχία, αμφιβολίες». Τι ήταν αυτό που την τρόμαζε;

Σ.Δ.: Το «κάτι» αυτό ήταν μια καινούρια ζωή και η Νάνα δεν ήταν έτοιμη να γίνει μητέρα. Το γεγονός αυτό προέκυψε ξαφνικά, τη στιγμή που η καριέρα της απορροφούσε όλη την ενέργειά της κι αυτή η αιφνίδια προοπτική αλλαγής της ζωής τής γεννούσε ανησυχία. Δεν ήξερε αν θα γινόταν καλή μάνα, πώς θα τα κατάφερνε με τη δουλειά και το κυριότερο, αν θα γεννούσε ένα παιδί ψυχικά υγιές, καθώς φοβόταν την κληρονομικότητα που πίστευε πως έφερε.

Μ.Γ.: «Στη βιασμένη σκέψη του (Αλβέρτου) ήταν αθώοι, τόσα ήξεραν, τόσα έκαναν» γράφετε για τους γονείς του. Αυτά που έκαναν επηρέασαν ζωές ανθρώπων. Γιατί τους απενοχοποιεί;

Σ.Δ.: Γιατί ήταν οι γονείς του και κάποιος είναι πολύ δύσκολο να αμφισβητήσει το γονικό πρότυπο. Θέλει μεγάλη συνειδητοποίηση και σθένος ψυχικό, απαιτεί απόλυτη απεξάρτηση από κάθε δεσμό συναισθηματικό ή οικονομικό για να μπορέσει κανείς να δει τους γονείς σαν δυο απλούς ανθρώπους με τον πραγματικό τους χαρακτήρα δίχως την ελάχιστη ωραιοποίηση. Ο Αλβέρτος επί μακρόν παρέμενε ο ενοχικός γιος, αυτός που όφειλε να είναι το στήριγμα των γονιών του και όχι αυτός που θα τους αμφισβητούσε, πράγμα που θα είχε και επιπλέον ψυχικό κόστος γι’ αυτόν. Δεν θα άντεχε ακόμα μια μεγάλη απώλεια.

Μ.Γ.: Τα εν αγνοία τους μυστικά και ψέματα ύφαναν τις ζωές του Αλβέρτου και της Ανθής. Ποιον από τους δυο θεωρείτε πιο τραγικό πρόσωπο;

Σ.Δ.: Ο Αλβέρτος νομίζω πως είναι το πιο τραγικό πρόσωπο της ιστορίας, διότι πληρώνει την ατολμία του να πάρει τη μοίρα του στα χέρια του με μια ζωή δυστυχισμένη και όταν πια νομίζει πως αγγίζει την ευτυχία, η ζωή έχει αντίθετα σχέδια. Η Ανθή, παρ’ όλο που περνά δυσκολίες, καταφέρνει να ξαναχτίσει τη ζωή της από την αρχή, αντλώντας τη δύναμή της μέσα από την τέχνη της. Ο Αλβέρτος όμως πληρώνει εντέλει με τρόπο σκληρό το γεγονός πως στάθηκε τόσο κατώτερος των περιστάσεων.

Μ.Γ.: Ποια συναισθήματα κυριαρχούν στις σελίδες του βιβλίου; 

Σ.Δ.: Αγωνία για την έκβαση των καταστάσεων, λύπη και θλίψη όταν οι ήρωες πάσχουν, θυμό όταν δρουν με τρόπο αντίθετο προς την ηθική και τη λογική μας, έκπληξη όταν βρισκόμαστε μπροστά στις ανατροπές που υπάρχουν στην ιστορία, χαρά και κάθαρση όταν η ηρωίδα βγαίνει στο φως. Γενικά πιστεύω πως είναι ένα βιβλίο με πολλά συναισθήματα, όσα μπορεί κανείς να συναντήσει και στην κανονική ζωή.

Μ.Γ.: Σας ευχαριστώ για την παραχώρηση της συνέντευξης και σας εύχομαι καλοτάξιδο το βιβλίο σας.

Σ.Δ.: Εγώ σας ευχαριστώ από καρδιάς! Καλό καλοκαίρι!

*Το μυθιστόρημα «Πως υφαίνεται ο χρόνος» της Σοφίας Δημοπούλου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός. 

Μαίρη Γκαζιάνη

Γεννήθηκε στα Ιωάννινα.  Μεγάλωσε στην Αθήνα όπου ζει μέχρι σήμερα και εργάσθηκε ως τραπεζοϋπάλληλος. Στο παρελθόν ασχολήθηκε ερασιτεχνικά με την φωτογραφία ενώ τώρα ζωγραφίζει και παράλληλα γράφει. Έχει πραγματοποιήσει ατομικές εκθέσεις και έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές.

Τον Μάιο του 2012 κυκλοφόρησε την πρώτη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Σου γράφω…», τον Σεπτέμβρη 2013 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο ΕΝΑ ΦΕΓΓΑΡΙ ΛΙΓΟΤΕΡΟ και τον Ιούνιο του 2014 κυκλοφόρησε το βιβλίο της ΤΑ ΠΛΗΚΤΡΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ  από τις εκδόσεις ΄Οστρια. Επίσης, το παραμύθι της «Το ψαράκι του βυθού» συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Παραμύθια και Μαμάδες» εκδόσεις Βερέττα 2015.  Τον Ιούνιο 2017 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της ΑΛΙΚΑ ΒΗΜΑΤΑ από την Εμπειρία Εκδοτική. Το 2019 θα κυκλοφορήσει το νέο της μυθιστόρημα από τις εκδόσεις Ωκεανός.

Την περίοδο 2011-2012 υπήρξε ραδιοφωνική παραγωγός στο magicradiolive. Από τον Νοέμβρη 2014 συνεργάζεται με το now24.gr και έχει πραγματοποιήσει πάνω από πεντακόσιες συνεντεύξεις. Το 2016 συμμετείχε στην τηλεοπτική εκπομπή ΚΑΛΩΣ ΤΟΥΣ του ΑιγαίοTV πραγματοποιώντας συνεντεύξεις σε ανθρώπους των τεχνών. Διετέλεσε Διευθύντρια Σύνταξης του on line Πολιτιστικού Περιοδικού Books and Style από Ιούλιο 2017 έως Μάρτιο 2018 οπότε αποχώρησε οικειοθελώς.

Μεγάλες της αγάπες είναι το θέατρο και ο χορός με τα οποία έχει ασχοληθεί ερασιτεχνικά.   

 

 

Related posts