Subscribe Now

Trending News

Τα cookies επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την εμπειρία σας στo now24.gr.
Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies, σύμφωνα με τις οδηγίες μας.
28 Νοέ 2021
Πολιτισμός

Γιάννης Καλπούζος: Ο τόπος γέννησής μου είναι ο ομφάλιος λώρος για ό,τι είμαι

 

 

 

Από τη συγγραφέα Μαίρη Γκαζιάνη

  

Ο Γιάννης Καλπούζος γεννήθηκε στο χωριό Μελάτες της Άρτας το 1960. Έχει γράψει ποιητικές συλλογές, στίχους σε 70 τραγούδια, διηγήματα και μυθιστορήματα. Με την ποιητική συλλογή «Έρωτας νυν και αεί» ήταν υποψήφιος στη βραχεία λίστα για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2008, ενώ το 2009 τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (Ε.ΚΕ.ΒΙ.) για το μυθιστόρημά του ΙΜΑΡΕΤ. Από τις εκδόσεις Ψυχογιός κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά του Ο,ΤΙ ΑΓΑΠΩ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟ ΣΟΥ και ΣΑΟΣ. ΠΑΝΤΟΜΙΜΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ, ενώ ετοιμάζονται οι επανεκδόσεις των μυθιστορημάτων ΑΓΙΟΙ ΚΑΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ και ΟΥΡΑΝΟΠΕΤΡΑ.  Στην παρούσα συνέντευξη εστιάζουμε κυρίως στο βιβλίο του «Ιμαρέτ, οι δυο φίλοι και ο παππούς Ισμαήλ» που αφορά την εκδοχή του «Ιμαρέτ» για παιδιά και εφήβους.

 

ΕΡ. Κύριε Καλπούζο γεννηθήκατε στην Άρτα όπου ζήσατε τα παιδικά και τα νεανικά χρόνια σας. Πως θυμάστε τον εαυτό σας σαν παιδί και σαν έφηβο;

ΑΠ. Γεννήθηκα σε ένα πολύ μικρό χωριό της Άρτας, τις Μελάτες. Μέχρι τα δώδεκα όλος ο κόσμος άρχιζε και τελείωνε στα όρια του χωριού. Χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, χωρίς τακτική συγκοινωνία, το σπίτι χωρίς υδροδότηση, χωρίς εσωτερικό αποχωρητήριο, χωρίς μπάνιο, χωρίς καλά ρούχα και παπούτσια, χωρίς…πολλά χωρίς. Όμως με ανθρώπινη ζεστασιά, με τη βάβω και τον πάππο, με γοητευτικούς μπαρμπάδες και θείες, με σκύλους και τόσα άλλα ζώα, με τα φρούτα στα δέντρα κι όχι στα τελάρα, με παρέες, με το ποτάμι όπου κολυμπούσαμε τα καλοκαίρια, με μυρωδιές, χρώματα, γεύσεις, εικόνες και με όλα εκείνα που γεμίζουν την ψυχή. Ξεκομμένος απ’ τις έγνοιες και τις ευθύνες της επιβίωσης και παρά το αυστηρό οικογενειακό περιβάλλον, απολάμβανα τη ζωή. Παιγνίδια, γέλιο, ονειροπόλημα, ψάρεμα, μόνιμο πειραχτήρι, όμως και δουλειές στα χωράφια. Περίμενα να πάω στο σχολείο σαν όνειρο. Ως νήπιο συνόδευα κάθε μέρα επί δύο χρόνια τον μεγαλύτερο αδελφό μου μέχρι το προαύλιο και τον περίμενα μέχρι να σχολάσει. Όμως τα τρία πρώτα χρόνια του δημοτικού αποδείχτηκαν τραυματικά. Ο ψυχεδελικός δάσκαλος μάς τσάκιζε στο ξύλο. Ήμουν και λίγο ανορθόγραφος, με αποτέλεσμα να τον τρέμω. Ωστόσο και πάλι δεν κάμφθηκε ο παιχνιδιάρικος και σκανδαλιάρικος χαρακτήρας μου. Έτυχε να έχω και καλούς δασκάλους στη συνέχεια. Με διέκρινε και πάντα το «αντάρτικο», κι ας με κυνηγούσαν οι ενοχές μου καθώς παρέβαινα συχνά τις πατρικές οδηγίες και παραινέσεις. Κοντολογίς, μέχρι τα δώδεκα έζησα ωσάν φτωχοδιάβολος στον ημιορεινό παράδεισο του χωριού. Η μετακίνησή μου στο Γυμνάσιο και στην Άρτα, για δύο χρόνια σε οικοτροφείο κι ύστερα με τα αδέλφια μου και χωρίς τους γονείς μας στα χαμόσπιτα που νοικιάζαμε, έσβησαν το φως μου. Ο φτωχοδιάβολος παρέμεινε, εν μέρει ευνουχισμένος, μα χάθηκε ο παράδεισος. Η σύγκριση μπήκε πλέον στη ζωή μου, αφού όλοι στο χωριό ήμαστε στην ίδια μοίρα κι αυτό λειτουργούσε ως ασπίδα προστασίας προς πολλές κατευθύνσεις. Τι έχει αυτός και δεν το έχω εγώ, γιατί δε μας αποδέχονταν στις παρέες τους οι συνομήλικοι της πόλης, πολλά γιατί… κι από πάνω τα προβλήματα της οικονομικής ανέχειας που δεν μου επέτρεπαν να χαρώ τους καρπούς του νέου τόπου. Από τα χρόνια του Γυμνασίου και του Λυκείου οι κακές αναμνήσεις υπερισχύουν κατά πολύ των καλών.

 

ΕΡ. Τι αντιπροσωπεύει για εσάς ο τόπος γέννησής σας;

ΑΠ. Τον ομφάλιο λώρο για ό,τι είμαι. Ό,τι έκτισα, είχε θεμέλιο εκείνα τα χρόνια.

 

ΕΡ. Επιστρέφετε συχνά στη γενέτειρά σας;

ΑΠ. Νοητικά, συνεχώς. Εν σώματι τρεις με τέσσερις φορές τον χρόνο.

 

ΕΡ. Σε ποια ηλικία ανακαλύψατε τη λογοτεχνία ως ανάγνωσμα;

ΑΠ. Συνειδητά στα είκοσι ένα. Μέχρι τότε η μόνη επαφή ήταν τα αποσπάσματα που μας διάβαζε ο δάσκαλος στην τετάρτη δημοτικού από «Τα ψηλά βουνά» του Ζαχαρία Παπαντωνίου και «Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου» της Πηνελόπης Δέλτα, ενώ μεταξύ δεκαοκτώ και είκοσι έπεσαν στα χέρια μου τυχαία κάποια βιβλία που δε θυμάμαι καν ποια ήταν.

 

ΕΡ. Και πότε ανακαλύψατε το ταλέντο σας στη συγγραφή;

ΑΠ. Ούτε ως σκέψη δεν περνούσε από τον νου μου η συστηματική συγγραφή μέχρι τα είκοσι οκτώ μου. Ωστόσο από τα είκοσι έγραφα διάφορα στιχουργήματα και τα έδειχνα σε φίλες και φίλους. Εκείνοι με παρακίνησαν να ασχοληθώ πιο σοβαρά. Όμως και πάλι χωρίς ζέση και στόχο. Στα τριάντα πέντε άρχισα να γράφω στίχους για τραγούδια, πάλι με προτροπή τρίτων, και στα σαράντα μου έγραψα το πρώτο μου μυθιστόρημα. Εκεί, στην αλλαγή του αιώνα το 2000, δέθηκα με δεσμούς άλυτους με τη γραφή.

 

ΕΡ. Έχετε ασχοληθεί με όλα σχεδόν τα είδη γραφής, ποίηση, στίχους για τραγούδια, διηγήματα, μυθιστορήματα. Υπάρχει κάποιο είδος που ξεχωρίζετε;

ΑΠ. Όλα είναι λόγος, γλώσσα. Ο λόγος στοχεύει να ανυψωθεί σε αυτόνομη τέχνη, σε ποίηση, μέσα από οποιοδήποτε είδος γραφής. Είμαι εραστής του λόγου.

 

ΕΡ. Το 2009 τιμηθήκατε με το Βραβείο Αναγνωστών του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (Ε.ΚΕ.ΒΙ.) για το μυθιστόρημά σας ΙΜΑΡΕΤ. Πως εισπράξατε αυτή την επιτυχία;

ΑΠ. Ως δημιουργική πρόκληση και πρόσκληση να δοθώ με ακόμη μεγαλύτερο πάθος στη γραφή.

 

ΕΡ. Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε το βιβλίο σας «Ιμαρέτ, οι δυο φίλοι και ο παππούς Ισμαήλ». Μας εξηγείτε τι σημαίνει η λέξη Ιμαρέτ;

ΑΠ. Τα Ιμαρέτ επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν φιλανθρωπικά ιδρύματα. Σίτιζαν απόρους και φιλοξενούσαν ταξιδιώτες, ανεξαρτήτως θρησκεύματος και φυλής. Ο τίτλος έχει ως συμβολισμό τη συνύπαρξη, ότι όλοι μπορούμε να ζήσουμε στο Ιμαρέτ του Θεού όπως λέει ο παππούς Ισμαήλ.

 

ΕΡ.  Το βιβλίο σας απευθύνεται κυρίως σε παιδιά εφηβικής ηλικίας. Ποιο μήνυμα θέλατε να περάσετε;

ΑΠ. Απευθύνεται σε ηλικίες από δέκα ετών και χωρίς όριο προς τα πάνω. Πρώτα απ’ όλα στόχος μου είναι να ταξιδέψουν στους δρόμους της λογοτεχνίας με τη ματιά ενός συγγραφέα που γράφει για ενήλικες, παρότι το κείμενο έχει προσαρμοστεί γλωσσικά για παιδιά και εφήβους. Το μεγαλύτερο μήνυμα του βιβλίου είναι η ανθρωπιά, που για μένα σηματοδοτεί και τη μεγαλύτερη επανάσταση.

 

ΕΡ. Το βιβλίο αναφέρεται στα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας στη Ήπειρο και συγκεκριμένα στην περιοχή της Άρτας. Πραγματικά έμαθα πράγματα που δεν φανταζόμουν. Οι περιγραφές σας ανταποκρίνονται στις πραγματικές συνθήκες της τότε ζωής των κατοίκων;

ΑΠ. Πάσχισα να προσεγγίσω όσο το δυνατόν περισσότερο τις πραγματικές συνθήκες εκείνων των χρόνων σε κάθε τους λεπτομέρεια μέσα από μακρόχρονη και επίπονη έρευνα. Βεβαίως δεν παύει να αποτυπώνεται στο βιβλίο η δική μου πρόσληψη του κόσμου, όπως με διαφορετικό τρόπο αντιλαμβάνεται ο καθένας και τη σύγχρονη εποχή στο σύνολό της ή σε επί μέρους γεγονότα και καταστάσεις.

 

ΕΡ. Δεδομένου ότι η ιστορία του βιβλίου διεξάγεται στον τόπο καταγωγής σας, υπάρχουν σ’ αυτό στοιχεία που αντλήσατε από διηγήσεις που έχουν μεταφερθεί ως σήμερα από στόμα σε στόμα;

ΑΠ. Από στόμα σε στόμα όχι. Όμως παρέθεσα κάποια περιστατικά μέσα από περιοδικά, εφημερίδες και αρχεία προξενείων όπου καταγράφονταν γεγονότα της εποχής και μαρτυρίες όσων έζησαν τότε. Η περιπέτεια με τον βασιλιά Γεώργιο στον δεύτερο τόμο, ο οποίος ζήτησε γυναίκα για το βράδυ, είναι μια τέτοια περίπτωση. Βεβαίως σαν μαρτυρία καταγράφεται σε πέντε γραμμές. Από και κει και πέρα ανέλαβε η μυθοπλασία να πλέξει σε μεγαλύτερη έκταση το περιστατικό και να το συνδέσει με τους ήρωες του βιβλίου.

 

ΕΡ. Στο βιβλίο σας υπάρχουν λεπτομερείς περιγραφές για τις συνθήκες διαβίωσης μεταξύ Ελλήνων, Τούρκων και Εβραίων. Σχέσεις κάθε είδους αναπτύσσονται μεταξύ τους. Ωστόσο όλα τα βλέπουμε μέσα από τα μάτια και τη ψυχή της φιλίας μεταξύ ενός ελληνόπουλου κι ενός τουρκόπουλου. Τι θέλατε κυρίως να τονίσετε;

ΑΠ. Ήθελα να φανεί η αλήθεια του «άλλου» και να μην υπάρχει μόνο η δική μας μονοδιάστατη αντίληψη. Να φανούν τα συναισθήματα και οι σκέψεις των μεν και των δε όταν αντιμετώπιζαν ίδια γεγονότα, τα οποία όμως είχαν διαφορετικό αντίχτυπο στις δυο φυλές. Η ελευθερία της Άρτας, παραδείγματος χάριν, ήταν όνειρο για μας κι εφιάλτης για τους Οθωμανούς. Επίσης, ήθελα να καταγράψω πολλά και άγνωστα χαρακτηριστικά των Οθωμανών. Κι ήθελα να μιλά γι’ αυτά ένας Οθωμανός σε πρώτο πρόσωπο, σαν να διηγείται ο ίδιος κι όχι ένας τρίτος, ο αφηγητής. Ήταν ένα μεγάλο στοίχημα το εγχείρημά μου και χάρηκα όταν αναγνώστες μουσουλμάνοι μού είπαν ότι όντως έτσι θα μιλούσε ένας Τούρκος.

 

ΕΡ. Μια σταθερή φιλία ομογάλακτων αλλοεθνών, τριγύρω μίση, διχόνοιες, σκλαβιά, εντάσεις, εθνικισμός, πετροπόλεμος, πλούτος, εξαθλίωση, αφορισμός, αποπομπή κλπ. Πιστεύετε ότι τα σημερινά παιδιά δείχνουν ενδιαφέρον για την ιστορία εκείνων των χρόνων;

ΑΠ. Σε όσες περιπτώσεις είχα την ευκαιρία να επισκεφτώ σχολεία διαπίστωσα ότι τα παιδιά εκδηλώνουν ζωηρό ενδιαφέρον. Όμως έχει σχέση πώς διδάσκονται την ιστορία και πώς τα προκαλείς να γνωρίσουν αλλοτινές εποχές. Ρωτώ, για παράδειγμα, τα παιδιά πώς θα λέγαμε τον Ιμπραήμ στα ελληνικά και εκπλήττονται όταν τους απαντώ Αβραάμ. Με δυο λόγια το ιστορικό μυθιστόρημα έχει τη δύναμη να ζωντανεύει παλιότερες εποχές κι όλα να γίνονται πιο κοντινά, πιο οικεία. Μέσα από το ιστορικό μυθιστόρημα θα παρακινηθούν και οι νεότερες γενιές να μάθουν για την ιστορία και τους προγόνους μας, αλλά και να αγαπήσουν τους τόπους όπου διαμένουν. Γιατί αν δε γνωρίζεις την ιστορία του τόπου σου και την ιστορία που έγραψαν οι καθημερινοί άνθρωποι δε δένεσαι μ’ αυτόν, δεν τον αγαπάς βαθιά.

 

ΕΡ.  Όλα εξελίσσονται υπό τον ήχο του ρολογιού που χτυπά τις οθωμανικές ώρες. Ποιος συμβολισμός κρύβεται πίσω από αυτόν τον ήχο;

ΑΠ. Ότι ο χρόνος κυλά, διαβαίνει, με όποια ώρα και να τον μετράς. Μαζί του περνά και η ζωή του καθενός μας, η οποία δεν είναι παρά ένας κόκκος άμμου μέσα στην έρημο της αιωνιότητας. Συμβολίζεται, κοντολογίς, μέσω της ώρας και του χρόνου το πεπερασμένο της ζωής, και ο ήχος της καμπάνας του ρολογιού είναι σαν να μας λέει: Μην τη σπαταλάτε με μικροπρεπείς συμπεριφορές, αλαζονεία, ματαιοδοξία, έχθρες, μίση και πάθη. Ζήστε για την ομορφιά και με ανθρωπιά, γιατί σε λίγο δε θα υπάρχετε.

 

ΕΡ. Ο παππούς Ισμαήλ είναι η σοφή, ήρεμη δύναμη, ο ισορροπιστής. Γιατί επιλέξατε να είναι τούρκος;

ΑΠ. Το όνομα Ισμαήλ προέρχεται από την Παλαιά Διαθήκη, είναι γιος του Αβραάμ με τη δούλα του Αγάρ. Χρησιμοποίησα καταρχάς αυτό το όνομα για να φανεί ένα από τα πολλά κοινά στοιχεία των τριών θρησκειών, ιουδαϊκής, χριστιανικής και μουσουλμανικής. Ήθελα επίσης να δείξω ότι η λαϊκή σοφία δεν είναι προτέρημα μονάχα ενός λαού κι αυτό θα φαινόταν πιο έντονα εάν ο ρόλος του παππού δινόταν σε Οθωμανό. Ένας ακόμη λόγος ήταν το γεγονός ότι οι πιστοί μουσουλμάνοι χαρακτηρίζονταν για την πραότητά τους και την στωικότητά τους απέναντι στον θάνατο, στα δεινά και στις φυσικές καταστροφές που αντιμετώπιζαν. Τέλος εξυπηρετούσε την ίδια τη μυθοπλασία στην εξέλιξή της, αλλά και για να ειπωθούν γεγονότα παλαιότερων εποχών από την Κωνσταντινούπολη και την Άρτα σε σχέση με τους Οθωμανούς και το Ισλάμ.

 

ΕΡ. Στη σημερινή εποχή της παγκοσμιοποίησης και του μεταναστευτικού κύματος από την Ανατολή, μπορεί η ιστορία να διδάξει το παρόν;

ΑΠ. Είμαι πεπεισμένος ότι πατώντας πάνω στη γνώση του παρελθόντος μπορούμε να πορευτούμε με πιο σταθερά και σωστά βήματα στο παρόν και στο μέλλον. Γνωρίζοντας, για παράδειγμα, πόσοι Μικρασιάτες κατέφυγαν το 1922 στη Συρία, πόσοι Πόντιοι την ίδια περίοδο βρέθηκαν πρόσφυγες στη Ρωσία, πόσοι Ηπειρώτες, Θεσσαλοί και Μακεδόνες μετανάστευσαν στις παραδουνάβιες χώρες και πόσοι Έλληνες γενικότερα σε όλη την Ευρώπη, την Αίγυπτο, την Αυστραλία, την Αμερική και σε όλο τον κόσμο θα μας κάνει, αν μη τι άλλο, να αναρωτηθούμε για το ποια πρέπει να είναι η στάση μας.

 

ΕΡ. Υπάρχει συνέχεια του βιβλίου που θα εκδοθεί σε λίγο καιρό. Μας λέτε σε τι θα αναφέρεται;

ΑΠ. Το “Ιμαρετάκι”, όπως το λέω χαϊδευτικά, θα εκδοθεί σε δύο τόμους. Στον δεύτερο τόμο (θα κυκλοφορήσει αρχές Μάρτη) οι δυο φίλοι, ο Λιόντος και ο Νετζίπ, συνεχίζουν την περιπετειώδη ζωή τους ολοένα με αυξανόμενη ένταση μέχρι το 1882. Μεγαλώνουν, αντιμετωπίζουν δύσκολες στιγμές και γεγονότα, αλλά δεν παύουν και οι φάρσες προς τον ορκισμένο εχθρό τους τον Φάσγανο, καθώς και οι κωμικές περιπέτειες του Λιόντου. Δίπλα τους στέκεται ο παππούς Ισμαήλ, ενώ στην πορεία τους μπλέκονται άρχοντες και φτωχολογιά, φοροεισπράκτορες και λαθρέμποροι, ληστές και κολίγοι, οι αστείες παραστάσεις του τούρκικου Καραγκιόζη, οι χοροεσπερίδες, το παρθεναγωγείο, ο πόθος των Ελλήνων για λευτεριά και οι απογοητεύσεις των Τούρκων, ο πόλεμος. Ο Ντογάν γίνεται ακόμη πιο φανατικός. Ο τολμηρός Μπεχζάτ θα ξαφνιάσει τους δυο φίλους. Αποκαλύπτεται ο δολοφόνος του πατέρα του Λιόντου, ενώ ο μεγάλος έρωτάς του θα τον οδηγήσει σε απρόβλεπτες καταστάσεις. Οι ελπίδες του ενός φίλου φαντάζουν εφιάλτες για τον άλλον, η ζωή τούς φέρνει μπροστά σε μεγάλα διλήμματα, το όνειρο ξεπροβάλει, χάνεται και ανατέλλει ξανά.

 

ΕΡ. Ποια είναι η συμβουλή σας προς τους εφήβους που ετοιμάζονται να διαβάσουν το βιβλίο σας;

ΑΠ. Να μη διστάσουν να το κάνουν, θα βγουν κερδισμένοι ποικιλοτρόπως. Όμως γενικότερα θα ήθελα να επισημάνω το εξής: όποιος δε διαβάζει λογοτεχνία χάνει μια από τις πιο έντονες συγκινήσεις και απολαύσεις της ζωής.

 

ΕΡ. Τι θα θέλατε να πείτε ως επίλογο της κουβέντας μας;

ΑΠ. Προς τους γονείς: Η ευθύνη για παιδιά και τι άνθρωποι θα γίνουν, ανήκει σχεδόν εξολοκλήρου στους γονείς. Τα παιδιά μαθαίνουν από αυτά που κάνουμε και από αυτά που δεν κάνουμε. Υπάρχει ο καλός σπόρος, αλλά και ο κακός σπόρος. Ασχοληθείτε με τα παιδιά σας, αφιερώστε χρόνο και κουβεντιάστε μαζί τους. Μιλήστε τους για τα γεγονότα που βιώσατε, ιστορικά και μη. Ελάχιστα παιδιά γνωρίζουν την ιστορία από το 1970 και μετέπειτα. Προς τα παιδιά: Δε χρωστάτε τίποτε σε κανέναν. Όλοι σας χρωστούν. Δε χρειάζεται να αποδείξετε τίποτε σε κανέναν. Όμως έχετε να αποδείξετε πολλά στον εαυτό σας. Να χειρίζεστε τις «μηχανές» (τηλεόραση, υπολογιστές, ηλεκτρονικά παιχνίδια κλπ) και να μην επιτρέπεται να σας χειρίζονται εκείνες ως άβουλα όντα. Κυνηγήστε με πάθος τα όνειρά σας, μέσα στα οποία απαραίτητος συνοδοιπόρος πρέπει να είναι η καλλιέργεια της ψυχής και του πνεύματος. Και να ξέρετε ότι όποιος δουλεύει σκληρά και με οργάνωση δε θα πάει ο κόπος του χαμένος. Κι ένα τελευταίο: Αν απορρίπτετε και αγανακτείτε με τον κόσμο που φτιάξαμε για σας (και δικαίως) πασχίστε να φτιάξετε έναν καλύτερο. Διαφορετικά, θα σας καταγγέλλουν αύριο τα δικά σας παιδιά, όπως εσείς εμάς σήμερα.

 

***Το βιβλίο «Ιμαρέτ, οι δυο φίλοι και ο παππούς Ισμαήλ» του Γιάννη Καλπούζου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ

 

 

 

Μαίρη ΓκαζιάνηΓεννήθηκε στα Ιωάννινα.  Μεγάλωσε στην Αθήνα όπου ζει μέχρι σήμερα και εργάσθηκε ως τραπεζοϋπάλληλος. Στο παρελθόν ασχολήθηκε ερασιτεχνικά με την φωτογραφία ενώ τώρα ζωγραφίζει και παράλληλα γράφει. Τον Μάιο του 2012 κυκλοφόρησε την πρώτη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Σου γράφω…», τον Σεπτέμβρη 2013 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο ΕΝΑ ΦΕΓΓΑΡΙ ΛΙΓΟΤΕΡΟ και τον Ιούνιο του 2014 κυκλοφόρησε το βιβλίο της ΤΑ ΠΛΗΚΤΡΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ  από τις εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ. Επίσης, το παραμύθι της «Το ψαράκι του βυθού» συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Παραμύθια και Μαμάδες» εκδόσεις Βερέττα 2015.  Γράφει στίχους για τραγούδια, με τελευταίο «Το λάθος» το οποίο συμπεριλαμβάνεται στο CD «Με τον άνεμο της Όστρια» σε μουσική Ελένης Μπελιμπασάκη και ερμηνεία Βασίλης Διαμάντης. Υπήρξε ραδιοφωνική παραγωγός ενώ μεγάλες της αγάπες είναι το θέατρο και ο χορός με τα οποία ασχολείται ερασιτεχνικά.

 

 

Related posts