Subscribe Now

Trending News

Τα cookies επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την εμπειρία σας στo now24.gr.
Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies, σύμφωνα με τις οδηγίες μας.
16 Ιαν 2021
Πολιτισμός

Γεράσιμος Μπόγρης:Πιστεύω στην αισιοδοξία και στη δράση

Συνέντευξη στη Μαίρη Γκαζιάνη 

O Γεράσιμος Μπόγρης γεννήθηκε το 1983 και τα πρώτα χρόνια της ζωής του έζησε στο Αλιβέρι της Εύβοιας. Τελείωσε το γυμνάσιο και το λύκειο στις Θεσπιές της Βοιωτίας, όπου ήρθε σε επαφή με μια επιπλέον πτυχή της ζωής στην ελληνική επαρχία. Σπούδασε Χρηματοοικονομική και Τραπεζική Διοικητική στο Πανεπιστήμιο Πειραιά και επανήλθε στο ίδιο πανεπιστήμιο μια δεκαετία αργότερα για να ολοκληρώσει, αυτή τη φορά, το πρόγραμμα Executive MBA. Από το 2006 εργάζεται στην Αθήνα και ζει στη Θήβα.

Το 2012 συμμετείχε στη σύλληψη, στη δημιουργία και (μέχρι το 2015) στην έκδοση του περιοδικού αναπνευστήρας με θέματα πολιτικοοικονομικο-κοινωνικοπολιτιστικού περιεχομένου. Το περιοδικό διανεμήθηκε αρχικά στη Βοιωτία και στη συνέχεια, μετά τη δημιουργική συνεργασία με το ΚΕΘΕΑ Εν Δράσει, σε όλα τα σημεία της Ελλάδας όπου δραστηριοποιείται ο οργανισμός. 

ΜΑΙΡΗ ΓΚΑΖΙΑΝΗ: Κύριε Μπόγρη γεννηθήκατε στο Αλιβέρι της Εύβοιας, τελειώσατε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στις Θεσπιές της Θήβας, σπουδάσατε στον Πειραιά, και σήμερα ζείτε στη Θήβα και εργάζεστε στην Αθήνα. Ποια επίδραση είχαν επάνω σας αυτές οι μετακινήσεις;

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΜΠΟΓΡΗΣ: Το μόνο μόνιμο στη ζωή είναι οι αλλαγές. Είναι μια μετακίνηση από ένα σημείο προς ένα άλλο. Αυτές οι μετακινήσεις, οι αλλαγές τόπου κατοικίας αποτέλεσαν πηγές που με έφεραν σε θέση να κατανοήσω βαθύτερα τη νεοελληνική κουλτούρα. Με βοήθησαν κατά κάποιον τρόπο να την ερμηνεύσω και να της δώσω ένα σχήμα στη συνείδηση μου.

Από την άλλη, οι καθημερινές μετακινήσεις από Θήβα προς Αθήνα και το ανάποδο, που επιβάλλει η επιλογή του να ζω στη Θήβα και να εργάζομαι στην πρωτεύουσα, πέραν από την προφανή κόπωση που μου προκαλούν, μου προσφέρουν και μια σπάνια ευκαιρία για περισυλλογή. Για κάποιους ο χρόνος που περνά κανείς μέσα στο αυτοκίνητό του είναι χρήσιμος μιας και προσφέρεται για ηρεμία. Βέβαια, αυτή η ηρεμία μετατρέπεται σε απόγνωση όταν μπεις Αθήνα και μοιραστείς τα χασμουρητά σου με τα διπλανά αυτοκίνητα που είναι κολλημένα στην κίνηση.

Μ.Γ.: Σπουδάσατε Χρηματοοικονομική και Τραπεζική Διοικητική και μετά από μια δεκαετία επιστρέψατε στις σπουδές για να ολοκληρώσετε το πρόγραμμα Executive ΜΒΑ. Τι σας έκανε ν΄ αποφασίσετε την επιστροφή στις σπουδές;

Γ.Μ.: Σίγουρα η απόφαση μου βασίστηκε σε δυο παράγοντες. Ας τους πούμε, πραγματικότητα και απωθημένο.

Η πραγματικότητα γιατί η αγορά εργασίας πλέον θεωρεί “απαραίτητο” έναν ακόμα τίτλο εξειδίκευσης. Βέβαια δεν θεωρεί θετικό όταν τον έχεις για να σε ανταμείψει παραπάνω, αλλά αρνητικό όταν δεν τον έχεις και τελικά δεν σε παίρνει στη δουλειά. Με άλλα λόγια, δεν επέστρεψα για να καρπωθώ τα επιπρόσθετα οφέλη ενός μεταπτυχιακού τίτλου. Δυστυχώς. Γνωρίζω ότι η Αγορά θα σε αντιμετωπίσει χυδαία ούτως ή άλλως. Επέστρεψα για να αποφύγω τον κίνδυνο που διατρέχει κάποιος να απορριφθεί από επαγγελματική θέση λόγω μη κατοχής μεταπτυχιακού.

Το απωθημένο επαφίεται στο γεγονός ότι οι χρηματοοικονομικές σπουδές δεν μου έδιναν νόημα. Φανταστείτε ότι με οδήγησαν στην επιλογή που κάνει κάθε άντρας στην Ελλάδα όταν δεν ξέρει τι να κάνει. Πάει φαντάρος. Χρωστούσα όμως σε μένα να σπουδάσω κάτι που να μου κεντρίζει το ενδιαφέρον περισσότερο. Κάτι που να ευχαριστηθώ. Το πρόγραμμα MBA που παρακολούθησα με έφερε σε επαφή με σπουδαστές που προέρχονται απ’ όλα τα πιθανά γνωστικά πεδία και αυτή τη συναναστροφή την ευχαριστήθηκα σημειώνοντας παράλληλα και ακαδημαϊκές επιτυχίες που αποδεικνύουν ότι το απόλαυσα.

Μ.Γ.: Το 2012 συμμετείχατε στη σύλληψη, στη δημιουργία και την έκδοση του περιοδικού «αναπνευστήρας».  Πως προέκυψε η ιδέα και για τι είδους περιοδικό πρόκειται;

Γ.Μ.: Πράγματι το 2012 εκδόθηκε το πρώτο τεύχος του περιοδικού “αναπνευστήρας”. Ένα εγχείρημα πλήρως ερασιτεχνικό, μη κερδοσκοπικό (αν μπορούσαμε να φύγει το «μη», δεν θα λέγαμε όχι, αλλά…) και φιλόδοξο.

Βασική φιλοδοξία για το έντυπο ήταν να αποτελέσει έναν φελλοπίνακα στον οποίο θα αναρτώνται όλα όσα θέλουν να πουν κυρίως άνθρωποι νεότερης ηλικίας, μιας και αυτοί νιώσαμε ότι πλήττονταν κυρίως από τις εξελίξεις, είτε γιατί απλώς ανήκαμε σε αυτούς. Πράγματι το υλοποιήσαμε έτσι. Πολλοί εκπλήσσονταν όταν έβλεπαν το κείμενο που μας έστελναν να δημοσιεύεται στο επόμενο τεύχος.

Το περιεχόμενό του ήταν πολιτικοοικονομικοκοινωνικοπολιτιστικό, όπως θέλαμε να το λέμε. Γράφτηκαν πράγματα που ακόμη τα διαβάζουμε νιώθοντας την ίδια ένταση. Με γεωγραφική αναφορά τη Βοιωτία γράφαμε για τα πάντα. Μάλιστα γράφτηκε και έναν διήγημα σε συνέχειες, κάθε “επεισόδιο” του οποίου γραφόταν από διαφορετικό συντελεστή του αναπνευστήρα. Επιπλέον, κάθε τεύχος φιλοξενούσε και μια συνέντευξη από κάποιο «πιο δημοφιλές» πρόσωπο, όπως η Ελευθερία Αρβανιτάκη, ο Alessandro Penso και Johann Chapoutot και αρκετοί άλλοι.

Σε μια “κοιλιά” του αναπνευστήρα ήρθε το ΚΕΘΕΑ Εν Δράσει και ως από μηχανής Θεός συνέβαλε καθοριστικά στο να συνεχιστεί η έκδοσή του. Είχαν, όπως μας είπαν, ενθουσιαστεί με τη φιλοσοφία του εντύπου και από το γεγονός ότι είχαμε παραχωρήσει χωρίς κανέναν περιορισμό το «σαλόνι» του για τα μέλη του ΚΕΘΕΑ από τις γυναικείες φυλακές του Ελεώνα Θηβών. Ήταν μεγάλη μας τιμή.

Ο αναπνευστήρας έχει σιγήσει όσον αφορά την έντυπη εκδοχή του. Παραμένει ωστόσο ως σελίδα στο Facebook για να μας κρατά συντροφιά.

Μ.Γ.: Παράλληλα ασχολείστε και με τη συγγραφή. Ποιο ήταν το έναυσμα ώστε ν΄ ασχοληθείτε με τη συγγραφή;

Γ.Μ.: Ο θαυμασμός για όλους εκείνους που φτιάχνουν κόσμους, χτίζουν προσωπικότητες, επιλέγουν σχέσεις, αποφασίζουν για τις ζωές, διαλέγουν για τον καθένα. Για όλους τους μικρούς θεούς της λογοτεχνικής δημιουργίας. Πάντα αναρωτιόμουν «Μα πώς μπορούν;» Και κάπως έτσι μπήκα σε μια διαδικασία να το προσπαθήσω.

Επίσης, πόσους έχετε ακούσει να λένε «αυτό το άρθρο γνώμης μου άλλαξε τον τρόπο σκέψης»; Όχι πολλούς, θεωρώ. Αυτό, συνήθως το ακούμε για τα βιβλία. Η επιρροή που έχει το βιβλίο πάνω στα πιο πεζά αλλά και στα πιο υψηλά ζητήματα και όψεις της ζωής είναι ανυπέρβλητη. Όλοι γνωρίζουμε ότι το παραμύθι επιδρά στον ανθρώπινο ψυχισμό όπως και η μουσική.

Το «αγάπα τον πλησίον σου» έχει μικρότερη επικοινωνιακή αξία από την παραβολή του «καλού Σαμαρείτη» όταν θες να αλλάξεις τη σκέψη και εν τέλει τη ζωή του αποδέκτη. Το σύνθημα εντυπώνεται καλύτερα, αλλά δεν αλλάζει στάσεις.

Μ.Γ.: Υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα στην Χρηματοοικονομική και Τραπεζική Διοικητική με τη συγγραφή;

Γ.Μ.: Δεν έχω ακόμη αποσαφηνίσει τη σχέση τους, εάν υπάρχει. Ωστόσο, γνωρίζοντας περισσότερα για τα χρηματοοικονομικά βοηθά κάποιον να αντιλαμβάνεται καλύτερα το τι συμβαίνει γύρω του καθώς τα τελευταία 10 χρόνια όλοι γίναμε μάρτυρες της εισβολής εννοιών όπως spreads, CDS, τιτλοποιημένα δάνεια, swap και άλλων. Υποθέτω ότι η μετά το 2000 επικράτηση των Αγορών επί της Πολιτικής φέρνει σε καλύτερη θέση για αποδελτίωση της επικαιρότητας έναν που έχει πάρει μυρωδιά από τις έννοιες της πρώτης.

Προφανώς, αν θέλει κάποιος να δημιουργήσει σύγχρονη λογοτεχνία δεν χρειάζεται να γνωρίζει τα πάντα για τα παραπάνω αλλά να αντιλαμβάνεται την νέα απόσταση που έχει δημιουργηθεί μεταξύ κοινωνίας των πολιτών και της διακυβέρνησής τους ώστε να μην περιγράφει το 2000 με όρους προηγούμενων εποχών.

Σε άλλο επίπεδο, και αυτό δεν αφορά τη χρηματοοικονομική αλλά γενικότερα τις σπουδές που βασίζονται στα μαθηματικά είναι η επιρροή που αυτά ασκούν στη φόρμα, τη δομή και την έκφραση ενός λογοτεχνικού έργου. Αν αυτή βρίσκει τόπο και στο δικό μου γραπτό, θα το αφήσω στους αναγνώστες να το διαπιστώσουν.

Μ.Γ.: Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο σας «Ριφιφί στο μουσείο». Με τι έρχεται σε επαφή ο αναγνώστης;

Γ.Μ.: Πρώτον, με το σκηνικό όπου εκτυλίσσονται τα γεγονότα και, δεύτερον, με την ίδια την πλοκή και τους πρωταγωνιστές της. Αυτά είναι δύο στοιχεία που δομούν κάθε μυθιστόρημα, με τη διαφορά ότι στην περίπτωση του «Ριφιφί στο μουσείο», το σκηνικό συνομιλεί με την πλοκή. Στοιχεία του σκηνικού επηρεάζουν τις προσωπικότητες, αλλάζουν τις ζωές, επιβάλλουν συναισθήματα, εμπνέουν πράξεις.

Το σκηνικό δεν είναι άλλο από την πόλη της Θήβας που παρά τον σημερινό της πολεοδομικό αχταρμά δεν εμποδίζει την πρωινή πάχνη της γης να αναδύει με κάθε τρόπο την ελληνική μυθολογία. Ένας μακρύς κατάλογος προσώπων, θεοτήτων, μυθικών χαρακτήρων κ.ο.κ της ελληνικής μυθολογίας και ιστορίας έλκουν την καταγωγή τους από τη Θήβα.

Λίγο πιο πέρα, οι Θεσπιές, απ’ όπου κατάγομαι, συμπληρώνουν το ιστορικό και μυθολογικό μεγαλείο της περιοχής. Ανακάλυψα ότι ο Νάρκισσος καταγόταν από τις Θεσπιές κατά μια μυθολογική εκδοχή! Το πλέον γνωστό ιστορικό στοιχείο για τις Θεσπιές είναι, βέβαια, η αυτοθυσία εφτακοσίων ανδρών στη Μάχη των Θερμοπυλών όποτε και επέλεξαν να παραμείνουν στο μέτωπο κατά των Περσών παρά την αντίθετη διαταγή του Λεωνίδα της Σπάρτης που είχε το γενικό πρόσταγμα. Επικεφαλής των εφτακοσίων Θεσπιέων ήταν ο Δημόφιλος ο γιος του Διαδρόμου. Κι όλα αυτά λέγονται γιατί στο «Ριφιφί στο μουσείο», όλα ξεκινούν όταν ανακαλύπτεται ο ασύλητος τάφος του Δημόφιλου με πολύτιμα και μοναδικά κτερίσματα. Μια ανακάλυψη που θα εκτοξεύσει τη φήμη των αρχαιολόγων που την πέτυχαν.

Ως προς την πλοκή, πιστεύω ότι ο αναγνώστης θα παρατηρήσει φιγούρες της δικής του ζωής, ίσως αντικρίσει τον ίδιο του τον εαυτό. Θα σκιαγραφήσει σίγουρα μια συνολική κουλτούρα. Την κουλτούρα του νεοέλληνα σε ορισμένες από τις θετικές και αρνητικές εκφάνσεις της. Έχω την αίσθηση ότι η προβολή από το μερικό (Θήβα) στο όλο (Ελλάδα) γίνεται εύκολα από τον αναγνώστη και έτσι θα είναι μια ευκαιρία να ξαναδεί ζητήματα εμπιστοσύνης, φιλοδοξίας, σεβασμού και άλλα.

Μ.Γ.: Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης σας για να το γράψετε;

Γ.Μ.: Λόγω της μεγάλης δημοτικότητας των blogs και των social media ήρθαμε όλοι σε επαφή με περισσότερους ανθρώπους απ’ ότι ο κύκλος μας επέτρεπε. Είτε αυτά είναι προπαγανδιστικά προφίλ, είτε όχι, ήρθα σε επαφή με μια κοινωνία που ψαχνόταν να βρει απαντήσεις χωρίς να θέτει ερωτήματα. Και όταν ακόμη και μια απρόσκλητη απάντηση βόλευε το αυτί, αυτή υιοθετούταν. Και δεν θέτει ακόμη ερωτήματα γιατί δεν γνωρίζει τις λέξεις και το νόημά τους. Υπάρχει ένα πρόβλημα «ορισμών». Στην προβληματική κάποιων από αυτούς, μικρούς ή μεγάλους, καθημερινούς και λιγότερο σημαντικούς ή σπουδαίας σημασίας, προσπάθησα να συμβάλλω.

Ωστόσο η επιλογή του μουσείου της Θήβας, το οποίο παρεμπιπτόντως αξίζει να επισκεφτείτε – δεν θα πιστεύετε στα μάτια σας -, προέκυψε μέσα από μια συλλογιστική διαδρομή που πάνω-κάτω αφορούσε την αντίληψη που έχουμε οι νεοέλληνες για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, του οποίου θεωρούμαστε κληρονόμοι, κάνοντας χρήση φράσεων που συνήθως συνθλίβουν κάθε λογική: «μπορεί εμείς τώρα να είμαστε μια μπανανία, αλλά όταν χτίζαμε Παρθενώνες, εκείνοι τρώγαν βελανίδια». Και αυτή τη σκέψη ακολουθεί το: «εάν μας αφήνανε να εκμεταλλευτούμε τα αρχαία μας τώρα θα μας χρωστούσαν, δεν θα χρωστούσαμε».

Το αρχαίο σώζει την αυτοεκτίμησή μας. Το αρχαίο είναι ταυτόχρονα και η ελπίδα μας. Έτσι και το μουσείο Θηβών αποτέλεσε για τους κατοίκους της πόλης έναν Μεσσία που θα την σώσει από την αφάνεια και την ανυποληψία. Έτσι κι ο κύριος Παπαχρήστου, ο Προϊστάμενος της Εφορείας Αρχαιοτήτων Θηβών – κατά το βιβλίο -, πίστευε ότι η ανακάλυψη του τάφου του Δημόφιλου θα τον σώσει από τον θάνατο.

Μ.Γ.: Ο τρόπος που γράψατε το βιβλίο είναι ή σχεδόν είναι σατυρικός. Τι θέλατε να σατιρίσετε κυρίως;

Γ.Μ.: Νομίζω ότι οι χιουμοριστικές δόσεις που περιέχει το βιβλίο αποτελούν εκφραστικό μέσο να καταπιαστείς με μια σειρά από ασυνέπειες που μαρτυρούνται στην κοινωνική ζωή του τόπου, χωρίς να βαρύνεις το ανάγνωσμα. Να δώσεις χρώμα σε δύσκολα ζητήματα. Μάλιστα, αυτός ήταν κι ο στόχος μου. Να είναι εύκολα αναγνώσιμο κι από έναν μη έμπειρο αναγνώστη.

Μ.Γ.: Σε κάθε μυθοπλαστική ιστορία υπάρχει πάντα μια δόση αλήθειας;

Γ.Μ.: Ακόμη και μυθιστορήματα που ανήκουν στην κατηγορία της επιστημονικής φαντασίας έχουν ισχυρές δόσεις αλήθειας. Ένα μυθιστόρημα μπορεί να μιλήσει για ολόκληρες κοινωνίες, για προβληματισμούς, για εκμετάλλευση και για άλλα πολλά που παρατηρούνται στην πραγματική ζωή χωρίς καν να τις υπαινιχθεί. Είναι αυτό που λέμε «πολλών αναγνώσεων». Έχω την αίσθηση ότι κάθε λογοτεχνικό έργο είναι ένας μεγεθυντικός φακός με τον οποίον ο αναγνώστης εστιάζει σε ένα κολλάζ σκέψεων, εμπειριών και προβληματισμών του συγγραφέα.

Φυσικά, τα πρόσωπα και οι καταστάσεις που αναφέρονται μέσα στο «Ριφιφί στο μουσείο» δεν ταυτίζονται με κάτι πραγματικό. Ταυτίζονται με στάσεις και αντιλήψεις. Αυτή είναι η δόση αλήθειας του βιβλίου.

Μ.Γ.: Τι είναι αυτό που θέλετε να εισπράξει ο αναγνώστης;

Γ.Μ.: Κάθε φορά που ρωτώ κι εγώ τον εαυτό μου απαντώ με διαφορετικό τρόπο. Συνεπώς, θα σας απαντήσω ότι, γενικά, θα ήθελα το βιβλίο αυτό να αποτελέσει λιθαράκι σε μια πορεία συναντίληψης που θα χτιστεί πάνω στο σπάσιμο των στερεοτύπων που ακολουθούν τους νεοέλληνες από τότε που ξέρουν τον εαυτό τους. Από την Επανάσταση και μετά, δηλαδή.

Μ.Γ.: «Μήπως γίναμε πεζοί ψάχνοντας στον λαβύρινθο της ματαιοδοξίας μας την προσωπική επιτυχία χωρίς τελικά να μπορούμε να τη συναντήσουμε, αλλά και χωρίς να βρίσκουμε την έξοδο;» διερωτάστε σε κάποιο σημείο του βιβλίου. Ποια είναι η δική σας απάντηση;

Γ.Μ.: Καθώς άκουγα την ερώτηση θυμήθηκα την παραβολή με τον ψαρά κατά την οποία κάποιος που τον βλέπει να βγάζει μια καλή ψαριά με ένα απλό καλάμι, τον παροτρύνει να πάρει άλλο σύγχρονο καλάμι, μετά ένα καΐκι, μετά αλιευτικό κοκ, ώστε στο τέλος να γίνει πολύ πλούσιος και να κάθεται και να ψαρεύει για ευχαρίστηση, με τον ψαρά να του αποκρίνεται «γιατί τώρα τι κάνω;».

Ο λαβύρινθος είναι η ματαιοδοξία της επιτυχίας. Είναι ο δαιδαλώδης δρόμος προς το πολύ χρήμα και την κοινωνική ανέλιξη. Είναι ένας δρόμος εθιστικός, ειδικά όταν είσαι νεότερος, που δεν σε αφήνει να τον αφήσεις, παρά το γεγονός ότι το πολύ χρήμα και η επιτυχία δύσκολα αποκτούνται. Αυτό έχει ως συνέπεια πολλές φορές να ζεις μια μέτρια ζωή αγωνιζόμενος σκληρά να επιτύχεις, ίσως μάταια τελικά. Την ίδια στιγμή, δεν μπορείς να φανταστείς την έξοδο από αυτόν τον κύκλο. Είσαι ζώο αυτού του δάσους. Κι αν τη φανταστείς, ίσως κάνεις τα στραβά μάτια γιατί έξω από αυτόν τον λαβύρινθο ό,τι βλέπεις είσαι εμποτισμένος να το βλέπεις ως αποτυχία.

Συνεπώς, στο ερώτημα εάν «γίναμε πεζοί», νιώθω πως ναι. Γιατί η επιτυχία, όπως την ανέφερα προηγουμένως, απαιτεί μια σειρά εκλογικεύσεων για πράξεις ή για παραλείψεις που στοιχίζουν στην κοινωνία. Και αυτό ας μην ακουστεί μόνον ως άλλη έκφραση του «πατώ επί πτωμάτων» ή του «αδιαφορώ για το περιβάλλον». Η παραμέληση της οικογένειας και των φίλων σου για χάρη της επιτυχίας είναι μια από τις πιθανές περιγραφές της κατάστασης «γίναμε πεζοί».

Μ.Γ.: Πιστεύετε ότι, «η αισιοδοξία είναι συνήθως το καταφύγιο εκείνων που δεν προσπαθούν για τίποτα, εκείνων που απλώς ελπίζουν» όπως αναφέρετε σε άλλο σημείο;

Γ.Μ.: Το κλειδί είναι το «συνήθως». Η αισιοδοξία, αν ιδωθεί ως θετική ενέργεια, τότε ευνοεί εκείνον που δρα προς μια κατεύθυνση. Του προσφέρει πίστη σε αυτό που κάνει, που είναι απαραίτητη για να πετύχει τους σκοπούς του. Υπάρχουν άλλες, όμως, περιπτώσεις που η φιλοδοξία είναι η διέξοδος, ένα «όλα θα πάνε καλά» που ναι μεν ανακουφίζει εκείνον που το σκέφτεται, αλλά την ίδια στιγμή συνεπάγεται αναβολή πράξεων.

Πιστεύω στην αισιοδοξία και στη δράση. Ξορκίζω την αισιοδοξία που αναφέρεται στο σημείο που παραθέτετε.

Μ.Γ.: Αν και πρόκειται για δικά σας δημιουργήματα, υπάρχει κάτι που διδαχτήκατε από τους ήρωες του βιβλίου σας;

Γ.Μ.: Μην προδικάζεις τις συμπεριφορές των άλλων. Θα σε εκπλήξουν είτε θετικά, είτε αρνητικά, αλλά πολλές φορές αντίθετα από την προσδοκία σου.

Μ.Γ.: Τι να περιμένουμε συγγραφικά από εσάς στο εγγύς μέλλον;

Γ.Μ.: Ό,τι γράφω, όπως το γράφω, όπου το γράφω, το κάνω ευτυχώς για να ενισχύω το «ευ» μπροστά στο «ζην». Συνεπώς, δεν πιέζομαι για κάτι. Είμαι ελεύθερος να αρθρογραφώ στη σελίδα του αναπνευστήρα. Σχέδια δεν κάνω. Αν κάτι στο μέλλον κριθεί άξιο ανάγνωσης, θα το μάθετε σίγουρα.

Μ.Γ.: Ευχαριστώ πολύ για την παραχώρηση της συνέντευξης και σας εύχομαι καλοτάξιδο το βιβλίο σας.

Γ.Μ.: Εγώ σας ευχαριστώ. Ήταν μεγάλη μου τιμή και χαρά.

*Το βιβλίο «Ριφιφί στο μουσείο» του Γεράσιμου Μπόγρη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος.

 Μαίρη Γκαζιάνη

Γεννήθηκε στα Ιωάννινα.  Μεγάλωσε στην Αθήνα όπου ζει μέχρι σήμερα και εργάσθηκε ως τραπεζοϋπάλληλος. Στο παρελθόν ασχολήθηκε ερασιτεχνικά με την φωτογραφία ενώ τώρα ζωγραφίζει και παράλληλα γράφει. Έχει πραγματοποιήσει ατομικές εκθέσεις και έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές.

Τον Μάιο του 2012 κυκλοφόρησε την πρώτη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Σου γράφω…», τον Σεπτέμβρη 2013 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο «Ένα φεγγάρι λιγότερο» από τις εκδόσεις Ελληνική Πρωτοβουλία και τον Ιούνιο του 2014 κυκλοφόρησε το βιβλίο της «Τα πλήκτρα της σιωπής»  από τις εκδόσεις ΄Οστρια. Επίσης, το παραμύθι της «Το ψαράκι του βυθού» συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Παραμύθια και Μαμάδες» εκδόσεις Βερέττα 2015.  Τον Ιούνιο 2017 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της «Άλικα βήματα» από την Εμπειρία Εκδοτική. Τον Νοέμβριο του  2019 κυκλοφόρησε το νέο της μυθιστόρημα «Ζάχαρη άχνη» από τις εκδόσεις Ωκεανός.

Την περίοδο 2011-2012 υπήρξε ραδιοφωνική παραγωγός στο magicradiolive. Από τον Νοέμβρη 2014 συνεργάζεται με το now24.gr και έχει πραγματοποιήσει πάνω από πεντακόσιες συνεντεύξεις. Το 2016 συμμετείχε στην τηλεοπτική εκπομπή «Καλώς τους» του ΑιγαίοTV πραγματοποιώντας συνεντεύξεις σε ανθρώπους των τεχνών. Διετέλεσε Διευθύντρια Σύνταξης του on line Πολιτιστικού Περιοδικού Books and Style από Ιούλιο 2017 έως Μάρτιο 2018 οπότε αποχώρησε οικειοθελώς.

Μεγάλες της αγάπες είναι το θέατρο και ο χορός με τα οποία έχει ασχοληθεί ερασιτεχνικά.

Related posts