Subscribe Now

Trending News

Τα cookies επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την εμπειρία σας στo now24.gr.
Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies, σύμφωνα με τις οδηγίες μας.
10 Αυγ 2022
Πολιτισμός

«Εικόνες» από την παράσταση- Ρουτζάντε,«Τρελοί Έρωτες σε σκοτεινούς καιρούς ή απλά… Λα Μοσκέτα»

Γράφει ο   Κωνσταντίνος Μεϊντάνης

Tο βράδυ της 22ας Ιουλίου, μετά από έναν σύντομο περίπατο, σιωπηλά νοσταλγικό γι’ άλλα, μακρινά πια, απόβραδα καλοκαιριών, πήγα από το Άλσος Παπάγου στο Κηποθέατρο Παπάγου για να δω την παράσταση του έργου, «Τρελοί έρωτες σε σκοτεινούς καιρούς ή απλά… Λα Μοσκέτα», του Angelo Beolco. Περισσότερο γνωστού και στην εποχή του και σήμερα με το όνομα «Ρουτζάντε». Μετά τη στοχαστική αναπόληση μέσα στο μούχρωμα του ζεστού δειλινού αναζήτησα την θεατρική Εμπειρία – αυτήν την «αγωγή ψυχής».

Είχε μιαν άλλη αύρα τελικά αυτό το καλοκαιρινό βράδυ ώριμου Ιουλίου. Ίσως γιατί είναι τόσο «ανέκκλητα εφήμερη η τέχνη του θεάτρου», η εκάστοτε θεατρική Πράξη. Και συνάμα, τόσο παραμόνιμη μέσα μας, απ’ τη στιγμή που θα γίνουμε θεατές της, κοινωνοί. Και συν-μέτοχοι.

Τόσο που μοιάζει κάποιες φορές με τη ζωή μας. Μόνο που, στις κορυφώσεις της ή τα πρωτοείδωτα κάθε φορά φανερώματά της, είναι ή αναδείχνεται με τον δικό της τρόπο πιο έντεχνη. Και επιτρέπει, πολλές φορές και αποδέχεται ακόμα, και τα λάθη. Δίχως παραμόνιμο τίμημα.

Επί σκηνής λοιπόν είναι που πάντοτε ακούγονται, συνάμα και αποσιωπώνται με νόημα, οι πιο μεγάλες αλήθειες. Με φως και με σκιά, με λόγια και με σιγή. Στην παράσταση αυτήν, όλοι όσοι «εν λόγω και εν τέχνη» μάς «χειρ-αγώγησαν» και ψυχ-αγώγησαν, καθένας με τον τρόπο του και την προσωπικότητά του, ως άνθρωποι και ως ηθο-ποιοί, φιλοτέχνησαν σαν σε αυτοσχεδιασμό μιαν ανα-παράσταση ζωής.

Κάποιες πτυχώσεις των στιγμών της τόσο εφήμερης, όπως μοιάζει συχνά, αλήθειας αυτής της ζωής. Της ζωής ως αφορμής Έκφρασης που επινεύει σ’ αυτήν, και την ωραιοποιεί. Δίχως όμως να την «παινεύει» ή να την «ηρωοποιεί». Και παίρνεις να σκέφτεσαι τελικά πως καθένας μας, από ένα σημείο και πέρα στην δική του βιοτή, αργά ή γρήγορα, γίνεται «ηθοποιός» του Ιδανικού του. Έστω όσο, και όπως, το μπορεί. Με επιτεύξεις και απώλειες… «Ο κόσμος σκηνή. Ο βίος, πάροδος…».

 

Το έργο του Ρουτζάντε, στην διασκευή-αναδιαμόρφωσή του από τον Γιάννη Μαργαρίτη και την εμπνευσμένη του σκηνοθετική προσέγγιση, την εταστική του ματιά στο κείμενο (και ακόμα περισσότερο πίσω, και πέρα, απ’ αυτό), ευτυχεί και (ανα)δημιουργείται, με έναν ακασίγαστο αναπαλμό. Έναν αναπαλμό -και δεν επιλέγω αστόχαστα την λέξη- ανεξάντλητης αυθορμησίας.

Κι όμως -εδώ βρίσκεται η αληθινή τέχνη πάντοτε- αφανώς μελετημένον σε κάθε του λεπτομέρεια. Έτσι που όλα «γίνονται» επί σκηνής ατόφια, σ’ ένα εύλαλο ισκιόφως, το οποίο δείχνει πως συγκαλύπτει τα επιμέρους δίχως να τα καταργεί, αποκαλύπτοντας δυναμικά το όλον. Και «δίνονται», εκ-καλούν τον θεατή, και τον προ(σ)-καλούν με, καταλυτικής δυναμικής, αμεσότητα.

Το έκτυπα ευτράπελο συνυφαίνεται αρμονικά με το υπόρρητα πικρό (εδώ, την πανταχού παρούσα μικρότητα, μικρόνοια, και μικροπρέπεια των ανθρώπων), ώστε όσο ακτινοβολεί το πρώτο, με το χαμόγελο ή το γέλιο, τόσο παίρνει ανεπαίσθητα ν’ αργοσταλάζει μέσα μας το δεύτερο. Και μετουσιώνεται σε στοχαστική περίσκεψη, όταν ο θεατής βγει απ’ το θέατρο στο τέλος της παράστασης. Μια διδαχή αληθείας μένει. Καθώς όλο και θα ωριμάζει έπειτα στην μέσα μας σιγή. Αυτή, η ψυχ-αγωγία…

Το έργο του Ρουτζάντε, όπως υποκειμενικά το κατάλαβα, γνωρίζοντάς το για πρώτη φορά και ως κείμενο και στη θεατρική του διάσταση ως παράσταση, δεν είναι εύκολο στον χειρισμό του. Γέννημα ενός άλλου καιρού και μιας άλλης κοινωνικής πραγματικότητας, στην Ιταλία των αρχών του 16ου αιώνα, μπορεί να εκπέσει σε επιφανειακό δρώμενο, δίχως βιωματική ένταση πρόσληψης απ’ όσους θα το δουν.

Κι όμως, εδώ, σκηνοθέτης και ηθοποιοί το φέρνουν, ισορροπώντας με τρόπο δυσεπίτευκτο, σχεδόν στην κόψη του επισφαλούς, από το παρελθόν του σ’ ένα παρόν. Παρόν που είναι όχι χρονικό αλλά εσωτερικά βιούμενο. Δεν είναι «παρόν» χρόνου, είναι «παρόν» ψυχής. Καθενός μας.

Η Κυρία Χρυσάνθη Δούζη «στίζει» ως Αφηγήτρια, και με τη Μουσική τραγουδώντας, συγκεκριμένες στιγμές μετάβασης σε διαφορετικά στάδια της Θεατρικής Πράξης. Και σμιλεύει πολύτροπα, μ’ έναν τόνο χαμηλό, αλλά γεμάτο ενάργεια και καθαρότητα-μ’ αυτήν την δική της εκφραστικότητα- μιαν ατμόσφαιρα, λες σαν παραμυθιού. Ατμόσφαιρα που είναι, και γίνεται τελικά, άγγιγμα παραμυθίας. Και ήπιας γλυκύτητας στις τραχύτητες του Καιρού τούτου, λευτερώνοντας τη σιωπηλή ανάσα τού μέσα μας «κόσμου» ως θεατών.

Με τα λόγια, τους ήχους, τις κινήσεις του σώματός της -σαν ζωγραφικής πλαστικότητας εν τη γενέσει της- κατορθώνει να συν-υφάνει αχνοδιάφανα το ρητό με το άρρητο. Εκεί, κάθε φορά. Πάλι και πάλι, με την μαγεία και τη σαγήνη να (ανα)δίνονται αφειδώλευτες.

Όπως, άλλωστε, και στο τέλος του έργου. Ενώ τα δρώμενα επί σκηνής «σβήνουν» μαζί με τα φώτα, αφήνοντάς μας σε μιαν εκκρεμότητα, μιαν αίσθηση πως «κάτι λείπει», εκείνη, στο ισκιόφως αυτό, σαν να φέρνει μπροστά μας ένα «ερωτηματικό», γεμάτο νόημα. Νόημα νοτισμένο απ’ την χαρμολύπη της ζωής. Και της ζωής μας. Πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς;…

Και όλα οι, «επί σκηνής» δρώντες, πράττοντες και ζώντες, πρόσωπα αληθινά, και, παράλληλα και επάλληλα, προσωπεία. Με μιαν αμφίσημη και αμφίθυμη ευτραπελία, δοσμένα σε θεατρική κίνηση πολυδιάστατη που μοιάζει με έντεχνο αυτοσχεδιασμό. Σαν ένα κουαρτέτο εγχόρδων που πλαισιώνουν τον λιτό, αλλά συνεκτικό λόγο μιας πιανιστικής γραφής.

Η σινιόρα Μπετία, όπως την ενσαρκώνει η Αντιγόνη Δρακουλάκη στους ατέλειωτους ιριδισμούς της φωνής της και τις σαγηνευτικά ευλύγιστες αντιδράσεις του σώματός της, τις σχεδόν χορευτικές στην στιλπνή εκφραστικότητα κάποιων στιγμών – «θαυμαστή ακούειν και ιδείν». Capricciosa, ολίγον τι αλαφροΐσκιωτη, με δροσεράδα κακομαθημένου κοριτσιού… Συνάμα, και με μιαν ανεπαίσθητη, όμως τόσο σοφά συγκεκαλυμμένη, θλίψη.

Η μόνη γυναίκα μέσα στο σύμπαν τεσσάρων ανδρών. Μόνο που στο «σύμπαν» αυτό, εκείνη είναι το παν. Και οι άντρες γύρω της το συν. Όπως το «συν» κατακυριαρχείται από αυτό το «παν» που τους ορίζει, τους καθορίζει, τους περιορίζει, ad libitum, σε αυξομειούμενης έντασης αλλά και σιγηλότητας αντιστίξεις και συναρμονίες. Πού τελειώνει το αρχικό έργο του Ρουτζάντε και πού αρχίζει η διασκευή-αναδημιουργία του; Το κυριότερο, ίσως: πού αλληλοτέμνονται τα δύο, και αλληλοπεριχωρούνται; Αυτό αρχίζεις να το αναρωτιέσαι μετά το τέλος της παράστασης. Όχι κατά τη διάρκειά της.

Το παράδοξο είναι πως η Γυναίκα μοιάζει να μήν έχει «τον πρώτο ρόλο», και κυριολεκτικά και μεταφορικά. Κι ωστόσο, γι’ αυτήν γίνονται όλα. Από αυτήν εξακτινώνονται τα πάντα, και σ’ αυτήν είναι που βρίσκουν την πληρότητα του νοήματός τους. “La donna è mobile…”, όπως μοναδική μένει, στη μουσική του διάσταση και την αλήθεια του, η αριστουργηματική άρια από την όπερα “Rigoletto”, του G.Verdi,

Ο Ζερόμ Καλούτα, πραγματικά «δίνει ρέστα» -πώς αλλιώς να το πεις, δίχως ν’ αδικήσεις την θεατρική του παρουσία επί σκηνής;- μέσα από διαδοχικές, και συχνά αδόκητες, «εκπυρσοκροτήσεις», καθώς «εξακοντίζεται» μέχρι και ανάμεσα στο ίδιο το κοινό κυριολεκτικά. Ανεξάντλητη στον αυθορμητισμό της, η σκηνική του παρουσία και ερμηνεία, με ψυχοσωματικό «κόστος» κούρασης από μια τέτοια «πράξη ζωής» όπως μόνον εκείνος το γνωρίζει μέσα του. Εν μέρει, βέβαια, κι όλοι εμείς ως θεατές, από τα ρούχα του στο τέλος της παράστασης!…

Δεν κάνει τέχνη. Γίνεται ο ίδιος, με κάθε ικμάδα της θεατρικής του προσωπικότητας, τεχνουργός υψηλή θεατρικής κίνησης και λόγου. Και μακάρι να ’ταν τόσο απολαυστικά ευτράπελη, και λυτρωτική, η ζωή μας ως ανθρώπων… Ο Ζ.Καλούτα μάς δείχνει, σαν «Ρουτζάντε», έναν δρόμο. Που δεν μπορεί ποτέ να είναι μονοπάτι ή κάτι το απλώς βατό και επίπεδο στην εκδίπλωσή του και τις ποικίλες διακλαδώσεις του.

Ο «Μενάτο», του Δημήτρη Φραγκιόγλου μοιάζει ν’ «ακουμπά» ολόκληρο το έργο, ορίζοντας και προσδιορίζοντας την αρχή, το τέλος, αλλά και το επίκεντρο της θεατρικής πραγμάτωσης. Ο «κουμπάρος», όνομα και πράμα, όλους τούς «συνέχει» και όλα τα «ελέγχει» στην πληθωρική του παρουσία, και την φαινομενική μονοδιαστατικότητα της εικόνας του. Άλλες φορές, νιώθεις πως θέλεις να τον δείρεις, μπας και τον συνεφέρεις. Κι άλλες πάλι, σα να θες να πας κοντά του και να του πεις συνωμοτικά, «Μεγάλε, κόλλα το! Δε… μπαίζεσαι!», γιατί εσύ ήρθες στα συγκαλά σου, τελικά. Δεν χρειάζεται λοιπόν πολλή σοβαρότητα, τιμιότητα, και αξιοπρέπεια η ζωή. Αν είναι -και κυρίως αν το τολμάς- να την ζήσεις όπως τής αξίζει.

Και βέβαια, ο Χρίστος Νικολάου ως Ιταλός στρατιώτης, ιδανικός στον ρόλο του ως «στημένου», ευθυτενούς, και αυστηρού στην πειθαρχημένη στάση του και συμπεριφορά – ο Τονίνο. Το όνομά του -σαν έμμεση ειρωνεία ίσως- (μοιάζει να) είναι υποκοριστικό. Ένας μικρός άνθρωπος, έτοιμος πάντα να κάνει «εκπτώσεις» στη ζωή του. Κινείται, μιλάει, χειρονομεί, σαν να βρίσκεται σε στρατώνα. Όμως είναι, κι αυτός, ένας νέος, μάλλον επιπόλαιος εκ πεποιθήσεως, και κάθε άλλο παρά συγκρατημένος και σχεδόν άκαμπτος. Σε αντίθεση μ’ ό,τι δείχνει η στολή που φοράει, και ο τρόπος κατά τον οποίο περπατάει, ειδικά την πρώτη φορά που εμφανίζεται στη σκηνή, σαν να παρελαύνει.

Και τη γειτόνισσά του, την όμορφη τσαχπίνα Μπετία, έχει «υπό τας διαταγάς» του (αν και εκείνος είναι ο αφελής και υποτελής στα λυσιμελή θέλγητρά της, όπως αυτή η τίμια σε όλα της γυναίκα «τα φοράει κανονικά» στον σύζυγό της, Ρουτζάντε), και παραδόπιστος φανερώνεται τελικά. Στάση ζωής καθόλου αντάξια ενός, υποτίθεται, στρατιώτη και πατριώτη, σε μια πολύ σκοτεινή ώρα της Ιταλίας, στον ιστορική της διάσταση. Η σατιρική, σαρκαστική ματιά (και ανατομία) της εποχής και των ηθών της, όπως και κάθε εποχής, στέκει κι εδώ ανελέητα αποκαλυπτική. Και τόσο οικεία, επίσης…

Τα τρία πρόσωπα που πλαισιώνουν τη σινιόρα Μπετία, ο Ρουτζάντε, ο Μενάτο, ο Τονίνο, μοιάζουν σαν τρεις προβολές ανθρώπινων τύπων, σε τρεις διαβαθμίσεις. Πρόσωπα από διαφορετικές διαστάσεις της ζωής, με τον «Ρουτζάντε» του Ζ. Καλούτα να είναι κατ’ ουσίαν ο συνδετικός κρίκος ανάμεσά τους. Και η Μπετία -η σκέψη, η παρουσία, τα λόγια της- στέκει η γενεσιουργός αιτία της αλληλόδρασης όλων τους. Όπως και της τελικής έκβασης αυτής, της ιδιότυπα ανθρωπομετρικής, ιστορίας-θεατρικής αφήγησης.

Έτσι, αναφαίνεται αριστοτεχνικά συγκροτημένη η δόμηση του θεατρικού Δρώμενου, με τέτοιον διεισδυτικό τρόπο. Δεν επιβάλλεται στη δραματική Πράξη. Την συγκροτεί και την συγκρατεί, σαν εδραίο υπόβαθρο. Και υποβάλλεται στον θεατή, οπτικά και ακουστικά. Όλα έχουν αιτία και σκοπό στην έντεχνα σταθμισμένη μορφή τους.

«Ο κόσμος σκηνή, ο βίος πάροδος. Ήλθες, είδες, απήλθες», κατά τον αρχαίο φιλόσοφο Δημόκριτο. Ολοκληρώνω τούτη την «κατάθεσή» μου ως θεατής, συν-μέτοχος καί συν-ένοχος, σχεδόν όπως την άρχισα. Αυτό το απόφθεγμα του αρχαίου Σοφού ήρθε στον νου μου, καθώς έφευγα απ’ το θέατρο εκείνη τη βραδιά. Αυτή η θεατρική παράσταση ήταν, πράγματι, ένας πολύσημος αντικατοπτρισμός ζωής. Μια οπτική που γινόταν, και ανοιγόταν, σε μιαν ευρύτερη προ-οπτική. Τουλάχιστον για μένα.

Ίσως αναζήτησα, δίχως να το σκεφτώ ή να το επιδιώξω εξ αρχής, μονάχα σαν υποκειμενική «προβολή», στιγμές και νύξεις που πιθανώς να μην υπήρξαν πράγματι εκτυλισσόμενες μπρος στο βλέμμα μου. Καθ-οδηγήθηκα στο να τις «δω» ή να τις «αναζητήσω». Και μήτε κατάλαβα πώς πέρασαν δύο σχεδόν ώρες χωρίς διάλειμμα…

Αυτό είναι το γνήσιο αποτέλεσμα, το «αυθιγενές απότοκον» που θα ’λέγαν «οι παλαιοί γραμματισμένοι» του Ποιητή, της πραγματικής «αγωγής ψυχής». Όπως η αγωγή αυτή, η παίδευσις, πραγματώνεται στο θεατρικό σανίδι, με ήθος και ποίηση.

Ό,τι έγραψα, όπως και όσο το κατάφερα, ήταν τελικά χάρη σε όλα αυτά τα πρόσωπα – και στα θεατρικά προσωπεία τους. Για τον τρόπο με τον οποίο έδωσαν λόγο και πράξη αληθείας σ’ αυτούς, τους «Τρελούς έρωτες σε σκοτεινούς καιρούς…».

Τόσο που έχουν περισσέψει πια τα σκοτάδια, και ο σκοτασμός των βλεμμάτων και των ψυχών, στους δυσφραδείς για την αλήθεια μας ως ανθρώπων, στυγνούς και στεγνούς, καιρούς μας. Με τόσα που έχουν κουρσέψει βίαια, απ’ την ειλικρίνεια, και την κάποτε «ευκρίνεια», της ζωής μας. Η Τρέλα είναι μάλλον που έχει «το πάνω χέρι». Σίγουρα, όχι ο Έρωτας.

Έτσι, μάλλον διστακτικά στην αρχή, ψηλάφησα φως λυτρωτικής ανάσας στο Κηποθέατρο Παπάγου, αυτήν τη ζεστή καλοκαιριάτικη νύχτα, ώριμου πια Ιουλίου. Να, πέρασε κιόλας, άλλωστε. Την κρατώ στο εξής, πολύτιμη, στη μνήμη. Δώρημα Τέχνης και Ήθους, «σε σκοτεινούς καιρούς». Ή, (πολλ)απλά, «Λα Μοσκέτα»…

Related posts