Subscribe Now

Trending News

Τα cookies επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την εμπειρία σας στo now24.gr.
Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies, σύμφωνα με τις οδηγίες μας.
24 Ιούν 2021
Πολιτισμός

Δημήτρης Γρυπαίος:Τα social media έδωσαν τη χαριστική βολή στον σύγχρονο άνθρωπο  

Συνέντευξη στη Μαίρη Γκαζιάνη 

Ο Δημήτρης Γρυπαίος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1972. Σπούδασε Πληροφορική και Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Από πολύ νεαρή ηλικία ασχολήθηκε με το αγωνιστικό σκάκι σημειώνοντας διακρίσεις σε πανελλήνια πρωταθλήματα. Εργάζεται ως στέλεχος Πληροφορικής στον ιδιωτικό τομέα ενώ, παράλληλα, τα τελευταία χρόνια δραστηριοποιείται ήπια στον χώρο της πολιτικής. Είναι παντρεμένος και ζει στην Αθήνα. 

ΜΑΙΡΗ ΓΚΑΖΙΑΝΗ: Έχετε σπουδάσει Πληροφορική και Διοίκηση Επιχειρήσεων, εργάζεστε ως στέλεχος Πληροφορικής στον ιδιωτικό τομέα και παράλληλα είστε συγγραφέας. Πόσο κοντά ή μακριά βρίσκεται η επιστήμη σας με την λογοτεχνία;

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΡΥΠΑΙΟΣ: Η Πληροφορική και η Λογοτεχνία αποτελούν δύο μεγάλες αγάπες της ζωής μου. Ξεκίνησα να ασχολούμαι σχεδόν παράλληλα και με τις δύο, από πολύ νεαρή ηλικία: γύρω στα δώδεκα χρόνια μου έστειλα ένα ευθυμογράφημα σε λογοτεχνικό διαγωνισμό που οργάνωσε τότε η εφημερίδα «Τα Νέα» και γύρω στα δεκατρία μου έγραψα το πρώτο μου πρόγραμμα σε υπολογιστή. Συνηθίζω να λέω ότι οι δύο αυτές δραστηριότητες συμπληρώνουν η μία την άλλη και ανταλλάσσουν την απαραίτητη ισορροπία: η λογοτεχνία δίνει κουλτούρα στη λογική μου πλευρά –που εκπροσωπείται από την Πληροφορική– και η Πληροφορική δίνει λογική και προσγειώνει την πιο φαντασιακή πλευρά μου – που εκπροσωπείται από τη λογοτεχνία. Πιστεύω γενικότερα, ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει να είναι μονοδιάσταστος, αλλιώς είναι πιθανόν να τεντώσει πολύ κάποιο άκρο και να περάσει σε αρνητικό πρόσημο.

Μ.Γ.: Τι είναι για εσάς η συγγραφή;

Δ.Γ.: Είναι καταρχάς, πιστεύω, μία δραστηριότητα στην οποία έχω κάποιου είδους κλίση και υπό αυτή την έννοια, ασχολήθηκα και ασχολούμαι μαζί της. Το ότι την δοκίμασα, ωστόσο, το ότι την ξεκίνησα δηλαδή, και ιδίως από τόσο μικρή ηλικία, πιστεύω ότι έχει να κάνει με κάποια εσωτερική ευαισθησία που ίσως με σκούντησε κάποια στιγμή, καθώς και με τις προσλαμβάνουσες που είχα από το οικογενειακό περιβάλλον μου, που επικροτούσε τις πνευματικές, πολιτιστικές δραστηριότητες. Το ότι την συνέχισα και μεγαλώνοντας σχετίζεται με το γεγονός ότι η πνευματική μου πλευρά είχε και έχει να πει κάποια πράγματα, σε διάφορα επίπεδα, και ένας από τους τρόπους για να το κάνει κανείς αυτό, ίσως ο απλούστερος τεχνικά, είναι να γράψεις.

Μ.Γ.: Τι είδους βιβλία γράφετε;

Δ.Γ.: Βασικός συγγραφικός μου άξονας, και στα τρία βιβλία που έχω εκδώσει μέχρις στιγμής, είναι τα μικρά ή μεγάλα ζητήματα ψυχολογικής, θα μπορούσα να πω, φύσης που μπορεί να απασχολούν ή να ταλαιπωρούν τον άνθρωπο κατά τη διάρκεια της ζωής του, δοσμένα πάντα με απλό κατά τον δυνατό τρόπο, και συχνά με δόσεις ανατροπής, ανάλογα το είδος –διήγημα ή μυθιστόρημα– έτσι ώστε ο αναγνώστης να μπορεί πιο εύκολα να αντιληφθεί το όποιο μήνυμα. Δεν γράφω για τον εαυτό μου. Αν έπρεπε να ζήσω όλη μου τη ζωή ολομόναχος σε ένα απομονωμένο νησί, δεν νομίζω ότι θα έγραφα. Πιστεύω ότι η λογοτεχνία, όπως και όλες οι μορφές τέχνης, πρέπει να απευθύνονται στο κοινό – στον ακροατή, στον θεατή, στον αναγνώστη. Όσοι έχουν κάποιο ταλέντο σε κάποιον τομέα πολιτισμού πιστεύω πως πρέπει να το χρησιμοποιήσουν για να ωθήσουν τον κόσμο μας να γίνει λίγο καλύτερος, λίγο ωραιότερος, λίγο εξυπνότερος, λίγο πιο ευαίσθητος, ιδίως σήμερα που ο μέσος σύγχρονος άνθρωπος δέχεται ίσως το τελειωτικό χτύπημα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που τον χαϊδεύουν στοργικά και του λένε ότι δεν χρειάζεται να βελτιωθεί πουθενά, παρά μόνο να κάθεται μπροστά από ένα πληκτρολόγιο γράφοντας ανορθόγραφα μηνύματα, ανεβάζοντας φωτογραφίες και μετρώντας likes.

Μ.Γ.: Ποιο θεωρείτε πιο δύσκολο είδος, τα διηγήματα ή τα μυθιστορήματα;

Δ.Γ.: Και τα δύο είδη έχουν σημαντικό βαθμό δυσκολίας, σε διαφορετικό σημείο της διαδικασίας. Το διήγημα είναι πιο εύκολο στη γέννησή του – μπορείς να ξεκινήσεις να γράφεις έχοντας στο μυαλό σου μια πολύ απλή ιδέα. Η μεγάλη δυσκολία έγκειται στο να την αναπτύξεις σύντομα και περιεκτικά και να καταφέρεις τελικά να αγγίξεις τον αναγνώστη. Από την άλλη μεριά, το μυθιστόρημα είναι δύσκολο να το ξεκινήσεις, γιατί χρειάζεσαι μια ιδέα που θα μπορέσει να γίνει μια ιστορία μεγάλης αφηγηματικής διάρκειας και με πολλούς χαρακτήρες. Εντούτοις, από την στιγμή που υπάρξει αυτή η σωστή ενέργεια εκκίνησης και η ιστορία αρχίσει να παίρνει σάρκα και οστά, το μυθιστόρημα γίνεται λίγο πιο απλό καθώς γράφεις, διότι οι ίδιοι οι χαρακτήρες και η ίδια η ιστορία σού δίνουν ερεθίσματα για να προχωράς. Σε κάθε περίπτωση πάντως, η ποσότητα δεν παίζει ρόλο. Προσωπικά, σαν αναγνώστης, και στα δύο είδη, θεωρώ πολύ σημαντική τη γεύση που θα μου έχει αφήσει το κείμενο αμέσως μόλις διαβάσω την τελευταία λέξη του.

Μ.Γ.: Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο σας «Χωρίς αυταπάτες» που αφορά σε μια συλλογή από 11 διηγήματα. Σε τι είδους αυταπάτες εστιάζετε;

Δ.Γ.: Πρόκειται για διακλάδωση ή υποκεφάλαιο των ζητημάτων που με απασχολούν και αποτελούν τον πυρήνα της συγγραφής μου, όπως περιέγραψα πιο πριν. Είναι μικρές αυταπάτες που μπορεί να επηρεάζουν τη στάση μας ή τη σκέψη μας στην καθημερινότητά μας ή μεγάλες αυταπάτες που μπορεί να μας δεσμεύσουν ή να μας παραπλανήσουν για όλη μας τη ζωή. Καθώς έγραφα το βιβλίο, και ιδίως όταν το ολοκλήρωσα, διαπίστωσα ότι θα μπορούσε κάποιος να θεωρήσει ότι ενδέχεται να ζούμε πολύ μεγάλα κομμάτια της ζωής μας, καθοδηγούμενοι από αυταπάτες.

Μ.Γ.: Υπάρχουν βιωματικές ή βιογραφικές ιστορίες στο βιβλίο σας;

Δ.Γ.: Πιστεύω ότι για το κάθε τι που γράφει ένας συγγραφέας, δεδομένου ότι αυτό παράγεται από το μυαλό του και την ψυχή του, δεν μπορεί παρά να χρησιμοποιεί πρώτες ύλες που βρήκε εκεί, στο μυαλό και στην ψυχή του. Άρα βιωματικά στοιχεία σίγουρα υπάρχουν στα κείμενά μου. Και ίσως είναι αυτά που δίνουν και την απαραίτητη δύναμη με την έννοια της αλήθειας, γενικότερα, σε κάθε λογοτεχνικό κείμενο. Απόλυτα βιογραφικό ωστόσο δεν υπάρχει τίποτα, γιατί η βιογραφική διήγηση απαιτεί τον απόλυτο σεβασμό στην αλήθεια της πραγματικής ιστορίας που διηγείσαι, και αυτό είναι κάτι που προσπαθώ να μην το κάνω, τουλάχιστον έως τώρα, περισσότερο λόγω του ότι προσπαθώ να προστατεύσω τον αναγνώστη από το να τον αναγκάσω να κάνει βαθιά βουτιά στον δικό μου κόσμο. Βέβαια το βρέξιμο δεν το γλυτώνει.

Μ.Γ.: Από τι ήθελε ν’ αποδράσει ο κυρ Νίκος του διηγήματος «Απόδραση»;

Δ.Γ.: Ο ήρωας του διηγήματος, ο κυρ Νίκος, έχει βιώσει μια από τις μεγάλες αυταπάτες, μια αυταπάτη ζωής, ακολουθώντας τον δρόμο της αυτοπειθαρχίας, της σκληρής προσπάθειας, του νοιαξίματος, τον δρόμο των «πρέπει». Από αυτόν τον εαυτό λοιπόν προσπαθεί να αποδράσει, ίσως στα πλαίσια μιας ακόμα μεγαλύτερης αυταπάτης.

Μ.Γ.: Τι θέλατε να δείξετε με τον παραλληλισμό φυλακισμένοι στο Νταχάου-σαλιγκάρια στην κατσαρόλα στο διήγημα «Φούρνος»;

Δ.Γ.: Αρκετά συχνά στη ζωή μας –και μάλιστα όσο λιγότερο εμβαθύνουμε τόσο συχνότερα μας συμβαίνει– πιστεύουμε πως ακούσαμε, καταλάβαμε, συνειδητοποιήσαμε, αλλάξαμε. Και αρκούν μονάχα λίγα μέτρα, όσο από ένα σαλόνι σε μια κουζίνα, για να αντιληφθεί το σύμπαν –γιατί εμείς συνήθως δεν μπορούμε– ότι δεν έχουμε καταλάβει τίποτα και ότι δεν αλλάξαμε καθόλου.

Μ.Γ.: «Ώστε ξένος ήταν» μια φράση στο διήγημα «Εθισμός». Τι κρύβεται πίσω της;

Δ.Γ.: Κρύβεται η αυταπάτη του εύκολου και λανθασμένου αυτοπροσδιορισμού μας. Συχνά νομίζουμε ότι διατηρούμε τη σωστή στάση απέναντι σε ευαίσθητα θέματα όπως αυτό της διαφορετικότητας των ανθρώπων, ενώ στην πραγματικότητα η στάση μας αυτή μπορεί να φτάνει μόνο μέχρι του σημείου της ικανοποίησης του εγώ μας και να μην παράγει ούτε καν ειλικρινή συμπάθεια μπροστά σε έναν θάνατο.

Μ.Γ.: Τι είναι αυτό που πραγματικά γυρεύει η σύζυγος του παράλυτου ασθενούς από τις κόρες της στο διήγημα «Πρόσληψη»;

Δ.Γ.: Το χρήμα στις κοινωνίες που ζούμε μπορεί να μας κάνει να ξαφνιαστούμε με τον εαυτό μας πολλές φορές. Μπορεί να μας αποκαλύψει ότι δεν είναι ότι ήμασταν πολύ κουρασμένοι, δεν είναι ότι έχουμε βαθιά μελαγχολήσει, δεν είναι ότι μας είχε εξαντλήσει η φροντίδα ενός κατάκοιτου συζύγου, είναι απλά ότι δεν μπορούσαμε να συνεχίσουμε άλλο να σηκώνουμε τον όποιο σταυρό χωρίς μια επιπλέον τόνωση, χωρίς μια αμοιβή, και κανείς δεν μπορεί να πει αν αυτό είναι ντροπή ή είναι δίκαιο.

Μ.Γ.: Τι θέλατε ν΄ αναδείξετε μέσα από το διήγημα «Κότερα»;

Δ.Γ.: Οι πιο ύπουλες αυταπάτες είναι αυτές που σχετίζονται με την εύκολη αποδοχή στερεοτύπων, με τον εύκολο –αρνητικό συνήθως– χαρακτηρισμό ανθρώπων και καταστάσεων, που άλλοτε καθαγιάζουν τον υποδεέστερο εαυτό μας και άλλοτε ή και ταυτόχρονα, τον αδρανοποιούν κάνοντάς τον να πιστεύει πως δεν υπάρχει περίπτωση να επιτύχει κάτι. Άραγε λοιπόν τι είδους άνθρωπος μπορεί να είναι κάποιος που κατέχει ένα πανάκριβο κότερο και επίσης τι μπορεί να ζητά μια μελαγχολική, πολύ όμορφη κοπέλα που βρίσκεται πάνω σε αυτό;

Μ.Γ.: Τι είδους «Ανωτερότητα» αναζητεί ο άντρας στο ομότιτλο διήγημα;

Δ.Γ.: Συχνά κρίνουμε τους ανθρώπους μόνο από τα εξωτερικά τους γνωρίσματα –σπίτι, ρούχα, αυτοκίνητο, εργασία– αδιαφορώντας για το τι υπάρχει πιο βαθιά. Και πολλές φορές, όταν μοιάζει να πηγαίνουμε πιο βαθιά, να ασχολούμαστε με το πρόβλημα του άλλου, το κάνουμε γιατί, όπως λέει ο ρακένδυτος άνδρας του διηγήματος που τριγυρίζει στις καφετέριες του Κολωνακίου ψάχνοντας κάποιον που θα τον αφήσει να κάτσει μαζί του για λίγη παρέα, «οι άνθρωποι γουστάρουν να κάνουν τους καλούς δίνοντας, γιατί έτσι νιώθουν οι ίδιοι ανώτεροι». Μια κάποια ανωτερότητα αναζητά λοιπόν κι αυτός, να λάβει και να δώσει.

Μ.Γ.: Και στο διήγημα «Μαραντόνα», τι συμβολίζει ο διάσημος ποδοσφαιριστής για τον ήρωά σας;

Δ.Γ.: Συμβολίζει τις γλυκές, νοσταλγικές αναμνήσεις αλλά και το χαμένο όνειρο, τη μεγάλη καριέρα, τη δόξα και τις χαρές που θα μπορούσε ίσως να είχε ζήσει ο ήρωας, αν δεν είχε πιστέψει, σαν παιδί, πως «στη ζωή δεν υπάρχουν δοκάρια και οφσάιντ και πως η μπάλα μπαίνει πάντα μέσα».

Μ.Γ.: «Σαν άνθρωποι» είναι το επόμενο διήγημα και θέλω να σας ρωτήσω, υπερβολική αγάπη ή μοναξιά υπάρχει πίσω από τη συμπεριφορά της ηρωίδας σας;

Δ.Γ.: Οπωσδήποτε κρύβεται και αγάπη και μοναξιά πίσω από την πολύ ιδιαίτερη συμπεριφορά της ηρωίδας, ωστόσο η συνισταμένη αυτών των δύο συνιστωσών στη συγκεκριμένη περίπτωση, καταλήγει να είναι η εγωιστική συχνή πεποίθησή μας πως πρέπει να προσπαθήσουμε να κάνουμε τον διπλανό μας να μοιάσει μ’ εμάς, κάτι που συνήθως θέλουμε τόσο πολύ, που ξεχνάμε να ρωτήσουμε αν το θέλει και αυτός.

Μ.Γ.: Στο διήγημα «Λάδι» κυριαρχεί η καχυποψία ή κάτι άλλο;

Δ.Γ.: Κυριαρχεί η καχυποψία και η ανώριμη ή ανόητη ή εγωιστική απασχόλησή μας με επουσιώδη πράγματα, που τελικά οδηγούν στο ξόδεμα της ζωής μας. Μια απλή λοιπόν, επιπόλαιη, καχύποπτη σκέψη, όπως για παράδειγμα ότι κάποιος θέλει να μας πιάσει κορόιδο για λίγα ευρώ, μπορεί να μας απασχολήσει για λίγες στιγμές της ημέρας μας και να τη διαγράψουμε απ’ το μυαλό μας ή να μας δηλητηριάσει ένα πολύ όμορφο τριήμερο του Αγίου Βαλεντίνου, στο χειμωνιάτικο Μέτσοβο.

Μ.Γ.: «Τρόμος» και επειγόντως shelfie. Πόσο εξαρτημένοι είναι οι σημερινοί άνθρωποι και κυρίως οι νέοι με το chek in μιας shelfie φωτογραφίας;

Δ.Γ.: Όπως ανέφερα και πιο πριν, θεωρώ πως τα social media έδωσαν τη χαριστική βολή στον σύγχρονο άνθρωπο. Μάλιστα σκέφτομαι ότι ενδεχομένως πιο πολύ να έπληξαν τους λίγο πιο μεγάλους, τους ανθρώπους δηλαδή που δεν έχουν πια καν κάποια υποχρεωτική σχέση με την παιδεία, οπότε και δεν έχουν καμία ελπίδα ανάκαμψης. Έδωσαν στους χρήστες τους την ψευδαίσθηση δημιουργίας, την ψευδαίσθηση παρέμβασης, την ψευδαίσθηση αποδοχής και τελικά ίσως και ύπαρξης, απομυζώντας τους παράλληλα τον όποιο ελεύθερο χρόνο τους που θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιηθεί για κάτι επωφελές και δίνοντάς τους απλώς το δικαίωμα συμμετοχής σε μια τεράστια και ιστορική διαδικτυακή μουτζούρα.

Μ.Γ.: «Πρόλογος» είναι το τελευταίο σας διήγημα. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο πριν και το μετά του ήρωά σας;

Δ.Γ.: Παρότι η διαφορά φαινομενικά είναι τεράστια, εντούτοις ο ήρωας «μετά» ουσιαστικά βρίσκεται περίπου στο ίδιο σημείο με τον ήρωα «πριν» και πολύ σύντομα θα βρίσκεται στο ακριβώς ίδιο σημείο με «πριν», δεδομένου ότι αυτό που φαίνεται ότι κέρδισε δεν ικανοποίησε αυτό που πραγματικά έψαχνε. Οι άνθρωποι, το πνεύμα τους, οι ψυχές τους, οι επιδιώξεις τους, πιστεύω ότι είναι σαν τα εκκρεμή – ταλαντώνονται στη ζωή πολλές φορές, αλλά πάντα επιστρέφουν στη θέση ισορροπίας.

Μ.Γ.: Τι είναι αυτό που θέλετε να εισπράξει ο αναγνώστης με την ανάγνωση των διηγημάτων σας;

Δ.Γ.: Συγγραφικός μου στόχος, πάντα, είναι τα κείμενά μου να λένε κάτι στον αναγνώστη. Όταν τελειώσει δηλαδή την ανάγνωση ενός διηγήματος να αισθάνεται ότι το μυαλό του, η ψυχή του, κάτι διαπραγματεύτηκε. Το ίδιο αναζητώ κι εγώ σαν αναγνώστης. Η λογοτεχνία, όπως και κάθε μορφής τέχνη, δεν καθαγιάζεται εκ φύσεως. Πιστεύω ότι ο δημιουργός πρέπει να της δίνει τέτοια μορφή που να την κάνει χρήσιμη, και όταν την διαθέτει στο κοινό, η χρησιμότητα αυτή πρέπει να αφορά το κοινό. Αν αφορά μόνο εσένα τότε δεν έχεις λόγο να την διαθέσεις στο κοινό. Ιδιαίτερα η λογοτεχνία πιστεύω ότι βρίσκεται στην πιο δεινή θέση από όλες τις άλλες μορφές τέχνης σήμερα, διότι δεν χρησιμοποιεί εικόνα ενώ παράλληλα απαιτεί μεγάλα χρονικά διαστήματα απασχόλησης, οπότε έρχεται σε αντίθεση με τα χαρακτηριστικά της εποχής, κάτι που αποτελεί μια από τις βασικές αιτίες που οι νέες γενιές δεν διαβάζουν. Γι’ αυτό πρέπει, όταν συμβεί να διαβάσουν, να μην απογοητευτούν, γιατί τότε σίγουρα δεν θα ξαναδιαβάσουν. Η συνταγή της επιτυχίας στη λογοτεχνία δεν μπορεί να είναι η καταθλιπτική γραφή ή η θεματολογία που προσομοιάζει σε καθημερινό τηλεοπτικό σήριαλ, ή η συμπαθής συναλλαγή «διαφήμισα εγώ εσένα – διαφήμισε κι εσύ εμένα». Με τους τρόπους αυτούς πολύ φοβάμαι ότι σύντομα θα έχουμε περισσότερους συγγραφείς από αναγνώστες. Κι αυτό όλο το πρόβλημα δεν αφορά μόνο έναν συγγραφέα ή έστω πολλούς ή ακόμη και τη λογοτεχνία γενικότερα. Αυτό όλο αφορά την κοινωνία συνολικά, την πολιτική, τη δουλειά μας, την καθημερινότητά μας· το χαμηλό επίπεδο θα το βρίσκουμε παντού μπροστά μας, και, δυστυχώς, μάλλον θα μας νικάει.

Μ.Γ.: Εκτός από τη συγγραφή ασχολείστε με το αγωνιστικό σκάκι κι έχετε λάβει πολλές διακρίσεις. Υπάρχει σχέση ανάμεσα στη συγγραφή και στο σκάκι;

Δ.Γ.: Το σκάκι, ιδίως το αγωνιστικό σκάκι, όταν δηλαδή παίζεις σε αγώνες και διεκδικείς διακρίσεις, είναι πολύ ιδιαίτερη περίπτωση. Εγώ ασχολήθηκα εντατικά στα εφηβικά μου χρόνια και η επίδρασή του στην προσωπικότητά μου, η εμβάθυνση και η εσωτερικότητα που μου ανέπτυξε  πρέπει να ήταν καθοριστική για την υπόλοιπη ζωή μου, χωρίς ωστόσο να μπορώ να πω με σιγουριά αν το αυγό έκανε την κότα ή η κότα το αυγό, αν δηλαδή υπήρχε έτσι κι αλλιώς η προδιάθεση. Είναι ξεκάθαρο λοιπόν σε μένα ότι η λογοτεχνία με το σκάκι υπήρξαν σίγουρα συγκάτοικοι για κάποια χρόνια σε κάποιο διαμέρισμά μου και από τότε έμειναν για πάντα φίλοι έστω κι αν δεν βλέπονται συχνά. Τελευταία φορά που φαίνεται πως συναντήθηκαν ήταν στο εξώφυλλο του βιβλίου μου.

Μ.Γ.: Σας ευχαριστώ πολύ για τη συνέντευξη και σας εύχομαι καλοτάξιδο το βιβλίο σας.

Δ.Γ.: Σας ευχαριστώ κι εγώ για τις πολύ ενδιαφέρουσες ερωτήσεις.

*Το βιβλίο «Χωρίς αυταπάτες» του Δημήτρη Γρυπαίου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πνοή.

 Μαίρη Γκαζιάνη

Γεννήθηκε στα Ιωάννινα.  Μεγάλωσε στην Αθήνα όπου ζει μέχρι σήμερα και εργάσθηκε ως τραπεζοϋπάλληλος. Στο παρελθόν ασχολήθηκε ερασιτεχνικά με την φωτογραφία ενώ τώρα ζωγραφίζει και παράλληλα γράφει. Έχει πραγματοποιήσει ατομικές εκθέσεις και έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές.

Τον Μάιο του 2012 κυκλοφόρησε την πρώτη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Σου γράφω…», τον Σεπτέμβρη 2013 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο «Ένα φεγγάρι λιγότερο» από τις εκδόσεις Ελληνική Πρωτοβουλία και τον Ιούνιο του 2014 κυκλοφόρησε το βιβλίο της «Τα πλήκτρα της σιωπής»  από τις εκδόσεις ΄Οστρια. Επίσης, το παραμύθι της «Το ψαράκι του βυθού» συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Παραμύθια και Μαμάδες» εκδόσεις Βερέττα 2015.  Τον Ιούνιο 2017 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της «Άλικα βήματα» από την Εμπειρία Εκδοτική. Τον Νοέμβριο του  2019 κυκλοφόρησε το νέο της μυθιστόρημα «Ζάχαρη άχνη» από τις εκδόσεις Ωκεανός.

Την περίοδο 2011-2012 υπήρξε ραδιοφωνική παραγωγός στο magicradiolive. Από τον Νοέμβρη 2014 συνεργάζεται με το now24.gr και έχει πραγματοποιήσει πάνω από εξακόσιες συνεντεύξεις, καθώς και σχολιασμούς βιβλίων και θεατρικών παραστάσεων. Το 2016 συμμετείχε στην τηλεοπτική εκπομπή «Καλώς τους» του ΑιγαίοTV πραγματοποιώντας συνεντεύξεις σε ανθρώπους των τεχνών. Διετέλεσε Διευθύντρια Σύνταξης του on line Πολιτιστικού Περιοδικού Books and Style από Ιούλιο 2017 έως Μάρτιο 2018 οπότε αποχώρησε οικειοθελώς.

Μεγάλες της αγάπες είναι το θέατρο και ο χορός με τα οποία έχει ασχοληθεί ερασιτεχνικά.

 

 

 

Related posts