Subscribe Now

Trending News

Τα cookies επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την εμπειρία σας στo now24.gr.
Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies, σύμφωνα με τις οδηγίες μας.
03 Δεκ 2021
Πολιτισμός

Άρης Γεράρδης: Η ποίηση είναι εκείνο το κομμάτι της τέχνης που συμπυκνώνει όλη την ανθρώπινη σοφία

Συνέντευξη στη Μαίρη Γκαζιάνη 

Ὁ Άρης Γεράρδης γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1948 και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε στην Ανωτέρα Σχολὴ Φωτογραφίας του Βερολίνου (Fachhochschule Berlin) και εργάστηκε για μια δεκαετία περίπου ως τεχνικὸς φωτογραφίας στην ίδια πόλη. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, μεταξὺ άλλων βιοποριστικών εργασιών, έγραψε παραμύθια και κείμενα, κατ’ αρχάς για το κρατικὸ ραδιόφωνο και μετέπειτα για το ελεύθερο. Συνεργάστηκε με τους ηθοποιούς Αθηνά Παππά (παραμύθια), τον Δημήτρη Πιατὰ (χιουμοριστικά κείμενα, ραδιόφωνο), και μετέφρασε ποιήματα του Γιάννη Κοντού στα γερμανικά. (Τα οστά). Ποιήματά του και στίχοι τραγουδιών του διακρίθηκαν σε διάφορους διαγωνισμούς. Ποιήματά του δημοσιεύονται σε περιοδικά του χώρου στην Ελλάδα και στη Γερμανία. Τον έχει τιμήσει με τη διά βίου φιλία του ο πεζογράφος Μένης Κουμανταρέας. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικὲς συλλογὲς και η παρούσα είναι η τέταρτη.

 ΜΑΙΡΗ ΓΚΑΖΙΑΝΗ: Κύριε Γεράρδη γεννηθήκατε στο Αγρίνιο και μεγαλώσατε στην Αθήνα. Στη συνέχεια πώς βρεθήκατε στο Βερολίνο να σπουδάζετε στην Ανωτέρα Σχολή Φωτογραφίας;

ΑΡΗΣ ΓΕΡΑΡΔΗΣ: Αγαπητή κυρία Γκαζιάνη σας ευχαριστώ πολύ για την εξαιρετική τιμή που μου κάνετε. Στο Βερολίνο βρέθηκα το 1971, αμέσως μετά τη θητεία μου στο στρατό  στα είκοσι τρία μου. Εκεί με υποδέχτηκαν τα ξαδέλφια μου σε ένα περιβάλλον δημοκρατικό, αγωνιστικό, φοιτητικό και με καλλιτεχνικές ανησυχίες από όπου πέρασαν πολλοί αξιόλογοι άνθρωποι. Πριν αρχίσω τις σπουδές στη φωτογραφία, έπρεπε να εδραιωθώ με δουλειά και σπίτι, πράγμα που πραγματοποιήθηκε με την πλήρη αρωγή από τα ξαδέλφια μου, Γιάννη και Λιλίκα και τον σύζυγό της Γιώργο Αργυράκη, καταξιωμένο ζωγράφο στην Κρήτη σήμερα, όπου ζει και εργάζεται. 

Μ.Γ.: Στο Βερολίνο εργαστήκατε επί μια δεκαετία ως τεχνικός φωτογραφίας. Πώς βιώσατε εκείνη τη δεκαετία μακριά από την Ελλάδα;

Α.Γ.: Το κλίμα του Βερολίνου, εκείνη την εποχή ήταν ακόμα καλό για τους μετανάστες. Τους Αουσλέντερ. Χωρίς να λείπει η εκμετάλλευση. Θες από τύψεις για αυτά που είχε προκαλέσει η Γερμανία σε τόσους λαούς, θες από τις προσδοκίες της νεολαίας κυρίως, να αποτάξουν γρήγορα τη ρετσινιά του φασισμού από πάνω τους, είτε από καθαρή ανάγκη εργατικών χεριών για την αναστήλωσή της χώρας τους, τα πρόσωπα που γνώρισα δεν είχαν τίποτα από εκείνο το γκρίζο που ήξερα από τον κινηματογράφο και τις διηγήσεις των μεγαλυτέρων μου. Το δε Βερολίνο, μια πολύ αγαπησιάρικη πόλη, και πολύ δημοκρατική σε σχέση με άλλες, (αφήστε να λένε κάποιους), ήταν άριστο εκείνη τη δεκαετία. Αλλά στη Γερμανία σήμερα έχουν αλλάξει όλα και όχι προς το καλύτερο. 

Μ.Γ.: Επιστρέφοντας καταπιαστήκατε με τη συγγραφή. Πώς προέκυψε αυτή η μεταστροφή από τη φωτογραφία στη λογοτεχνία;

Α.Γ.: Όχι ακριβώς έτσι. Ας τα βάλω σε μια σειρά. Στο Βερολίνο γνωρίστηκα με τον Μένη Κουμανταρέα που είχε έρθει εκεί με την υποτροφία DAAD. Γίναμε καλοί φίλοι για όσο καιρό έμεινε εκεί κι αυτό συνεχίστηκε κατόπιν και στην πατρίδα όταν επέστρεψα με σύζυγο και δυο παιδιά τα οποία βάφτισε, λίγο πριν ξεκινήσουν το σχολείο. Ο Μένης μια δεκαετία περίπου μεγαλύτερός μου βάδιζε ήδη το μονοπάτι του στην τέχνη. Έχω πάντα να το λέω, ότι ο Μένης υπήρξε μέντορας ζωής για μένα. Εξυπακούεται και της τέχνης. Υπήρξε φίλος και αρωγός στη δύσκολη ζωή που ακολούθησε. Επιστρέφοντας ο Μένης στην Ελλάδα με τροφοδοτούσε άοκνα με περιοδικά και βιβλία στο Βερολίνο. Σε κάποιο από αυτά πρέπει να διάβασα κι ένα δυο ποιήματα του Γιάννη Κοντού, (μακαρίτης κι αυτός πια) και μου κίνησαν το ενδιαφέρον. Θα μου τον γνωρίσει αργότερα στην Ελλάδα ο Μένης με τον οποίο ήταν φίλοι, και τότε, χωρίς να το ξέρει ο ίδιος, θα ξεκινήσω τη μετάφραση των «Οστών» του. Τι μακάβριους συνειρμούς κι ο τίτλος. Έπεφτε γέλιο τότε. Γίναμε φίλοι και με αυτόν και με τον άλλο μακαρίτη τον Γιώργο Ιωάννου. Καταδεχτικοί νέοι λογοτέχνες όλοι τους και με το χιούμορ να ξεχειλίζει. Αυτά όταν επέστρεψα στην Ελλάδα, έδωσα αγώνα για την επιβίωση της οικογένειας. Έτσι όλα τα σχέδιά μου, περί τέχνης έμεναν στο συρτάρι. Θα ξεμύτιζα πότε πότε, αλλά η επιβίωση με κρατούσε μακριά. Αργότερα πάντως, είχα κάποια ενασχόληση με το ραδιόφωνο, όπου έγραψα παραμύθια για την ΕΡΤ με την Αθηνά Παππά και χιουμοριστικά κείμενα για τον  Δημήτρη Πιατά. Επίσης στιχουργούσα και έδινα κάποια πράγματα προς τα έξω. Εδώ θέλω να πω ότι η σύζυγός μου μελοποίησε αρκετούς στίχους μου και αργότερα και ο Θέμης Ανδρεάδης. 

Μ.Γ.: Αν και γράψατε διάφορα κείμενα και στίχους τραγουδιών, νομίζω ότι κυρίως σας κέρδισε η ποίηση. Τι αντιπροσωπεύει η ποίηση για εσάς και πώς την ορίζετε;

Α.Γ.: Στίχους έγραφα και γράφω ακόμη. Είναι η πρώτη αγάπη. Δεν ξεχνιέται ποτέ. Η ποίηση τώρα, είναι η μεγάλη ερωμένη. Θα το έχουν πει πολλοί αυτό φαντάζομαι. Στα δεκατρία μου, χωρίς καμιά παραίνεση, είχα διαβάσει και αποστηθίσει Καβάφη. Όλο του το έργο. Χωρίς να καταλαβαίνω τίποτα από όλα αυτά τα βαθύτερα νοήματα που ήρθαν μετά. Με πλούτισε αυτό. Την ίδια εποχή, με αφορμή τη δική μου έφεση πάλι, ήρθαν στη ζωή μου, ο πολυαγαπημένος Ρίτσος και ο Ελύτης. Τα χαρτζιλίκια μου πήγαιναν στο σινεμά και τα βιβλία. Η ποίηση δε θέλει και πολύ για να σε αποπλανήσει. Λίγο να έχεις το μικρόβιο και για πότε κολυμπάς στα βαθιά ούτε που το καταλαβαίνεις. Έπειτα ήταν εκεί, σε όλη την πορεία μου, και οι δυο μεγάλοι μας, Μάνος και Μίκης με τις εξαίσιες μουσικές τους και την λεπτότητα των χειρισμών τους πάνω στην ποίηση… που πάει, παρασολίζει κανείς. Να με συγχωρήσουν κι άλλα πολλά αξιόλογα ονόματα που δεν αναφέρω. Η ποίηση λοιπόν, για να επανέλθω, είναι εκείνο το κομμάτι της τέχνης που συμπυκνώνει όλη την ανθρώπινη σοφία, όλο το μεγαλείο του ανθρώπινου νου, που τον εξυψώνει από το γήινο στο θεϊκό περιεχόμενό του. Στο τελευταίο ερώτημα τώρα. Δεν νομίζω ότι μπορεί κάποιος να ορίσει την ποίηση. Μάλλον η ποίηση ορίζει εμάς, τα όριά μας, τις ικανότητές μας, τις επιδόσεις μας, παρά εμείς αυτήν. Αυτή απαιτεί από εμάς ολοκληρωτική αφοσίωση και σεβασμό και τότε μας δίνεται αναλόγως. Ένας ακόμα λόγος που δεν τολμούσα να εκδώσω τότε. Δύσκολη ερωμένη. 

Μ.Γ.: Έχετε ήδη εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές και πρόσφατα κυκλοφόρησε η τέταρτη με τίτλο «Γυάλινες Μέρες» από τις εκδόσεις Πνοή. Τι είδους ποίηση αφορά; Ποια συναισθήματα επικρατούν στις σελίδες του;

Α.Γ.: Η ποίηση που γράφω είναι συγκέρασμα ρευμάτων που με διαμόρφωσαν κατά καιρούς. Επαφίεται στους αναγνώστες να διαβάσουν και να ανακαλύψουν τι άλλα ρεύματα έχουν αποτυπωθεί στον λόγο μου, γράφοντας και διαβάζοντας ποίηση στα τόσα χρόνια του βίου μου. Ήδη από συλλογή σε συλλογή διαφαίνεται κάποια αλλαγή, ή και η εξέλιξή μου, ανάλογα και με τις συγκινήσεις του κοινωνικοπολιτικού παρόντος που με απασχολεί διαρκώς και διακαώς. Βασικά δεν επιδιώκω κάποια συγκεκριμένη φόρμα. Δεν απευθύνομαι σε κάποιο ειδικό κοινό. Να εκφραστώ επιδιώκω και προχωρώ με το ένστικτό μου ή από ερεθισμούς που προκύπτουν και από τα διαβάσματα των ομότεχνών μου. Και πάντως, η ποίησή μου, θέλω να αφορά στην κοινωνία και στην παίδευσή της με την ευρύτερη έννοια. Η ποίηση σήμερα, παρόλο που πάρα πολλοί καταθέτουν τον λόγο τους και είναι αρκετά διαδεδομένη, είναι σχεδόν απροσπέλαστη για τους πολλούς. Απαιτεί μια βασανιστική παιδεία για το πλατύ κοινό. Γιατί η ποίηση ορμητική όπως τα ποτάμια της σύγχρονης ζωής φεύγει διαρκώς με ασύλληπτες ταχύτητες μπροστά.

Μ.Γ.: «Φιλιά καβούρια» γράφετε σ’ ένα ποίημα. Για τι είδους φιλιά πρόκειται και ποιος τα δίνει και σε ποιον;

Α.Γ.: Το ποίημα είναι γραμμένο την πρωτοχρονιά του 2020 και η πρόθεσή μου ήταν να γράψω κάτι ελπιδοφόρο, εξ’ ου και ο τίτλος. Οι συμβολισμοί στους οποίους καταφεύγουν συγγραφείς και ποιητές (συνειδητά ή ασυνείδητα) για να κρύψουν ή να φωτίσουν το θέμα τους, πολλοί και διάφοροι. Σε κανέναν λογοτέχνη δεν αρέσει να τους εξηγεί γιατί αφαιρεί από τη μαγεία του έργου τους και όχι μόνο. Στο ποίημα αυτό, ίσως ποίημα σχέσης δυο ανθρώπων που είναι εκτεθειμένη και απειλείται, η απειλή είναι τα φιλιά-καβούρια. Και σίγουρα, τα φιλιά – καβούρια που παραμονεύουν μέσα στη νύχτα, δεν παραμονεύουν για καλό. Αλλά δεν έχουν δοθεί ακόμα. Μην ξεχνάμε και το ιδίωμα του καβουριού να περπατάει πλαγίως. Ποτέ μετωπικά. Αν στις σημερινές σχέσεις επικρατήσει το πλάγιο, η υποκρισία, έχουμε ανατροπές που φτάνουν ως το ανάκλιντρο του ψυχοθεραπευτή. Αλλά ευτυχώς δεν είναι και όλα τα φιλιά ίδια. Φοβάμαι ότι ούτε εγώ μπορώ να απαντήσω μετωπικά. Προσπάθησα να δώσω έναν τρόπο ανάγνωσης, από τους δεκάδες που υπάρχουν. 

Μ.Γ.: Ποια είναι τα «κέρματα» που ρίχνει κάποιος στο μυαλό του για να μπορεί να τα ξοδεύει;

Α.Γ.: Η ερώτηση αυτή εμπίπτει στα παραπάνω. Δύσκολα θ’ αναλύσει ο δημιουργός το έργο του. Όμως κρατείστε αυτό: Ο δημιουργός τις περισσότερες φορές κυριολεκτεί. Σπάνια του ξεφεύγουν, λέξεις ή φράσεις. Έτσι λοιπόν το ανοιχτό μυαλό ενός παππού δέχεται κάτι πολύτιμο εν προκειμένω. Το αποταμιεύει για ποιον και γιατί; Εσείς απαντάτε σε αυτό.

Μ.Γ.: Τι αντιπροσωπεύουν τα τρία χρώματα στα «άλογα» του ομότιτλου ποιήματος;

Α.Γ.: Η ποίηση παρόλο που χρησιμοποιεί θέματα της τρέχουσας καθημερινότητας δεν είναι πάντα ρεαλιστική.  Ο κάθε ποιητής, με εργαλείο τις λέξεις του, δημιουργεί μια άλλη, υπερβατική πραγματικότητα. Με νέες εικόνες και σκέψεις. Αναζητά κι ο ίδιος νέους κόσμους που δεν γνωρίζει. Πειραματίζεται και εξερευνά και είναι ευτυχής να μεταδώσει ό,τι μπορεί από αυτό που αντιλήφθηκε ή μόνο ένιωσε. Δεν θα αναφέρω λοιπόν, ότι αυτό ή κάποιο άλλο ποίημα είναι πολιτικό, ερωτικό, ή κοινωνικό. Ούτε τι κρύβουν τα τρία χρώματα. Με λίγη επιμονή και φαντασία θα εισπράξει ο καθένας την ποίηση όπως ο ίδιος την αντιλαμβάνεται. Άλλωστε με τη δική του διαίσθηση ο αναγνώστης περνάει καλύτερα.

Μ.Γ.: Τι χρειάζεται να φωτίσει «Ο φάρος» του ομότιτλου ποιήματος;

Α.Γ.: Τι μπορεί να πρεσβεύει σ’ ένα φανερά κοινωνικό ποίημα το τσιγάρο – φάρος που πετιέται απ’ το παράθυρο; Αδιαφορία; Κάποιο μυστικό σινιάλο; Για την ιστορία. Το ποίημα αυτό γράφτηκε πολύ πριν από την τωρινή πανδημία. Κι αναρωτιέμαι εδώ εγώ μαζί σας: θα μπορούσε να δει κανείς τον προφητικό λόγο της ποίησης εδώ; 

Μ.Γ.: «Συγκολλητική ταινία ονείρων» γράφετε σ’ ένα ποίημα. Πότε απαιτείται;

Α.Γ.: Ο ποιητής εδώ, μιλάει σαφώς για έναν απόμαχο κατά την αποχώρησή του από το προσκήνιο. Και ναι, είναι βιωματικό, όπως πολλά ποιήματά μου. Έχει βέβαια άλλες, πολλές προεκτάσεις και κλείνει πονηρά το μάτι στους ρέκτες αυτού του είδους ποίησης να τις αποσαφηνίσουν. 

Μ.Γ.: Από τι χαρακτηρίζεται «Η έρημος ενός εικοσιτετράωρου» όπως τιτλοφορείται ένα ποίημά σας;

Α.Γ.: Υπάρχει μια διάχυτη βεβαιότητα στο ποίημα. Βεβαιώνει τα πάντα, χωρίς να αφήνει σκιές. Αν, μήπως, ίσως κ.λπ. Ορίζει, -με επαναλήψεις κιόλας- ότι αυτό είναι έτσι και μόνον έτσι. Το μόνο αίνιγμα, είναι κάποια υπόνοια με την έκφραση: Η έρημος του εικοσιτετράωρου. Πιστεύω ότι δίκαια αφήνεται ο αναγνώστης να περιπλανηθεί σ’ αυτήν την έρημο μόνος του. Αυτήν νομίζω πρέπει να διασχίσει για να ανακαλύψει ο ίδιος τον κόσμο που τον περιβάλλει. 

Μ.Γ.: «Ο βίος σου κλεισμένος στο ψυγείο» γράφετε. Είναι αυτή εικόνα του σημερινού ανθρώπου;

Α.Γ.: Κυρία Γκαζιάνη, σωστά το τοποθετείτε. Σωστά το αντιληφθήκατε εξαρχής. Η εθελούσια μοναξιά, πολλών ανθρώπων, τι άλλο από αποξένωση μπορεί να είναι; Η οποία δεν προκαλείται από μόνη της. Ειδικά στις μεγαλουπόλεις των αναπτυγμένων χωρών είναι το κατεξοχήν γνώρισμα. Οι σχέσεις πολύπλοκες και παγερές, παρότι έπρεπε να συμβαίνουν, χωρίς την παραμικρή καχυποψία. Οι άνθρωποι φοβούνται να ζήσουν πια. Αλλά δείτε κι εδώ στην μικρή Ελλάδα, πόσες άγριες γυναικοκτονίες έχουμε εφέτος. Έντεκα πριν καν τελειώσει ο χρόνος. Πιστεύω ότι η αποξένωση είναι η κυρίαρχη συνιστώσα των ψυχολογικών προβλημάτων ανάμεσα στα ζευγάρια κι αυτό φωτογραφίζω στο ποίημα ΟΙ ΙΝΤΡΙΓΚΕΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ, ένα ποίημα τραγικό στο βάθος του. 

Μ.Γ.: Ποιο είναι «το αόρατο χέρι που κινεί τα νήματα» στο ποίημα «Αναζητώντας τις χαμένες αισθήσεις;

Α.Γ.: Αυτό το αόρατο χέρι μπορεί να είναι ο θεός, οι συμπτώσεις ή οι επιδιώξεις ενός στρεβλού κράτους ή ενός εχθρού, η βαθιά κρυμμένη συνείδησή μας, οτιδήποτε. Κι εδώ πρέπει, να σας δώσω ένα παράδειγμα για το πώς θα μπορούσε να αναρωτηθεί ο αναγνώστης: Είναι το ποίημα πολιτικό; Ποιοι μπορεί να είναι οι επιδρομείς που ακούς στο κοινοβούλιο που αφού εμφανώς το κατέλαβαν μετακομίζουν στο σπίτι σου; Να επαναλάβω ότι οι ποιητές επιδιώκουν να ακριβολογούν; Η ποίηση διαβάζεται με όλες τις αισθήσεις τεταμένες, θα έλεγα εν κατακλείδι. 

Μ.Γ.: Πώς προκαλείται «Η βαθύτερη μελαγχολία του όχλου» όπως είναι ο τίτλος ενός ποιήματός σας;

Α.Γ.: Ο τίτλος αυτού του ποιήματος επρόκειτο να αποτελέσει και τον τίτλο της παρούσας συλλογής ΓΥΑΛΙΝΕΣ ΜΕΡΕΣ. Γεννήθηκε δε στην αρχή της πανδημίας. Κάτω από το νεόκοπο βάρος, του άγνωστου εγκλεισμού και καταναγκασμού των ανθρώπων, που άλλαζαν βίαια, όλη την μέχρι τότε ψυχολογία τους. Τα μάτια και τα λόγια όλων μας, αυτά έδειχναν και έλεγαν. Αυτά διάβαζα κι εγώ για αρκετό καιρό. Ο πρώτος αυτός καιρός αν και βασανιστικός ήταν και πρόσφορος για βαθύτερη ενδοσκόπηση. Για «περιπάτους» με οδηγό τις αναμνήσεις μας και τους φόβους μας στα βαθύτερα επίπεδα του ψυχισμού μας. Αυτό περίπου ήταν και το υπόβαθρο που θα αποτυπωνόταν σε πολλά ποιήματά μου που γράφτηκαν εκείνες τις μέρες. Μοιραία λοιπόν, βρέθηκα να ενδοσκοπώ και να προσπαθώ να εκφραστώ και να εκφράσω την περιρρέουσα ψυχολογία που άλλαξε αρκετά γρήγορα θα έλεγα, γι’ αυτό και επικράτησε ο σημερινός τίτλος, ο πλέον διάφανος ως προς τα αισθήματα και τις αντιδράσεις του «όχλου». «Όχλου» σε εισαγωγικά γιατί από ένα διάστημα και μετά, ο φόβος, η κακή ενημέρωση, κι ένα σωρό άλλοι παράγοντες, μας μεταμόρφωσαν σε ανέλεγκτο όχλο. Δείτε σήμερα πώς χωρίστηκε η κοινότητα σε εμβολιασμένους και αντιεμβολιαστές που κατεβαίνουν στους δρόμους ως αντίπαλοι, και σταματώ εδώ, γιατί μπαίνουμε σε άλλα χωράφια. Πάντως οι ΓΥΑΛΙΝΕΣ ΜΕΡΕΣ, είναι το επόμενο στάδιο που εξέλαβα ως καλύτερη αποτύπωση της πορεία μας στον καιρό του κορωνοϊού. Τον κατέθεσα με μια νότα εύθραυστης(;) αισιοδοξίας. Παρόλη την παρουσία του παντεπόπτη χρόνου που καραδοκεί και μας ακινητοποιεί, βλέποντας μέσα στις ψυχές μας. 

Μ.Γ.: «Χτες, παρόν και αύριο μετατοπίζονται διαρκώς» είναι μια αιώνια αλήθεια. Τι σημαίνει για εσάς ο χρόνος;

Α.Γ.: Ο χρόνος είναι ο σταυρός του σύμπαντος επάνω στις ζωές όλων μας και δεν μπορεί να σημαίνει κάτι διαφορετικό για τον καθένα. Το θέμα είναι πώς τον αντιλαμβάνεται, πώς τον εισπράττει και πώς τον αντιμετωπίζει ο καθένας. Με τον χρόνο παλεύουμε όλοι οι ποιητές, αλλά και γενικότερα όλοι οι καλλιτέχνες. Όλοι μας ψάχνουμε τρόπους να καταθέσουμε ιδέες για την ύπαρξή μας. Όλοι θέλουμε να στάξουμε λίγες σταγόνες αιωνιότητας όπου νομίζουμε ότι την ανακαλύψαμε. Κάθε ψυχή έχει τον δικό της τρόπο να αποτυπώνει τον πόνο της, για το πρόσκαιρο της ύπαρξής μας ή τις μικρές ευτυχίες της ζωής. Όλες αυτές τις ματαιότητες που κουβαλάει από γεννησιμιού του, ο καθένας μας. Ένα αίνιγμα είναι λοιπόν ο χρόνος, που αλλάζει και μετατοπίζεται συνεχώς και μένει αδιερεύνητο, κυρία Γκαζιάνη. Και αυτό το αίνιγμα κυνηγάει εμάς κι εμείς αυτό διαρκώς. Διαρκώς. Τι θα πει διαρκώς; Χρόνος αιώνιος. Είδατε λάθος; Ας πούμε όσο ζει ο καθένας μας. 

Μ.Γ.: Στην ενότητα «Ο κύκλος του Βερολίνου» περιλαμβάνονται ποιήματα ημιαντοχής όπως τα χαρακτηρίζετε. Τι αφορούν αυτά τα ποιήματα και πώς προέκυψαν;

Α.Γ.: Στην μικρή αυτή ενότητα περιέχονται ποιήματα από τη ζωή μου στο Βερολίνο, στα οποία προσπαθώ και ο ίδιος να ανιχνεύσω τι έμεινε και γιατί από τότε. Δούλεψα, σπούδασα, συναγελάστηκα, ντόπιους αλλά και συμπατριώτες και γεύτηκα πολλές καλές και κάποιες δυσάρεστες καταστάσεις. Πότε πάνω, πότε κάτω. Ακόμα τότε οι γηγενείς Βερολινέζοι, είχαν και έφεραν τις τύψεις τους για τον πόλεμο που προκάλεσαν. Σταδιακά απώλεσαν αυτό το ελάχιστο φιλότιμο. Αυτή η διακύμανση αποτυπώθηκε στη συμπεριφορά τους στους Αουσλέντερ (μετανάστες) και σε μένα. Επέστρεψα στην πατρίδα πριν την κατάρρευση του τείχους. Σήμερα ζουν εκεί τα παιδιά μου, (μισοί Γερμανοί) και εγώ μισοχαρούμενος μισολυπημένος, αναπολώ αυτοσαρκαζόμενος στα ποιήματά μου, ό,τι πιστεύω πως μπορεί να ειπωθεί για καλό. 

Μ.Γ.: Υπάρχει μια ακόμα ενότητα με τίτλο «Τα απρόβλεπτα» (Μονόλογοι ενός κατ’ εξακολούθηση αυτόχειρα) και πρόκειται για πεζοποίηματα. Τι αφορούν τα «απρόβλεπτα» και ποιος είναι ο κατ’ εξακολούθηση αυτόχειρας;

Α.Γ.: Κυρία Γκαζιάνη, με πηγαίνετε στο δεύτερο μέρος του βιβλίου. Το έχετε διαπιστώσει, βέβαια ότι οι ΓΥΑΛΙΝΕΣ ΜΕΡΕΣ αποτελούν στην ουσία, ένα διπλό βιβλίο. «Τα απρόβλεπτα» γράφτηκαν με μια γερή δόση διάθεσης, μη υποταγής στους ποιητικούς νόμους. Όταν ξεκινούσα ένα θέμα δεν ήξερα που θα με βγάλει. Πεζό; Ποίημα; Δεν περιόριζα τη σκέψη μου, δεν την οριοθετούσα. Περίμενα να δω, που θα καταλήξει το υποσυνείδητό μου. Έτσι κι αλλιώς είμαι λάτρης των μικρών διηγημάτων. Γράφοντας και ξαναγράφοντας, είδα ότι έχουν και ποιητική αξία όσα είχα μπροστά μου. Έτσι αποφάσισα να επικεντρώσω τη γραφή μου, ακριβώς σε αυτό που λέει κι ο τίτλος τους. Στο απρόβλεπτο. Απρόβλεπτη ιστορία με απρόβλεπτο τέλος και υποστήριξη από ξέχωρα μικρά επιμύθια που δίδαξε ο Ελύτης στη Μαρία Νεφέλη. Οι ιστορίες, (για μικρές ιστορίες πρόκειται), τις πιο πολλές φορές έρχονταν αυθόρμητα και από διαφορετικά πεδία• χρονικά, τοπικά, ιστορικά, γεγονότα ή σημερινές αναφορές κι επιρροές από διαφορετικά ρεύματα ποίησης. Αυτά βλέπετε, όταν διαβάζετε τους μονόλογους ενός κατ’ εξακολούθηση αυτόχειρα. Έτσι ένιωθα όταν «άδειαζα» μετά από κάθε «τελειωμένο» πεζοποίημα. Η χαρά βέβαια που αφήνει η επίγευση καθενός εγχειρήματος είναι μεγάλη. Εύχομαι να την απολαύσουν και οι αναγνώστες που θα το πάρουν στα χέρια τους. Οι πρώτες ενδείξεις είναι ενθαρρυντικές. Πολλοί φίλοι στέκονται πολύ στα πεζοποίηματα. Κάποιοι βλέπουν μια υποβόσκουσα θεατρικότητα. Τι να πω! Η χαρά του συγγραφέα, να τον ξεπερνάει το έργο του. 

Μ.Γ.: Πιστεύετε ότι ο κόσμος στην Ελλάδα διαβάζει ποίηση κι αν όχι πού οφείλεται;

Α.Γ.: Η ποίηση είχε, έχει και σίγουρα θα έχει πάντα ένα δικό της κοινό. Μεγάλωσε το κοινό; Ελαττώθηκε; Αυτά είναι στατιστικά που μόνο από τους εκδότες μπορούν να απαντηθούν. Το βέβαιο είναι ότι ήδη και οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι αποστασιοποιούνται από τις εκδόσεις γνωστών και μη ποιητών, επειδή δεν «πουλάνε». Το εύκολο κέρδος βλέπετε. Όνειδος. Η κρατική μέριμνα για να διασωθεί αυτός ο πολιτιστικός πλούτος είναι από όσο γνωρίζω, ελάχιστη. Οι ποιητές, παραγκωνισμένοι πάντα, συνεχίζουν όπως κι όσο μπορούν το έργο τους. Η ταπεινή γνώμη μου εδώ, είναι πως αυτό έχουν να πραγματοποιούν. Να γράφουν, βλέποντας και αποτυπώνοντας το παρόν, χαράσσοντας το μέλλον του τόπου και να μην ενδιαφέρονται για τα στατιστικά. Την ερώτηση την έχω απαντήσει και σε πρόσφατη συνέντευξή μου και θα σταχυολογήσω κάποιες αναφορές: «Άλλες οι ανάγκες την εποχή του Ομήρου, άλλες πριν έναν αιώνα, άλλες σήμερα». «΄Η ποίηση απαιτεί παιδεία, εμβάθυνση, προσήλωση, πέρα από την αγάπη και την καλή διάθεση, δεν προσφέρεται για εύκολες συνευρέσεις». «Με το ιντερνέτ στη γωνία πού θα καταφύγει, ειδικά, ο έφηβος;»

«Θα τελειώσω αισιόδοξα: Η ποίηση θα έχει πάντα το κοινό της στην Ελλάδα. Είναι η πατρίδα της. Και ποίηση, θα υπάρχει όσο υπάρχει Ελλάδα. Τέτοια, που θα γεννάει από καιρό σε καιρό, Μεγάλους Ποιητές, και θα μεταδίδεται, “είτε με πομπούς και με κεραίες”, είτε με τα τάμπλετ σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης».

 Μ.Γ.: Σας ευχαριστώ πολύ για την παραχώρηση της συνέντευξης κι εύχομαι καλοτάξιδο το βιβλίο σας.

Α.Γ.: Σας ευχαριστώ κι εγώ κυρία Γκαζιάνη για τις ερωτήσεις σας και την ευκαιρία να τις απαντήσω στο ευρύτερο κοινό, όσο καλύτερα μου ήταν δυνατόν. Συγγνώμη για το «δασκαλίστικο ύφος», σε πολλές από αυτές. Σας εύχομαι με τη σειρά μου, να έχετε πολλές επιτυχίες σε αυτό που υπηρετείτε.

*Η ποιητική συλλογή «Γυάλινες Μέρες» του Άρη Γεράρδη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πνοή

 Μαίρη Γκαζιάνη

Γεννήθηκε στα Ιωάννινα.  Μεγάλωσε στην Αθήνα όπου ζει μέχρι σήμερα και εργάσθηκε στον τραπεζικό χώρο. Στο παρελθόν ασχολήθηκε ερασιτεχνικά με την φωτογραφία, τη ζωγραφική και τα τελευταία δέκα χρόνια με τη συγγραφή. Έχει πραγματοποιήσει ατομικές εκθέσεις και έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές.

Την περίοδο 2011-2012 υπήρξε ραδιοφωνική παραγωγός στο magicradiolive. Από τον Νοέμβρη 2014 συνεργάζεται με το now24.gr και έχει πραγματοποιήσει πάνω από εξακόσιες συνεντεύξεις, καθώς και σχολιασμούς βιβλίων και θεατρικών παραστάσεων. Το 2016 συμμετείχε στην τηλεοπτική εκπομπή «Καλώς τους» του ΑιγαίοTV πραγματοποιώντας συνεντεύξεις σε ανθρώπους των τεχνών. Διετέλεσε Διευθύντρια Σύνταξης του on line Πολιτιστικού Περιοδικού Books and Style από Ιούλιο 2017 έως Μάρτιο 2018 οπότε αποχώρησε οικειοθελώς.

Μεγάλες της αγάπες είναι το θέατρο και ο χορός με τα οποία έχει ασχοληθεί ερασιτεχνικά κι έχει συμμετάσχει σε θεατρικές και χορευτικές παραστάσεις.

Τον Μάιο του 2012 κυκλοφόρησε την πρώτη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Σου γράφω…», τον Σεπτέμβρη 2013 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο «Ένα φεγγάρι λιγότερο» από τις εκδόσεις Ελληνική Πρωτοβουλία και τον Ιούνιο του 2014 κυκλοφόρησε το βιβλίο της «Τα πλήκτρα της σιωπής»  από τις εκδόσεις ΄Οστρια. Επίσης, το παραμύθι της «Το ψαράκι του βυθού» συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Παραμύθια και Μαμάδες» εκδόσεις Βερέττα 2015.  Τον Ιούνιο 2017 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της «Άλικα βήματα» από την Εμπειρία Εκδοτική. Τον Νοέμβριο του  2019 κυκλοφόρησε το νέο της μυθιστόρημα «Ζάχαρη άχνη» από τις εκδόσεις Ωκεανός. Τον Ιούνιο 2021 κυκλοφόρησε  το νέο της μυθιστόρημα με τίτλο Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ από τις εκδόσεις Ωκεανός.    

Related posts