Subscribe Now

Trending News

Τα cookies επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την εμπειρία σας στo now24.gr.
Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies, σύμφωνα με τις οδηγίες μας.
03 Δεκ 2021
Πολιτισμός

Άννα Παπαδάκη-Σωτηριάδη: Ο άνθρωπος που ψάχνει, έχει ανάγκη από το εύρημα

Συνέντευξη στη Μαίρη Γκαζιάνη 

Η Άννα Παπαδάκη-Σωτηριάδη γεννήθηκε το 1970 στη Νεάπολη Μεραμβέλλου Κρήτης, όπου τελείωσε το Γενικό Λύκειο. Ήταν παντρεμένη με τον γλύπτη Νίκο Σωτηριάδη και έχει δύο παιδιά. Ζει στο Καλό Χωριό του Αγίου Νικολάου και τα τελευταία χρόνια δραστηριοποιείται στον χώρο του τουρισμού. 

ΜΑΙΡΗ ΓΚΑΖΙΑΝΗ: Κυρία Παπαδάκη γεννηθήκατε και μεγαλώσατε στην Κρήτη όπου ζείτε μέχρι σήμερα. Τι αντιπροσωπεύει για εσάς ο τόπος σας;

ΑΝΝΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ-ΣΩΤΗΡΙΑΔΗ: Άργησα πολύ να καταλάβω πόσο ζωντανό είναι μέσα μου το κύτταρο της Κρήτης. Μόνο αφού παρατήρησα πόσο πολύ έρχεται και ξανάρχεται στις ιστορίες που θέλω να πω, και σαν γλώσσα και σαν τοπιο- και ανθρωπο-γεωγραφία, έφτασα να το συνειδητοποιήσω πως ακόμη κι αν το θελήσω, δε θα μπορέσω να της κρυφτώ όπου και να πάω. Και τα λέω αυτά χωρίς καμιά διάθεση τοπικισμού, καθώς δε θεωρώ πως ο τόπος μου είναι ο ωραιότερος που υπάρχει. Είναι όμως ο δικός μου τόπος. Και τον ξεχωρίζω, όπως ξεχωρίζουμε τη μάνα μας μέσα σε όλες τις γυναίκες του κόσμου. 

Μ.Γ.: Τα τελευταία χρόνια δραστηριοποιείστε στον τουρισμό. Πως διαχειριστήκατε τις δυσκολίες που προέκυψαν με το lockdown λόγω του Covid-19;

Α.Π.-Σ.: Γνωρίσαμε όλοι ένα τοπίο που δεν είχαμε ξαναβιώσει,  ειδικά όσοι ασχολούμαστε με επαγγέλματα που έχουν να κάνουν με τον άνθρωπο και με την παροχή υπηρεσιών. Κληθήκαμε να γίνουμε πιο υπομονετικοί, πιο εφευρετικοί, δοκιμάσαμε τις αντοχές μας ψυχικές και σωματικές. Κυρίως επειδή ο κόβιντ αποτέλεσε μιας πρώτης τάξεως δικαιολογία για όσους είχαν από πάντα λάθος πρακτικές και σκοπούς δόλιους. Ο τουρισμός δεν αποκαλείται τυχαία “η βαριά βιομηχανία” της χώρας. Είναι ένας κλάδος με τεράστια δυναμική και προοπτικές. Πάνω σε αυτό το τεράστιο σώμα όμως και στα παρακλάδια του, βρίσκονται κουμπωμένα ασύλληπτα πολλά γρανάζια. Όποιο από αυτά σκαλώσει, επιφέρει μια δυσλειτουργία που, όχι πολύ μακροπρόθεσμα,  αντανακλά παντού. Ο καθένας από μας δυστυχώς στην καθημερινότητά του, αντί να ασχολείται αμιγώς με το αντικείμενό του, προσπαθεί να παρακάμπτει τα ελαττωματικά μέρη για να λειτουργήσει  ομαλά το σύστημα. Κι αυτό  για όσους μπορούν και βλέπουν ολόκληρη την εικόνα, τί έχουμε στα χέρια μας, μέχρι πού μπορούμε να το φτάσουμε και μέχρι πού το φτάνουμε τελικά, δε μπορεί παρά να είναι μια οδυνηρή ματαίωση τις περισσότερες φορές. 

Μ.Γ.: Αποφασίσατε ν΄ ασχοληθείτε και με τη συγγραφή. Ποιο ήταν το έναυσμα;

Α.Π.-Σ.: Γράφω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Μου βγαίνει πιο αβίαστα ο γραπτός λόγος από όσο ο προφορικός, δεν ξέρω γιατί, οργανώνεται η σκέψη μου από μόνη της. Άρα, δε μπορώ να μιλήσω για έναυσμα, με την αυστηρή έννοια της λέξης. Απλά, σχετικά πρόσφατα αποφάσισα να τολμήσω να εκτεθώ. Ειλικρινά, μη έχοντας καμία εικόνα για την ποιότητα του γραπτού μου, ή για την πιθανή τύχη του. Οι εκδόσεις Ψυχογιός με αγκάλιασαν αμέσως και πολύ θερμά και πολύ ευχαριστώ για την ευκαιρία και την εμπιστοσύνη. 

Μ.Γ.: Πρόσφατα κυκλοφόρησε το πρώτο βιβλίο σας με τίτλο «Το ύψιλον της λύπης». Πως προέκυψε ο ιδιαίτερος αυτός τίτλος;

Α.Π.-Σ.: Προέκυψε περίπου στο μέσον του βιβλίου, όταν πια συνέλαβα την κοινή συνισταμένη της ιστορίας και ποια είναι η κακοδαιμονία που καταδυναστεύει τις ζωές των ανθρώπων σαν ασθένεια που πρέπει να ξορκιστεί, αλλιώς δεν περνά από μόνη της. Και θυμήθηκα μια φράση που μας έλεγε η δασκάλα μας όταν μαθαίναμε να γράφουμε, “το ύψιλον το θυμάστε, είναι το τσουκαλάκι που περιμένει να γεμίσει”. Δε θα μπορούσε η λύπη να γράφεται με άλλο “ι”, οι γλώσσες είναι φτιαγμένες με ορθογραφία ανώτερης συναισθηματικής νοημοσύνης. Και δεν είναι τυχαίο το γεγονός του ότι στους ρηχούς και άκαρδους καιρούς μας κακοποιούνται τόσο βάναυσα. 

Μ.Γ.: Με τι έρχεται σε επαφή ο αναγνώστης στις σελίδες του βιβλίου;

Α.Π.-Σ.: Τώρα πια, βλέποντάς το από χρονική απόσταση, νομίζω κυρίως με τη θάλασσα. Με τη Θάλασσα. Κεφαλαίο το θήτα, θεότητα είναι εξάλλου. Εγώ κι οι σύγχρονοί μου νομίζουμε ότι τη γνωρίζουμε. Όμως δεν ξέρουμε ακριβώς το πόσο και το πώς αυτή η ίδια θάλασσα έζησε κι ανάστησε τόπους και ανθρώπους και το πώς την ίδια στιγμή κατέστρεψε ζωές και περιουσίες. Η αίσθησή της, η γνώση της κι η κουλτούρα της έχουν πολύ μεταβληθεί στους καιρούς μας, όπως και όλα δηλαδή της ζωής μας έχουν γίνει πιο απρόσωπα, πιο πλαστικά. Δεν ξέρω αν γίνεται να διακατέχεται κάποιος από νοσταλγία για κάτι που καλά-καλά δεν έχει γνωρίσει. Όμως έχω συνέχεια στ’ αυτιά μου τη φωνή της. Και σαν κάτι να μου λέει πως γυρεύει από εμένα. 

Μ.Γ.: «Ένα είναι το χρέος που μας δόθηκε: το φως» αναφέρεται στο οπισθόφυλλο. Πόσο εύκολη ή δύσκολη είναι η διαδρομή ως το φως;

Α.Π.-Σ.: Κάποτε ένας καθηγητής μας των μαθηματικών υποστήριζε με σθένος ότι δεν υπάρχουν δύσκολα μαθηματικά προβλήματα, υπάρχουν μόνο προβλήματα που ακόμη δεν ξέρουμε να λύσουμε. Έχω την ακλόνητη πεποίθηση ότι ο άνθρωπος έρχεται σε αυτή τη γη για να ευτυχήσει, αλλά η ευτυχία είναι κι αυτή ένα ταλέντο. Ισχύει λοιπόν ότι και για τα άλλα ταλέντα. Χρειάζεται εξάσκηση. Καθημερινή, ακούραστη, επίμονη εξάσκηση. Δεν είναι πάντα εύκολο να σηκώνεται κανένας από το κρεβάτι του το πρωί. Χρειάζεται να βρίσκει πάντα ένα λόγο για να το κάνει. Να βρίσκουμε λοιπόν τους λόγους. Ας μην είναι τεράστιοι, ας μην είναι σπουδαίοι. Η ευτυχία κρύβεται στις στιγμές και στα μικρά καθημερινά πράματα. 

Μ.Γ.: Μια ερωτική ιστορία του σήμερα σκοντάφτει σε μια ερωτική ιστορία του παρελθόντος. Ποια είναι η κοινή συνισταμένη μεταξύ τους;

Α.Π.-Σ.: Ο Σπύρος. Που ελάχιστα τον άφησα τον καημένο να μιλήσει, όλα γύρω του γυρίζουν σαν στρόβιλος ζωής κι είναι οι ζωές κι οι φωνές των άλλων που τελικά τον περιγράφουν. Θυμάμαι πόσο πολύ μου άρεσε όταν ήμουν μικρή να ενώνω τις τελείες για να δω στο τέλος την εικόνα και πόσο πολύ εντύπωση μου έκανε το ότι δε μπορούσα να τη διακρίνω από την αρχή. Φαίνεται ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος  είναι προγραμματισμένος να μην καταγράφει το προφανές προτού γίνει προφανέστατο. 

Μ.Γ.: Η Αριάδνη κι ο Σπύρος είναι εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες, θάλασσα αυτή βουνό εκείνος. Τι ήταν αυτό που τους έφερε κοντά;

 Α.Π.-Σ.: Ο έρωτας, η άλλη θεότητα, από την οποία παραδοσιακώς την έχουν πατήσει ανά τους αιώνες ακόμη κι οι καλύτεροι των καλύτερων. Μια αγαπημένη φράση μου είναι αυτή που γράφει η Μαργαρίτα Καραπάνου στο Rien ne va plus: “ο έρωτας είναι σατανικός. Διότι αναιρεί συνεχώς ό,τι υπόσχεται και υπόσχεται συνέχεια ό,τι σκοπεύει να αναιρέσει στο μέλλον”.  Αυτός ο μικρός τσίτσιδος γιος της Αφροδίτης που είναι και ντιπ στραβόγιαννος κι αλλού σκοπεύει με το τόξο, αλλά αλλού πάει το βέλος- μα ποιος να του κρατήσει κακία, ε; 

Μ.Γ.: Κλειστό βιβλίο είναι ο Σπύρος για την Αριάδνη. Που οφείλεται ότι είναι σφιχτά κλειστό όστρακο όπως τον χαρακτηρίζει;

Α.Π.-Σ: Τον φαντάζομαι το  Σπύρο σαν έναν άνθρωπο που αν και αγαπήθηκε, δεν έζησε εύκολα, λόγω του συναισθηματικού φορτίου που ζαλώθηκε χωρίς να ερωτηθεί και, βέβαια, χωρίς να φέρει ο ίδιος την παραμικρή ευθύνη. Δε μπορούμε να περιμένουμε από τους ανθρώπους να μπορούν να διαχειρίζονται πάντα με χάρη όσα φορτώθηκαν στους ώμους τους νωρίς και εν πολλοίς, τους καθόρισαν. Νομίζω όμως πως ακόμη και τα πιο σφιχτοκλεισμένα όστρακα ανοίγουν κάποτε. Όταν πέσουν στο σωστό πιρούνι. 

Μ.Γ.: «Εσύ και τα αινίγματά σου φταίτε που παράτησα τη Ζωή στην τύχη της» σκέφτεται η Αριάδνη για τον Σπύρο μετά από μια πολύ δύσκολη στιγμή της φίλης της. Έφταιγε ο Σπύρος ή ήταν μια δικαιολογία προς τον εαυτό της;

Α.Π.-Σ.: Τους φίλους δεν τους παρατάμε όταν βρούμε γκόμενο, αυτό είναι νόμος. Οι φίλοι είναι τα αδέρφια που διαλέξαμε. Οι φίλοι μου κι εγώ κάνουμε όνειρα να αγοράσουμε -με τί λεφτά, δεν ξέρω, αλλά στα όνειρα δεν υπάρχουν κωλύματα- ένα παλιό παρατημένο χωριό, να το αναστηλώσουμε και όταν- σε πολλάαα χρόνια από σήμερα- γεράσουμε, να πάμε να μείνουμε εκεί όλοι μαζί, όπου θα έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο να επιδιδόμαστε σε διαγωνισμό καλαθοπλεκτικής μετά οινοποσίας και άλλα τέτοια ευγενή αθλήματα. 

Μ.Γ.: «Υπήρξε άραγε καιρός που η μάνα του δεν αποτελούσε έπιπλο αλλά άνθρωπο;» αναρωτιέται ο Αντρέας για τη μητέρα του. Ποια είναι η στάση του απέναντι στη μάνα του;

Α.Π.-Σ.: Ο Αντρέας σε όλη του τη ζωή μόνο τη μάνα του είχε. Την αγαπά με τον τρόπο του απόλυτου. Ο ίσκιος του πατέρα του όμως δεν επιτρέπει σε τέτοια άνθη να ανθίζουν στο σπίτι του. Μοιραία σε αυτό το σπίτι όλα τα αισθήματα μένουν βουβά κι ανέκφραστα να λιμνάζουν και να κακοφορμίζουν. Γιατί όλα τα ανέκφραστα μπορούν να κακοφορμίσουν, ακόμη και τα ευγενέστερα. Και να κατακαθίσουν στο πιο χυδαίο ίσως από αυτά, να γίνουν οίκτος. 

Μ.Γ.: «Δεν είναι κι εύκολο πράγμα απ΄ τ΄ αλώνια στα σαλόνια» κι έτσι ήταν για τη Γιασεμή. Ποιες δυσκολίες αντιμετώπιζε στην προσαρμογή της;

Α.Π.-Σ.: Η Γιασεμούλα θεωρητικά ήταν σαν έτοιμη από καιρό, έχοντας τη μάνα της να τη μεταχειρίζεται σαν άλογο κούρσας. Όμως τί ξέρουμε στ’ αλήθεια για κάτι που το γνωρίζουμε μόνο θεωρητικά; Οι μανάδες μας λέγανε αυτή τη φοβερά πρωτότυπη φράση “δε θα γίνεις μάνα; Τότε θα με καταλάβεις”. Όταν έγινα μάνα, τότε κατάλαβα τί εννοούσε η κουβέντα αυτή. Όπως θα λέγανε και τα παιδιά μου, «χρειάζεται να ξεκλειδώσεις την πίστα» . Άμα δεν το έχεις ζήσει, πώς και γιατί να το νιώθεις. Το μυαλό καταλαβαίνει το νόημα. Αλλά το βίωμα είναι άλλης μορφής γνώση. 

Μ.Γ.: Ούτε υπαίτια για θάνατο δεν μπορούσε να κατηγορήσει ο Θεοδόσης Βάρνακας τη

θάλασσα. Ποια ήταν η σχέση του μαζί της;

Α.Π.-Σ.: Ο Θεοδόσης είναι θαλασσινός. Οι ναυτικοί με τα πλοία τους και με τη θάλασσα έχουν σχέση βαθιά ερωτική, δε γίνεται αλλιώς, αν δεν το νιώθεις μέσα σου δε μπορείς να ακολουθήσεις αυτό το επάγγελμα. Όταν έγραφα το βιβλίο, διάβασα πολλά, έμπαινα σε ναυτικά φόρουμ και παρακολουθούσα συζητήσεις. Διάβασα ιστορίες απίστευτες, που δύσκολα μπορεί κάποιος να φανταστεί να συμβαίνουν. Κάποτε ανοιχτά της Σαντορίνης, δυο πολύ γνωστά πλοία της γραμμής, με δυο πολύ γνωστούς και αξιόλογους καπεταναίους, κοντραρίστηκαν για το  ποιο θα πρωτοδέσει στο λιμάνι, ήταν μια γνωστή κόντρα που γινόταν στη ζούλα πολύ συχνά. μιας και μόνο ένα τη φορά μπορούσε να δέσει και να πάρει τον κόσμο, ενώ το άλλο περίμενε στα ανοιχτά τη σειρά του. Η κόντρα κλιμακώθηκε τόσο που τα πλοία δε μπήκαν στο λιμάνι, παρά συνέχισαν την κόντρα τους στα ανοιχτά. Το λιμεναρχείο λύσσαξε, οι επιβάτες στο λιμάνι που περίμεναν λύσσαξαν κι αυτοί, λύσσαξαν κι οι πλοιοκτήτες που έφαγαν πρόστιμο από ένα εκατομμύριο δραχμές έκαστος. Ο ένας πλοιοκτήτης κάλεσε τον καπετάνιο του στα γραφεία της εταιρείας στον Πειραιά για να του τα ψάλλει. “Μα καπταν- Γιάννη, τί να έκανα;” του απάντησε ο καπετάνιος του. “Αυτοί είπαν το καράβι μας ψαροκασέλα!” Το μάτι του πλοιοκτήτη γυάλισε. “Ψαροκασέλα το είπανε;” Ακολούθησε ένα δευτερόλεπτο σιωπής. “Καλά τους κάνατε”, κατέληξε. 

Μ.Γ.: «Καμιά φορά, νιώθω ότι κάπου μέσα μου έχω μια Μεσάκρα» λέει η Μαρίνα. Τι συμβολίζει η Μεσάκρα για τη Μαρίνα;

Α.Π.-Σ.: Η Μεσάκρα για τη Μαρίνα ήταν ένας τόπος όπου πρώτα από όλα μπορούσε να είναι ο εαυτός της. Ένας τόπος που έδινε στη ζωή της νόημα και σκοπό, με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Και έχοντας στη ζωή της τη Μεσάκρα ένιωθε προστατευμένη κι ίδια: η Μεσάκρα για τη Μαρίνα είναι το αποτροπαϊκό κάθε κακού, με οποιαδήποτε μορφή, υλική ή συναισθηματική. 

Μ.Γ.: «Όταν κρατάς έναν άνθρωπο μακριά από την αλήθεια που πιστεύεις ότι δεν μπορεί να αντέξει, στην πραγματικότητα δεν τον προστατεύεις, τον υποτιμάς» αναφέρει η Αριάδνη στον Σπύρο. Αντέχουν όλοι να αντικρίσουν μια δύσκολη αλήθεια;

Α.Π.-Σ.: Όταν τα παιδιά μου ήταν μικρά, αναρωτιόμουν πόσα από τα του κόσμου μπορώ να τους αποκαλύψω χωρίς να τα πληγώσω ή να τα τρομάξω. Μια σοφή κυρία μου είπε “Όταν το παιδί σου σε ρωτάει, να του λες την αλήθεια. Το παιδί θα σε ρωτήσει μονάχα όταν είναι έτοιμο να ακούσει την απάντηση”. Δε μετάνιωσα ποτέ που ακολούθησα αυτή την πρακτική. Ο άνθρωπος που ψάχνει, έχει ανάγκη από το εύρημα. Και όσο δύσκολο ή βαρύ, θα βρει τον τρόπο να το διαχειριστεί. Αυτή είναι η αλήθεια που σκεπάζει τις ζωές μας σε όλες τους τις εκφάνσεις, από τον έρωτα, μέχρι την πολιτική- δε λένε ότι κάθε λαός έχει την κυβέρνηση που του αξίζει; 

Μ.Γ.: Με ποια συναισθήματα βιώσατε τη συγγραφική πορεία και ποια καταστάλαξαν μέσα σας γράφοντας τη λέξη τέλος;

Α.Π.-Σ.: Τη χάρηκα πολύ την διαδρομή. Πήρε πολύ καιρό, έζησα για πολύ με τους ήρωές μου, τους νιώθω πια ανθρώπους δικούς μου, είμαι σχεδόν σίγουρη πως κάπου θα σμίξουμε για έναν καφέ. Θέλω να πιστεύω πως όλους τους μεταχειρίστηκα με δικαιοσύνη και χωρίς προκαταλήψεις και πως στα χέρια των αναγνωστών μου θα βρουν αγάπη και κατανόηση. Το τέλος με παίδεψε πάρα πολύ. Κι όμως ήρθε σαν από μοναχό του τελικά, λες και άφησα την Αριάδνη μου να μου πει πώς ήθελε εκείνη να το λήξουμε. Και βλέποντάς το τώρα, μετά από καιρό, είμαι πολύ χαρούμενη που την άκουσα. 

Μ.Γ.: Σας ευχαριστώ πολύ για τη συνέντευξη και σας εύχομαι καλοτάξιδο το βιβλίο σας.

Α.Π.-Σ.: Κυρία Γκαζιάνη, σας ευχαριστώ πολύ για το ενδιαφέρον και για την ωραία φιλοξενία, σας εύχομαι ό,τι καλύτερο στη ζωή και στη δημιουργική σας πορεία.

*Το μυθιστόρημα «Το ύψιλον της λύπης» της Άννας Παπαδάκη-Σωτηριάδη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

 Μαίρη Γκαζιάνη

Γεννήθηκε στα Ιωάννινα.  Μεγάλωσε στην Αθήνα όπου ζει μέχρι σήμερα και εργάσθηκε στον τραπεζικό χώρο. Στο παρελθόν ασχολήθηκε ερασιτεχνικά με την φωτογραφία, τη ζωγραφική και τα τελευταία δέκα χρόνια με τη συγγραφή. Έχει πραγματοποιήσει ατομικές εκθέσεις και έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές.

Την περίοδο 2011-2012 υπήρξε ραδιοφωνική παραγωγός στο magicradiolive. Από τον Νοέμβρη 2014 συνεργάζεται με το now24.gr και έχει πραγματοποιήσει πάνω από εξακόσιες συνεντεύξεις, καθώς και σχολιασμούς βιβλίων και θεατρικών παραστάσεων. Το 2016 συμμετείχε στην τηλεοπτική εκπομπή «Καλώς τους» του ΑιγαίοTV πραγματοποιώντας συνεντεύξεις σε ανθρώπους των τεχνών. Διετέλεσε Διευθύντρια Σύνταξης του on line Πολιτιστικού Περιοδικού Books and Style από Ιούλιο 2017 έως Μάρτιο 2018 οπότε αποχώρησε οικειοθελώς.

Μεγάλες της αγάπες είναι το θέατρο και ο χορός με τα οποία έχει ασχοληθεί ερασιτεχνικά κι έχει συμμετάσχει σε θεατρικές και χορευτικές παραστάσεις.

Τον Μάιο του 2012 κυκλοφόρησε την πρώτη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Σου γράφω…», τον Σεπτέμβρη 2013 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο «Ένα φεγγάρι λιγότερο» από τις εκδόσεις Ελληνική Πρωτοβουλία και τον Ιούνιο του 2014 κυκλοφόρησε το βιβλίο της «Τα πλήκτρα της σιωπής»  από τις εκδόσεις ΄Οστρια. Επίσης, το παραμύθι της «Το ψαράκι του βυθού» συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Παραμύθια και Μαμάδες» εκδόσεις Βερέττα 2015.  Τον Ιούνιο 2017 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της «Άλικα βήματα» από την Εμπειρία Εκδοτική. Τον Νοέμβριο του  2019 κυκλοφόρησε το νέο της μυθιστόρημα «Ζάχαρη άχνη» από τις εκδόσεις Ωκεανός. Τον Ιούνιο 2021 κυκλοφόρησε  το νέο της μυθιστόρημα με τίτλο Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ από τις εκδόσεις Ωκεανός.    

Related posts