Επιστροφή στην κορυφή
Τετάρτη, 26 Ιουλ 2017
 
 

Θρύλοι και μύθοι των λιμνών κρυμμένοι κάτω από το πέπλο της ομίχλης!!!

Κυριακή, 29 Ιανουάριος 2017 - 11:00

-a Μέγεθος κειμένου +A





η φωτογραφία μου

 

Γράφει η Δήμητρα Τράκα

 

Τα φώτα έσβησαν. Τα δέντρα ξεστολίστηκαν. Τα παιχνίδια μπήκαν πάλι στα κουτιά τους. Η ζωή συνεχίζει την πορεία της στους γνωστούς φυσιολογικούς ρυθμούς της κι εμείς πάλι εδώ, στο καθιερωμένο μας ραντεβού, στις σελίδες της ηλεκτρονικής εφημερίδας NOW24.GR, να ταξιδεύουμε παρέα και να γνωρίζουμε τις ομορφιές της χώρας μας.

Φέτος αγαπημένοι μου αναγνώστες, θέλησα να ξεκινήσω την ταξιδιάρικη χρονιά μας κάπως διαφορετικά. Θα σας ξεναγήσω σε μονοπάτια γνωστά και ‘ξαναπερπατημένα’. Θα μιλήσουμε για δυο τόπους που έχουμε συναντήσει ξανά, όμως όχι με την οπτική που θα τα δούμε αυτή τη φορά. Θα περιπλανηθούμε κοντά σε δυο λίμνες ξακουστές και χιλιοτραγουδισμένες, θα σκαλίσουμε την ιστορία τους και θα εξερευνήσουμε τα μυστήρια, τους θρύλους, τις παραδόσεις και τη λαογραφία των τόπων. Θα ανακαλύψουμε εν τέλει, τι βρίσκεται κάτω από την παχιά ομίχλη που τις σκεπάζει, καλά κρυμμένο επί αιώνες και πώς οι άνθρωποι ζουν και πορεύονται με συντροφιά τα άλλοτε ήρεμα κι άλλοτε ταραγμένα νερά τους.

116moni_ntouraxanis5Αφορμή για τούτο το άρθρο, στάθηκε ένα ταξίδι μου τις μέρες των γιορτών, στα Γιάννενα και στην Καστοριά, όπου είχα την ευκαιρία, εκτός από διακοπές, να κάνω και μια μικρή έρευνα για τη δουλειά μου κι έτσι ανακάλυψα κρυμμένους θησαυρούς, που τόσα χρόνια που επισκέπτομαι τα συγκεκριμένα μέρη, δεν κατάφερα να τα δω. Και μάλιστα, αυτή τη φορά, κάποιες από τις φωτογραφίες που συνοδεύουν το άρθρο, είναι από το προσωπικό μου αρχείο.

Θα ξεκινήσω με τα Γιάννενα, τα οποία επισκέφθηκα αρχικά και θα συνεχίσω την αφήγησή μου με την ίδια ροή του ταξιδιού και θα καταλήξω στην Καστοριά, όπου έκλεισε το ταξίδι μου.

Λοιπόν, δεν θα μακρηγορήσω με λεπτομέρειες για την πόλη, ούτε με την ιστορία της. Το έχω κάνει άλλωστε σε παλιότερο άρθρο μου και σίγουρα το θυμάστε. Θα πάρω τον κεντρικό δρόμο και θα κατευθυνθώ προς τη λίμνη δίχως καθυστέρηση. Εκεί όπου καραβάκια περιμένουν στο μόλο τον επισκέπτη, για να τον μεταφέρουν στο νησάκι.

Όσο βαδίζω δίπλα από τα τείχη της παλιάς πόλης, μικρά μαγαζάκια με υποδέχονται, ξέχειλα από εμπόρευμα που λαμπυρίζει στις δειλά κρυμμένες αχτίδες του ήλιου. Είναι τα ασήμια. Εκείνα τα κοσμήματα, τα κουζινικά, τα διακοσμητικά και διάφορα χρηστικά αντικείμενα εποχής, που στέκουν περήφανα για τα σκαλιστά στολίδια τους, ίδια έργα τέχνης των ανθρώπων της περιοχής.

spiliaΗ γιαννιώτικη τέχνη του ασημιού, ξεκινά περίπου με την ιστορία της πόλης των Ιωαννίνων. Από αναφορές, γνωρίζουμε ότι το ασήμι δουλεύεται στα Ιωάννινα από τα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας καθώς επίσης και τουρκικά έγγραφα μας δείχνουν ότι το 1430 ο κλάδος της ασημουργίας βρίσκεται στην ακμή του. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας υπάρχουν στοιχεία για την εμπορική και την εξαγωγική δραστηριότητα προϊόντων αργυροχοΐας από τους Γιαννιώτες τεχνίτες σε περιοχές όπως το Βελιγράδι, η Βενετία, το Βουκουρέστι, η Πράγα, η Βιέννη ακόμη και τα Σκόπια και η Ρωσία. Σήμερα στα Γιάννενα υπάρχουν αρκετά εργαστήρια που εξακολουθούν να παράγουν χειροποίητα έργα τέχνης με παραδοσιακές τεχνικές.

Περπάτησα ανάμεσα στο βιαστικό πλήθος, που έτρεχε να κρυφτεί στη ζεστασιά του σπιτιού ή της καφετέριας, γιατί το κρύο και η υγρασία έδειχναν τα δόντια τους από πολύ νωρίς εκείνη τη μέρα. Άγγιξα τ’ ασήμια και το γυαλιστερό ψυχρό μέταλλο, αμέσως ζεστάθηκε. Καθρεφτίστηκα μέσα του και το είδωλο μου θόλωσε από τα χνώτα μου. Αμέσως ο χρόνος γύρισε πίσω. Και τα είδωλα βάφτηκαν με χρώματα μιας άλλης εποχής.

Εγώ δεν βιάζομαι και συνεχίζω να περπατώ, για να βρεθώ πλάι στη λίμνη Παμβώτιδα, όπου αργά θα κουνήσω το χέρι μου, για να διώξω την ομίχλη που σαν πέπλο την σκεπάζει, για να βοηθήσω τους θρύλους να έρθουν και πάλι στην επιφάνεια.

116moni_ntouraxanis6Κοιτάζω πρώτα απέναντί μου το νησάκι. Το μόνο νησί λίμνης σε όλη την Ευρώπη που κατοικείται και μάλιστα το μοναδικό δίχως όνομα. Διπλή ελληνική πρωτοτυπία, όπως καταλάβατε. Ένα νησί ολόκληρο ένας πευκόφυτος βράχος, που η έκτασή του δεν ξεπερνά τα 200 στρέμματα, με έναν παραδοσιακό ηπειρώτικο οικισμό, φτιαγμένο από πέτρα, στη μέση μιας λίμνη, τα νερά της οποίας πρέπει καθημερινά να διασχίσουν οι περίπου 100 οικογένειες που κατοικούν στο νησάκι. Στη λιλιπούτεια ενδοχώρα και στις ακτές του, χτισμένα το ένα δίπλα στο άλλο σχεδόν, επτά βυζαντινά και μεταβυζαντινά μοναστήρια σχηματίζουν μια μοναστική πολιτεία αιώνων, που είναι και η τρίτη μεγαλύτερη στην Ελλάδα, μετά το Άγιον Όρος και τα Μετέωρα.

Να μην ξεχάσω ν’ αναφέρω ακόμα μια πληροφορία που έμαθα πρόσφατα όσο ήμουν εκεί, η οποία παραμένει όμως ανεπιβεβαίωτη, παρ’ όλα αυτά αξιοσημείωτη. Αναφέρομαι στην ύπαρξη του υπόγειου τούνελ που υποτίθεται ότι οδηγεί από το νησάκι στην πόλη των Ιωαννίνων, ενώ τους θρύλους και τους μύθους συντηρούν και τα εκθέματα στο κτίσμα της μονής του Αγίου Παντελεήμονα, όπου δολοφονήθηκε ο Αλή Πασάς, και το οποίο έχει διαμορφωθεί σε ένα παραδοσιακό λαϊκό γιαννιώτικο σπίτι που φιλοξενεί διάφορα αντικείμενα της καθημερινής ζωής παλαιότερων εποχών. Την προσοχή τραβά ο πίνακας που απεικονίζει την παράδοση του κεφαλιού του Αλή Πασά στον σουλτάνο, αλλά στον χώρο θα δεις και προσωπογραφίες και σκηνές από τη ζωή του Αλή, τις οποίες έφτιαξαν περιηγητές που είχαν επισκεφτεί την αυλή του. Οι περισσότεροι επισκέπτες εντυπωσιάζονται με το άνοιγμα στο πάτωμα από όπου θεωρείται πως πέρασε η σφαίρα που σκότωσε τον Αλή Πασά.

15781887_10207221432564670_925274194_nΚι αφού μιλήσαμε για θρύλους, δεν θα μπορούσα να μην θυμηθώ και κάποιους από τους πιο γνωστούς, που συντηρούν αιώνες τώρα το μυστήριο της λίμνης. Πρώτος είναι εκείνος της ξακουστής κυρά-Φροσύνης.

«Χίλια καντάρια ζάχαρη να ρίξουμε στη λίμνη, για να γλυκάνει το νερό να πιει η κυρά Φροσύνη», λέει ένα παλιό γιαννιώτικο στιχάκι, που αναφέρεται στον πνιγμό της κυρά Φροσύνης από τον Αλή-πασά στα νερά της λίμνης των Ιωαννίνων. Μαζί με άλλες κοπέλες λέει η ιστορία ότι αφού κατηγορήθηκαν για ανήθικο βίο, καταδικάστηκαν σε πνιγμό στη λίμνη. Ένας άλλος μύθος λέει, ότι η άρνηση της Φροσύνης Βασιλείου, να υποκύψει στις ορέξεις του Πασά, τον εξόργισε και την έπνιξε. Πρόσφατα, διάβασα σε ένα ιστορικό βιβλίο ότι η Φροσύνη είχε πεθάνει από ανακοπή λίγα λεπτά πριν τη ρίξουν στη λίμνη και μάλιστα μπροστά στα μάτια του Πασά. Ποιο αλήθεια; Ποιο ψέματα; Δεν έχει καμία σημασία…

13298423Στην απέναντι όχθη, υπάρχει ένα μοναστήρι που κουβαλά τη δική του ιστορία και ο χρόνος τρέφει ακόμα έναν θρύλο. Είναι το μοναστήρι της Παναγίας της Ντουραχάνης. Ο θρύλος λέει πως το μοναστήρι είναι κτισμένο από έναν Τούρκο. Στις ρίζες του βουνού Μιτσικέλι, απέναντι από την πόλη των Ιωαννίνων, πριν από πολλούς αιώνες, υπήρχε ένα εικονοστάσι ταμένο στην χάρη της Παναγίας, στη θέση όπου βρίσκεται σήμερα το μοναστήρι. Τον χειμώνα του 1434, ο Μπεϊλέρ-μπέης της Ρούμελης, ο Ντουραχάν Πάσας, πηγαίνοντας με τον στρατό του για πολεμική επιχείρηση, πέρασε από εκεί κι άναψε ένα κερί, γιατί ήταν από γονείς χριστιανούς. Στη συνέχεια, μέσα στην ομίχλη και το χιόνι, έχασε τον προσανατολισμό του και πέρασε πάνω από την παγωμένη λίμνη, όμως χωρίς απώλειες. Τι είχε συμβεί, το αντελήφθη όταν πάτησε στη στεριά. Συνέχισε την αποστολή μέχρι το Αργυρόκαστρο, όπου κέρδισε τη μάχη και κατά την επιστροφή, πήγε στο εικονοστάσι και έκτισε το μοναστήρι.

2014-04-27 19.53.11Πρέπει επίσης να πούμε ότι η υδάτινη λεκάνη της Παμβώτιδας  τροφοδοτείται με νερά που αναβλύζουν από τις πηγές του όρους Μιτσικέλι, της Ντραμπάντοβας, του Σεντενίκου και της Κρύας. Η Ντραμπάτοβα είναι από τις μεγαλύτερες πηγές της λίμνης των Ιωαννίνων. Η πηγή αναβλύζει κάτω από έναν τεράστιο βράχο στους πρόποδες του Μιτσικελίου, σχηματίζοντας ένα μεγάλο κοίλωμα στο εσωτερικό του. Κανένας όμως δεν είχε εισχωρήσει μέσα στο κοίλωμα αυτό, μέχρι που την επισκέφτηκε ο Αλή Πασάς. Έτυχε σε εποχή ανομβρίας, οπότε η στάθμη  των νερών είχε χαμηλώσει, πλησίασε κάτω από το βράχο και προσπάθησε να διακρίνει τι υπήρχε μέσα και κάτω από αυτόν. Όμως επικρατούσε βαθύ σκοτάδι και δεν μπόρεσε να διακρίνει τίποτα. Τότε διέταξε τον τσοχαντάρη του να ξεντυθεί και να μπει μέσα, για να διερευνήσει το βαθούλωμα. Τρέμοντας εκείνος ολόκληρος μπροστά στη θέα της σπηλιάς δίσταζε να εκτελέσει την εντολή. Τότε ο Αλή αγριεμένος έβγαλε το μαχαίρι του και απειλώντας τον του είπε: » Ή έμπα ωρέ παλιάραπε ή σου κόβω την κόκα (κεφάλι)». Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα για το δύστυχο αράπη. Προκειμένου όμως να χάσει το κεφάλι του προτίμησε να μπει. Τρέμοντας ολόκληρος ξαναβγήκε μετά από λίγο και είπε στον Αλή: «Κόψε με καλύτερα, Πασά μου, παρά να με βάλεις σε αυτή τη μαύρη κόλαση».

Κι όσο οι θρύλοι ζωντάνευαν εμπρός μου, επιβιβάστηκα στο καραβάκι που θα με περνούσε απέναντι. Περιπλανήθηκα ανάμεσα στα σπίτια και θαύμασα τα χειροποίητα κομπολόγια με πολύτιμους και ημιπολύτιμους λίθους, που κρέμονταν στις βιτρίνες των μικρών μαγαζιών. Όπως και τους πλουμιστούς ναργιλέδες, που κάποτε όμοιοι τους αρωμάτιζαν με ευωδιαστό καπνό τους οντάδες. Το σκοτάδι όμως άρχισε να πέφτει και τα φώτα της αντικρινής πόλης άναβαν και καθρεφτίζονταν σαν άστρα στη λίμνη. Καθώς γύρισα να φύγω για να προλάβω το καραβάκι της επιστροφής, χάιδεψα στο χέρι μου τις χάντρες του κομπολογιού που αγόρασα δώρο για τον πατέρα μου. Στο μυαλό μου ήρθαν λίγες αράδες από ένα βιβλίο που έλεγε για έναν άλλο μύθο. Εκείνον που η αδελφή του Αλή Πασά, χάρισε στον αδερφό της ένα κομπολόι και του είπε ότι οι πρόγονοί τους έλεγαν, πως αν σου χαρίσει κάποιος που σ’ αγαπά κομπολόι φτιαγμένο από πολύτιμους λίθους , τότε αυτό θα γίνει το φυλαχτό σου για πάντα. Έτσι κι εκείνος δεν το αποχωρίστηκε ποτέ…

16106593_956519977815454_1012611645_oΤο πρώτο φως της ημέρας, με βρήκε στο δρόμο προς Καστοριά. Δεν ήθελα να χάσω λεπτό από την καινούργια μου εξερεύνηση.  Ο καιρός ήταν καλός, όμως τα πρώτα χιόνια είχαν ήδη κάνει την εμφάνισή τους και οι βουνοκορφές γύρω από τη λίμνη ήταν κάτασπρες. Σαν νυφούλες καθρεφτίζονταν στα νερά της λίμνης Ορεστιάδας. Και ο άνεμος που φυσούσε, έφερνε παγωμένες νιφάδες από ψηλά, που στροβιλίζονταν εμπρός μας και χαζεύαμε έκπληκτοι το χιόνι σε συνδυασμό με τον δυνατό ήλιο.

Η πρώτη επαφή μας με τη λίμνη της Καστοριάς, έγινε στην περιοχή του Δισπηλιού. Εκεί όπου τα ευρήματα, καταδεικνύουν ότι εδώ και 7.000 χρόνια ο προϊστορικός άνθρωπος της περιοχής κατείχε την τεχνογνωσία να ψαρεύει, να κυνηγάει με πρωτοποριακά για την εποχή όπλα και να καλλιεργεί τη γη με εξελιγμένα εργαλεία. Και το κυριότερο, χάρασσε την πρώιμη γραφή σε ξύλο προκειμένου να καλύψει τις επικοινωνιακές του ανταλλαγές. Αν και δεν έχει ακόμα αποκρυπτογραφηθεί, η ηλικία της γραφής (5300 π.Χ.) συντείνει στο να θεωρείται κατά κάποιο τρόπο «προπομπός» της Γραμμικής Α΄. Η αναπαράσταση του οικισμού πάνω στη λίμνη, ήταν σαν να μας μεταφέρει αυτόματα πολλές χιλιάδες χρόνια πίσω.

Αφήσαμε πίσω μας τη μακραίωνη ιστορία και συνεχίσαμε προς την πόλη της Καστοριάς. Γνωρίζαμε την ύπαρξη της εκκλησίας της Μαυριώτισσας και αποφασίσαμε να κάνουμε το γύρω της λίμνης και να την επισκεφτούμε. Όμως, λίγα μέτρα πριν το μοναστήρι, ανακαλύψαμε κάτι ακόμη.

sssss_545_355Σταματήσαμε σε ένα άνοιγμα του δρόμου κι αφήσαμε το αυτοκίνητο. Γυρίσαμε λίγο πίσω με τα πόδια και είδαμε μια μεγάλη πόρτα ανοιχτή που οδηγεί στο εσωτερικό του βουνού. Η πινακίδα απ’ έξω έγραφε «Η σπηλιά του δράκου». Δίχως δεύτερη σκέψη, προχωρήσαμε στα ενδότερα και δώσαμε ιδιαίτερη προσοχή στα λόγια του ξεναγού μας. Η ιστορία λοιπόν είχε ως εξής:

«Πριν από πολλούς αιώνες η μεγάλη σπηλιά που βρίσκεται πριν από το μοναστήρι της Μαυριώτισσας ήταν χρυσορυχείο και το φύλαγε ένας δράκος που ανέπνεε και έβγαζε από το στόμα του φλόγες και δηλητηριασμένους ατμούς. Ύστερα από το κτίσιμο της Καστοριάς (Ή’ ή Ι’ αιώνας) ο πρώτος βασιλιάς ο Κάστωρ, θέλοντας να διασκεδάσει τον φιλοξενούμενο αδελφό του Πολυδεύκη και τον πεθερό του Κέλι, ιερέα του θεού, απεκάλυψε το τεράστιο αυτό σπήλαιο. Η παρουσία όμως του δράκου τους εμπόδιζε την προσέγγιση στη σπηλιά. Τότε ο βασιλιάς υπεσχέθη μεγάλα δώρα σ’ αυτόν που θα σκότωνε τον δράκο. Ένας νέος δυνατός παρουσιάστηκε. Ακολούθησε άγρια πάλη με τον δράκο. Χτυπώντας τον με το κοντάρι του έτρεμαν οι γύρω βράχοι και αναταράζονταν τα νερά της λίμνης. Το τέρας κτυπήθηκε και έπλεε νεκρό επάνω στα νερά της λίμνης. Πανηγύρισαν το γεγονός και ευχαριστίαι αναπέμφθηκαν στον Πάνα. Και κατόπιν με αναμμένους δαυλούς προχώρησαν στη σπηλιά με σκυφτά τα κεφάλια τους για να μην κτυπήσουν τους σταλακτίτες. Το βάθος εκτεινόταν σε χιλιόμετρα και η ατμόσφαιρα γινόταν πνιγηρή από έλλειψη οξυγόνου. Σε ένα μέρος που η σήραγγα στενεύει έσβησαν οι δαυλοί και πηχτό σκοτάδι τους σφιχταγκάλιασε όλους. Τότε άκουσαν μια απόκοσμη φωνή να λέει : «Εκείνος που θα σκύψει να πάρει μια χούφτα της λάσπης που πατάει θα μετανιώσει». Οι πιο θαρρετοί έσκυψαν και επήραν λάσπη και γέμισαν τους κόρφους τους. Οι άλλοι φοβήθηκαν και δεν τόλμησαν να πάρουν. Όταν βγήκαν στο φως του ηλίου εκείνοι που κρατούσαν τη λάσπη είδαν με έκπληξη πως κρατούσαν υγρή χρυσόσκονη…»

pegasus_LARGE_t_242261_54410139Στην πραγματικότητα, η ύπαρξη του σπηλαίου δεν φαίνεται να ήταν γνωστή έως τα νεώτερα χρόνια. Στις γραπτές μαρτυρίες της εποχής της τουρκοκρατίας δεν υπάρχει καμία αναφορά στο σπήλαιο, αλλά ούτε και στις παλαιότερες ιστορικές μαρτυρίες. Πιθανολογείται ότι η είσοδος του σπηλαίου μέχρι κάποια εποχή δεν ήταν ορατή λόγω προσχώσεων, αλλά και λόγω ότι η παραλίμνια διαδρομή ήταν δύσβατη και προσπελάσιμη μόνο από την λίμνη. Καστοριανοί ερασιτέχνες εξερευνητές, άνθρωποι με περιβαλλοντικές ευαισθησίες στην δεκαετία του ‘40, την εποχή που διανοίχθηκε και ο παραλίμνιος δρόμος από τον στρατηγό Σουγγαρίδη, ήταν οι πρώτοι που ανακάλυψαν και περιέγραψαν το απαράμιλλης ομορφιάς σπήλαιο και έριξαν την πρώτη ιδέα για την αξιοποίησή του. Την εποχή αυτή καταγράφεται και ο μύθος γύρω από τον «Δράκο» της σπηλιάς απ’ όπου και το όνομά της.

Ο μύθος υπάρχει και θα υπάρχει για πάντα ό, τι και να γίνει. Και για χρόνια πολλά ακόμα, οι μαμάδες θα χρησιμοποιούν το τέχνασμα του δράκου για να ταΐσουν ή να συνετίσουν τα παιδιά τους κι εκείνων η φαντασία θα πλάθει δράκους και γενναίους βασιλιάδες που θα μάχονται για χρόνια, ώσπου να καταφέρουν να σκοτώσουν το θεριό.

Δεν αρνούμαι ότι τα σπήλαια πάντα με γοήτευαν και για μία ακόμη φορά, περπατούσα εκστασιασμένη, παρατηρώντας τις καλλιτεχνίες της φύσης με μόνα υλικά ένα πέτρωμα και το νερό, αλλά και την υπομονή της να δημιουργεί για εκατομμύρια χρόνια.

Βγήκα από το σπήλαιο κι ένας παγωμένος αέρας ικανός να με συνεφέρει, με χτύπησε στο πρόσωπο. Αναζητώντας ένα ζεστό χάδι, γύρισα προς τη λίμνη όπου ο ήλιος της έδινε ένα χρυσό χρώμα. Δυο κατάλευκοι κύκνοι έμοιαζαν να χορεύουν και τάραζαν το χρυσό χαλί της. Μαγεμένη από το υπέροχο θέαμα, περπάτησα στο μονοπάτι πλάι στη λίμνη που οδηγούσε στο μοναστήρι.

σπηλαιο-δρακου-καστοριαΤίναξα από επάνω μου τις λευκές νιφάδες που έφερνε ο αέρας από τα γύρω βουνά και μπήκα στο μοναστήρι της Παναγίας της Μαυριώτισσας.  Αρχικώς ονομάσθηκε Μεσονησιώτισσα ενώ Μαυριώτισσα ονομάστηκε από το απέναντι αυτής παραλίμνιου χωριό Μαύροβο, σημερινό Μαυροχώρι, κατά τον 17ο αιώνα που οι κάτοικοι του συντηρούσαν το μοναστήρι. Αφορμή για το κτίσιμο της Μονής υπήρξε το γεγονός ότι στο σημείο αυτό αποβιβάσθηκαν το 1083 στρατεύματα του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού, για να εκδιώξουν τους κατακτητές της Καστοριάς Νορμανδούς. Η μονή Μαυριώτισσας διαδραμάτισε έναν πολύ κρίσιμο και σημαντικό ρόλο σαν πνευματικός χώρος και φάρος σε όλες τις φάσεις τις ιστορίας της Καστοριάς. Κι όσο δεχόμουν ευχάριστα το ζεστό κάλεσμα του ναού, κάνοντας ένα γύρω, παρατήρησα κάτι παράξενο. Σε όλες τις τοιχογραφίες στα πρόσωπα των εικονιζόμενων, τα μάτια έχουν χαραχθεί και σχεδόν χαθεί. Αυτό, όπως πληροφορήθηκα, η καταστροφή αυτή ήταν δουλειά των Τούρκων επί Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Βγήκα από το ναό και περπάτησα προς το μεγάλο πλατάνι που τα κλαδιά του χαϊδεύουν αιώνες τώρα την επιφάνεια του νερού. Ο ήλιος είχε σχεδόν χαθεί, ο αέρας δυνάμωσε και μεγάλες νιφάδες χιονιού στροβιλίζονταν παντού.

Τα νερά από χρυσά έγιναν σκούρα και τότε θυμήθηκα έναν μύθο. Κυκλοφορούσε παλιότερα μια φήμη για ένα παράξενο φαινόμενο που συμβαίνει κάθε Αύγουστο στη λίμνη. Οι κάτοικοι το αποκαλούν “αρρώστησε το νερό”.  Για 8 μέρες μέχρι τις 15 Αυγούστου το νερό κρυώνει και αποκτά χρώμα σα μελάνι, τα ψάρια ανεβαίνουν στην επιφάνεια και είναι τόσο ζαλισμένα που οι κάτοικοι τα μαζεύουν με τα χέρια. Έριξα μια ματιά ματαίως μήπως δω κι εγώ κάποιο να επιπλέει, αλλά το κρύο μου υπενθύμισε ότι δεν ήταν Αύγουστος και βιάστηκα να κρυφτώ στη ζέστη του αυτοκινήτου μου.

15731607_10207228562022902_338465380_nΌσο συνεχίζαμε τον γύρω της λίμνης μέχρι να βγούμε ξανά στο κέντρο της πόλης, είδα και πάλι το θαύμα της φύσης. Κρυστάλλινες κουρτίνες που κρέμονταν από τα χαμηλά κλαδιά των δέντρων και κάποια σαν παγωμένα διάφανα μαντήλια κουνιόταν αποχαιρετώντας τον επισκέπτη.

Κάποια στιγμή, βρεθήκαμε χαμένοι να κάνουμε βόλτες με το αμάξι, σε δρόμους στενούς λιθόστρωτους. Γύρω μας παλιά καλοδιατηρημένα αρχοντικά. Κι όπως πληροφορήθηκα αργότερα, βρισκόμασταν στην περιοχή Ντολτσό, όπου κατοικούσαν γουναράδες και διατηρούσαν μέσα στα σπίτια τους και τις μικρές ή μεγαλύτερες βιοτεχνίες τους, ανάλογα με το μέγεθος της ακίνητης περιουσίας που κατείχαν.

Ένα τέτοιο αρχοντικό, τράβηξε την προσοχή μας, γιατί πάνω από την είσοδό του είχε κρεμασμένη μια πινακίδα που έγραφε πως ήταν λαογραφικό μουσείο. Δεν το σκέφτηκα και πολύ και χτύπησα την βαριά ξύλινη πόρτα. Κατέβηκα λίγα πέτρινα σκαλιά και βρέθηκα σε ένα ανοιχτό σημείο του σπιτιού και γύρω μου πόρτες και σκάλες. Η κυρία που εργάζονταν εκεί και ξεναγούσε τον κόσμο, με πλησίασε και με χαιρέτισε. Μάλλον έμοιαζα χαμένη, έτσι όπως κοιτούσα γύρω μου.

Μα ήταν πολύ παράξενος ο χώρος, για να μοιάζει με σπίτι. Η κυρία μου εξήγησε πως τα περισσότερα σπίτια ήταν φτιαγμένα με τον ίδιο τρόπο, πρώτον γιατί φιλοξενούσαν πολλά μέλη μιας οικογένειας, δεύτερον είχαν τις βιοτεχνίες τους εντός της οικίας τους, τρίτον τα δωμάτια χρησιμοποιούνταν άλλα ως κελάρια, άλλα ως εργαστήρια που ύφαιναν, άλλα ως αποθηκευτικοί χώροι και στα επάνω πατώματα ήταν τα μεγάλα σαλόνια. Κι εκεί στα μεγάλα σαλόνια και στα εργαστήρια ήταν που πίστεψα πολλές φορές πως ήμουν κι εγώ κομμάτι εκείνης της εποχής.

pegasus_LARGE_t_242261_54410115_type12683Τα περίτεχνα βιτρό γύρω-γύρω και το φως να λούζει πραγματικά τον χώρο. Τα χειροποίητα έπιπλα. Τα πλουμιστά στρωσίδια. Τα ασημένια είδη οικιακής χρήσης. Ακόμα και οι χρωματιστές και σκαλιστές πόρτες. Όλα ένα μαγευτικό σκηνικό μια άλλης εποχής.

Και τη στιγμή που το βλέμμα μου έπεσε σε μια μεγάλη γκραβούρα που απεικόνιζε τη λίμνη, με πλησίασε η κυρία και με ρώτησε γιατί στάθηκα τόση ώρα εκεί. Της αφηγήθηκα τη διαδρομή μου και τις επισκέψεις μου στη λίμνη και το πόσο με μάγεψαν οι θρύλοι και οι παραδόσεις της που συντηρούνται με το πέρασμα των χρόνων.

Τότε εκείνη μου εξήγησε πως ο τόπος τους και η λαϊκή τους παράδοση είναι πλούσια σε μύθους και θρύλους και πως όλοι οι ντόπιοι μεγάλωσαν λίγο πολύ, ακούγοντας τους γηραιότερους να τους αφηγούνται.

spitiΒρεθήκαμε στην πίσω αυλή του αρχοντικού, όπου στη δεξιά πλευρά ενωμένο με το κυρίως κτίσμα ήταν το μαγειρείο, αριστερά το πηγάδι και στο κέντρο περίπου της αυλής υπήρχε ένα σκέπαστρο, όπου είχαν τοποθετήσει εκεί μια βάρκα. Την ονόμαζαν καράβι και ήταν χαρακτηριστικό δείγμα βάρκας ψαρέματος της περιοχής. Δίπλα λοιπόν στο καράβι, κάτω από το σκεπαστό που την προστάτευε, σταθήκαμε και η γλυκύτατη κυρία, άρχισε να μου αφηγείται τον δικό της αγαπημένο θρύλο. Έναν θρύλο που έρχεται λίγο πιο έξω από την περιοχή της Καστοριάς κι έγινε πολλές φορές αγαπημένο παραμύθι των παιδιών.

Σύμφωνα με το θρύλο, ένα τσελιγκόπουλο έβοσκε τα πρόβατα του παίζοντας φλογέρα. Εκείνη τη στιγμή σηκώθηκε αέρας και εμφανίστηκαν γύρω του πανέμορφες κοπέλες τραγουδώντας και χορεύοντας. Φοβισμένο το τσελιγκόπουλο μάζεψε το κοπάδι του και γύρισε στη στάνη του. Ανάφερε το γεγονός στη γριά μάνα του και εκείνη τον προέτρεψε να πάει στο ίδιο σημείο την επόμενη μέρα. Έτσι και συνέβη, όταν άρχισε να παίζει τη φλογέρα του εμφανίστηκαν πάλι οι «τζίντες» και το παλικάρι ευθύς άρπαξε το χρυσό κεφαλόδεσμο της ομορφότερης απ’ αυτών. Τότε το σύννεφο σκόνης εξαφανίστηκε καθώς και οι νεράιδες εκτός από αυτήν που δεν είχε πλέον μαντήλι. Το τσελιγκόπουλο πήρε την «τζίντα» στο σπίτι του και στη συνέχεια την παντρεύτηκε. Αυτή έγινε πρότυπο συζύγου και νύφης σε όλο το τσελιγκάτο. Μετά από ένα χρόνο γέννησε ένα αγοράκι. Την ίδια εποχή στα χειμαδιά γινόταν συγγενικός γάμος και η νύφη ζήτησε από τον σύζυγο της το χρυσό μαντήλι της να το φορέσει στο γάμο. Ο τσέλιγκας της επέστρεψε το μαντήλι, εκείνη μόλις το άγγιξε εξαφανίστηκε αφήνοντας τον άναυδο. Ενώ όμως εξαφανίστηκε κάθε βράδυ στις 12 επέστρεφε στην καλύβα για να θηλάσει το νεογέννητο γιό της. Ένα βράδυ η πεθερά της και ο σύζυγος της παραφύλαξαν και μόλις επέστρεψε άρπαξαν το μαντήλι και το έριξαν στην εστία (βάτρα), από τότε η «τζίντα» παρέμεινε στην οικογένεια για πάντα.

12916866_1673987812863501_7467741520994314097_oΚατά τη παράδοση ο τσέλιγκας ανήκε στην οικογένεια «Τσαραόση». Απόγονοι της οικογένειας αυτής υπάρχουν σήμερα στην Ιεροπηγή Καστοριάς. Σύμφωνα με τον παραπάνω θρύλο οι βλάχοι μετακινούνται συνεχώς γιατί είναι απόγονοι της «τζίντας», έχουν ‘φλέβα’ από τις «τζίντες» που δε μένουν σταθερές στο ίδιο σημείο. Για να προστατεύουν στη συνέχεια τις καλύβες τους από τους ανεμοστρόβιλους (τζίντιλι) και κάθε άλλο κακό επίσης, κάρφωναν στην κορυφή έναν ξύλινο σταυρό. Σήμερα στην Ιεροπηγή χρησιμοποιούν τη λέξη «τζίντα» για να αναφερθούν στον ανεμοστρόβιλο καθώς και την έκφραση «μι ακιτσέ τζίντα» που σημαίνει νευρίασα απότομα χωρίς ιδιαίτερο λόγο.

Ευχαρίστησα την ευγενέστατη κυρία και την αποχαιρέτισα. Η επιστροφή μας στο ξενοδοχείο ήταν κάπως ιδιαίτερη θα έλεγα. Είχε σηκώσει χιονοθύελλα και η ορατότητα ήταν απελπιστικά περιορισμένη στο δρόμο. Πριν περάσω την πόρτα της εισόδου στο ξενοδοχείο, έριξα μια ματιά προς τη λίμνη. Ένα κατάλευκο πάπλωμα την είχε σκεπάσει και ο δυνατός αέρας όσο περνούσε η ώρα, νανούριζε κάθε πλάσμα, καθώς η νύχτα άπλωνε τα δικά της πέπλα….

Εκείνο το βράδυ, στον ύπνο μου ζωντάνεψαν δράκοι και φοβερά θεριά, νεράιδες, βασιλιάδες, πασάδες και αρχόντισσες. Όλοι οι θρύλοι και οι παραδόσεις των δύο λιμνών, βρήκαν την ευκαιρία να παρελάσουν κάτω από τα κλειστά βλέφαρά μου και να ντύσουν με μυστήριο τα όνειρά μου.

Και τώρα που γύρισα πίσω στη βάση μου και στην απλή καθημερινή ζωή μου, σκέφτομαι με νοσταλγία τις βόλτες μου πλάι στα νερά της Παμβώτιδας και της Ορεστιάδας, των δύο λιμνών που μόνο με σαγήνη μπορώ να τις φέρω στο μυαλό μου, για όλα εκείνα που κρατούν καλά κρυμμένα κάτω από ένα πέπλο ομίχλης στα νερά τους…

Μπορεί το ταξίδι μας αυτή τη φορά φίλοι μου να μην ήταν το ίδιο με τα προηγούμενα, αλλά πιστεύω πως θα συμφωνήσετε όλοι σας ότι καμιά φορά, αξίζει να ζήσουμε για λίγο έστω τη μαγεία των μυστηρίων που περιβάλουν κάποιους τόπους. Και οι χώρα μας είναι πλούσια σε κάθε είδους μυστήρια που περιμένουν την κάθε επόμενη γενιά να την πλανέψουν…

Καλό ταξίδι φίλοι μου!!! 

 

 

 

 

 

 

 

 



Μοιράσου το…!




Ετικέτες:


Σχόλια


Τελευταίες ειδήσεις: