Επιστροφή στην κορυφή
Σαββάτο, 22 Ιουλ 2017
 
 

Κέρκυρα… εκείνο το Πάσχα που θα θυμάσαι σε όλη σου τη ζωή!

Παρασκευή, 10 Απρίλιος 2015 - 09:30

-a Μέγεθος κειμένου +A





Γράφει η Δήμητρα Τράκα

Αυτή τη ξενάγησή μου στο νησί των Φαιάκων, θα την ξεκινήσω από τα ψηλά και θα κατεβώ στα χαμηλά, εκεί όπου ο Χριστιανισμός γιορτάζει το θλιβερό Πάσχα, προσδοκώντας την Ανάσταση για να τη ζήσει με όλο το μεγαλείο της…

Θα ξεκινήσω το ταξίδι μου από ψηλά όπως προανέφερα. Από το μοναστήρι του Παντοκράτορα. Εκεί, όπου ένιωσα μια μικρή θεά, έχοντας όλο το νησί στα πόδια μου και θαυμάζοντας τις ομορφιές του. Εκεί, όπου ο άνεμος μου έδειξε το άγριο πρόσωπό του κι έτρεξα να κρυφτό στη σπηλιά του μοναστηριού καθώς περνούσα τη μεγάλη σιδερένια πόρτα του προαύλιου χώρου. Εκεί, στο φαλακρό από βλάστηση βουνό αισθάνθηκα ότι άγγιξα με την άκρη του χεριού μου τον ουρανό κι ετοιμάστηκα για τη μεγάλη συνάντηση με τον ίδιο το Θεό.

Και κατηφόρισα. Τώρα σκαρφάλωνα σε έναν άλλο βράχο που γύρω του η θάλασσα ορμούσε απειλητικά. Κι εκεί ψηλά όμως, γαλήνη. Στις κατάφυτες αυλές της Παναγίας της Παλαιοκαστρίτσας, φυλάχτηκα από τη μανία των κυμάτων και χάθηκα στο απέραντο γαλάζιο του Ιονίου. Σιωπηλά παρακολούθησα την αποκαθήλωση το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής και με ψυχή γαληνεμένη κατηφόρισα στην άκρη της θάλασσας.

Στην παραλία στις Μπενίτσες, βρέχοντας τα πόδια μου, γεύσεις αλμύρας παραδοσιακές ακούμπησαν τον ουρανίσκο μου. Τι κρύβει όμως αυτό το βαθύ μπλε που απλώνεται εμπρός μου; Το Μουσείο θαλάσσης με κάλεσε να εξερευνήσω τα μυστικά του. Τα 10000 μυστηριώδη είδη, κοχύλια, όστρακα, απολιθώματα θαλάσσιων οργανισμών, σφουγγάρια, κοράλλια, ταριχευμένα ψάρια, αστακοί, καβούρια, φίδια, καρχαρίες, σαγόνια καρχαριών και αχινοί, όλα προσεκτικά τοποθετημένα. Μια βόλτα ανάμεσά τους κι ο κόσμος της θάλασσας μου έγινε ξαφνικά «παλιός γνωστός».

Ήθελα όμως να μάθω κι άλλα, από εκείνα τα ωραία που κρύβει το νησί, πριν σημάνουν οι καμπάνες για την περιφορά του επιταφίου. Το ανοιξιάτικο απόγευμα δεν θα μπορούσε να κυλήσει πιο ιδανικά, κάνοντας έναν περίπατο στους ολάνθιστους κήπους του Ανακτόρου της Πριγκίπισσας Σίσσυς. Περπάτησα από δωμάτιο σε δωμάτιο, θαυμάζοντας κάθε τι που βρισκόταν στο χώρο. Όλα έμοιαζαν σα να μην τα είχε αγγίξει ο χρόνος και μάλιστα δεν ήταν λίγες οι στιγμές που πίστεψα πως σε κάποιο από τα περίτεχνα ανάκλιντρα, θα δω την ίδια την πριγκίπισσα να ξεκουράζεται ή περπατώντας σε έναν από τους κήπους, θα την έβλεπα να φτιάχνει ανθοδέσμες με τα πολύχρωμα λουλούδια. Δανείστηκα για λίγο την αίγλη της και στάθηκα εμπρός στον ολόσωμο σπασμένο καθρέπτη. Προσπάθησα να φανταστώ τον εαυτό μου ανάμεσα στους βασιλιάδες εκείνης της εποχής, όμως το μικρό του ράγισμα στην κάτω αριστερή άκρη του, μου μαρτυρούσε πως εκείνη η εποχή είχε παρέλθει ανεπιστρεπτί.

Κίνησα να φύγω γιατί το σούρουπο άπλωνε τα πέπλα του κι από μακριά ακούγονταν οι ψαλμωδίες από κάθε γωνιά της πόλης. Έφτασα στην πλατεία των Λιστών. Μπήκα στον Άγιο Σπυρίδωνα, προσκύνησα, πήρα ένα κερί και βγήκα στους δρόμους. Κρατώντας το κερί αναμμένο στο χέρι μου, στάθηκα στην άκρη σε κάποιο σταυροδρόμι στα στενά καντούνια. Ησυχία και το μόνο που ακούγονταν, ήταν οι φιλαρμονικές που η καθεμιά με το δικό της χρώμα, ανάλογα την ενορία, συνόδευαν τον κάθε Επιτάφιο. Μόλις κάποιος Επιτάφιος έστριβε σε κάποιο στενό, τα φώτα από τα μαγαζιά έσβηναν, οι μουσικές χαμήλωναν, οι ομιλίες σώπαιναν και οι άνθρωποι μόνο ψιθύριζαν, κατά πόδι στις χορωδίες, φοβούμενοι μη δημιουργήσουν παραφωνία. Τα κεφάλια έσκυβαν κι ένα ρίγος απίστευτης συγκίνησης κατέκλυζε κάθε Χριστιανό και όχι μόνο. Όλοι υποτάσσονταν στο Θείο Δράμα.

Εκείνο το βράδυ έκανα έναν ύπνο γλυκό και βαθύ. Το άρωμα της πασχαλιάς από το ανοιχτό παράθυρο και του γιασεμιού από το διπλανό αυλόγυρο, μεθούσαν όποιον άγγιζαν κι έκαναν τα όνειρα να μοσχοβολούν ανοιξιάτικα και νοσταλγικά. Θύμιζαν Πάσχα από τα παιδικά χρόνια.

Σάββατο πρωί και μετά από ένα καλό πρωινό, έσπευσα να πάρω πρώτη θέση στον κεντρικό δρόμο της πόλης, για να δω την περιφορά του Επιταφίου του Αγίου Σπυρίδωνα και του σκηνώματος του πολιούχου Αγίου. Ήταν ο μοναδικός Επιτάφιος που έβγαινε το Μεγάλο Σάββατο προς τιμήν του Αγίου. Την περιφορά συνόδευαν φιλαρμονικές, ιερείς, χορωδίες, δημοτικές αρχές και πλήθος κόσμου. Ως προστάτης του νησιού και κάποτε σωτήρας, του όφειλαν ξεχωριστές τιμές. Μόλις λοιπόν οι καμπάνες χτυπούσαν για την πρώτη Ανάσταση, ο κόσμος έσπευδε να πάρει θέση για να παρακολουθήσει την περιφορά του σκηνώματος του Αγίου και να προσευχηθεί για μια ακόμη φορά για υγεία, αγάπη κι ευτυχία σε όλο τον κόσμο.

Τελειώνοντας η Ακολουθία στη Μητρόπολη, οι καμπάνες χτύπησαν χαρμόσυνα και ένα άλλο παραδοσιακό έθιμο ήρθε να ταράξει ευχάριστα τις καρδιές. Το έθιμο των Μπότηδων. Μπότηδες είναι τα μεγάλη πήλινα κανάτια γεμάτα νερό, που πετούν από τα μπαλκόνια οι κάτοικοι σε κάθε γειτονιά για να κάνουν δυνατό κρότο. Σύλλογοι, ομάδες, παρέες, γειτονιές συναγωνίζονται στο μέγεθος του κανατιού και στο θόρυβο. Έτσι, κάπου εκεί κοντά στο μεσημέρι, το μόνο που ακούγεται σε όλη την πόλη που είναι ασφυκτικά γεμάτη με κόσμο, είναι κρότοι από το σπάσιμο των Μπότηδων και χειροκροτήματα για επιβράβευση. Στο τέλος, όλοι μαζί εύχονται να έχουν υγεία και δύναμη για την επόμενη χρονιά και ξεσπούν σε δυνατά χειροκροτήματα, σα να θέλουν να ξορκίσουν κάθε κακό και να το κρατήσουν μακριά τους.

Τα κανάτια σώπασαν και ο κόσμος απόλαυσε το υπόλοιπο της ημέρας κάνοντας βόλτες στα μικρά καντούνια της πόλης, στο παλιό κάστρο που δέσποζε αιώνες στο λιμάνι του νησιού κι εγώ βρήκα την ευκαιρία για έναν περίπατο εκεί που μόνο οι ερωτευμένοι ξέρουν καλά ότι μπορούν να κρυφτούν. Πήρα το δρόμο για το βόρειο τμήμα του νησιού και μ’ ένα καλάθι γεμάτο νηστίσιμα καλούδια, κάθισα στα ψηλά βράχια του Κανάλ ντ’ Αμούρ. Ένα μέρος που μοιάζει ξεχασμένο από το χρόνο, αλλά πάντα έτοιμο να υποδεχτεί αυτούς που αναζητούν τη σιγουριά ενός μεγάλου έρωτα. Δεν τόλμησα να κολυμπήσω στα γαλανά νερά που έπαιζαν κρυφτό με τους λαξεμένους βράχους, όμως έγειρα νωχελικά στον ώμο του συντρόφου μου κι έκανα μια ευχή. «Να γυρίζω πάντα εδώ και να γίνομαι μάρτυρας του δικού μου αιώνιου έρωτα!».

Βραδάκι επέστρεψα στην πόλη. Αναζήτησα τη ζωγραφιστή λαμπάδα μου και καθώς το Μεγάλο Σάββατο ετοιμαζόταν να ντυθεί με τα μεγαλόπρεπα ρούχα του και να υποδεχτεί την Ανάσταση, έσπευσα μαζί με όλο τον κόσμο στη Σπιανάδα, όπου θα τελούνταν και η Λειτουργία της Ανάστασης. Όλες οι φιλαρμονικές με τις επίσημες στολές και τα ψηλά λοφία, παρατάχτηκαν γύρω από την Πάνω Πλατεία αναμένοντας το ιερατείο, για να παίξουν χαρμόσυνες μουσικές αμέσως μετά το Χριστός Ανέστη. Οι λαμπάδες άναψαν μόλις άκουσαν τις καμπάνες να ηχούν και ακούστηκε από τα μεγάφωνα δυνατά και καθαρά το Χριστός Ανέστη. Μια γιορτή στήθηκε και ο ουρανός από τα πολύχρωμα πυροτεχνήματα φώτισε. Η νύχτα έγινε μέρα και οι ευχές ξεχύθηκαν από τα στόματα προς κάθε κατεύθυνση. Χιλιάδες κόσμου έγιναν μια μεγάλη οικογένεια. Νέοι, γέροι και παιδιά, εύχονταν όλοι ομόφωνα, η Ανάσταση του Κυρίου, να φέρει την αληθινή Ανάσταση στις ψυχές όλου του κόσμου!!!

Κανείς δεν ήθελε να φύγει από τη μεγάλη γιορτή. Όλοι ήθελαν να κρατήσει κι άλλο κι άλλο. Γι’ αυτό και το πρωινό ξύπνημα της Κυριακής του Πάσχα έγινε ξαφνικά δύσκολο, όχι όμως άσχημο. Έφερε μαζί του την μία και μοναδική ευχή.

«Να επιστρέφω κάθε φορά που μπορώ εδώ και να ζω το Θείο Πάσχα, με κατάνυξη, προσευχή κι ελπίδα…»

 



Μοιράσου το…!




Ετικέτες:


Σχόλια


Τελευταίες ειδήσεις: